ΒΑΦΤΙΣΑ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ ΤΟ 1960!!!

Έλα τώρα! Τι φταιει ο μαγκούφης μου που τον εβγάλανε Γεράσιμο και πέσανε πάνω του ούλοι οι λιμουρέοι και του τραγουδανε (κατά το «ο κόκορας επέταξε από το παρεθύρι»).

Γεράσιμε, Γεράσιμε, γουρούνια ν’ αγοράσουμε.

Κι’ αν τύχει και τα χάσουμε

Εσένα ν’ αγοράσουμε…

Τόνε ρωτήσανε, τι όνομα  του άρεσε να του δίνουμε; Όχι.

Τόνε ξεβρακώσανε, τον εβάλανε μέσα στη κολυμπίθρα, του ‘πε ο παπάς «βαφτίζεται ο δούλος του Θεού Γεράσιμος» τόνε επήρε η Νουνά του, γιατί τότενες με τα σύρτα – φέρτα στη Ντούνα φυλάανε τα βαφτίσια για το καλοκαίρι (εκτός από την Ανωή που είχανε λιγοστό νερό, και περιμένανε λέει να βρέξει να πιάσουνε φρέσκο νερό της ρονιάς για να βαφτίσουνε) και οι νουνοί λείπανε στη ξενητειά, τόνε παράδινε στη Μάνα του βαφτισμένο και μυρωμένο, ο Παπάς, ο Ψάλτης και κείνοι που ξέρανε τη κολυμπίθρα τσεπώνανε το παραδάκι λέγοντας νάχουμε γεια και σ’ άλλα, η κουμπάρα ξεδεκαριαζόντανε στη λιμούρα, και ο νεοφώτιστος έσκουζε και σαν μεγάλωσε διαμαρτυρόντανε πως τόνε λέανε Μάσο κι όχι Γεράσιμο.

– Και τι βωρέ, είναι άσκημο όνομα το Γεράσιμος; Μην κυττάς που οι Κεφαλωνίτες δεν το εχτιμάνε παρ’ οτι έχουνε τον Άγιο, βοήθειά μας ουλουνώνε, μέσα στα ποδάρια τους και όποιονε βαφτίσουνε, λέει, στη Κεφαλωνιά αν δεν τόνε φωνάζουνε Μεμά, θα τόνε λένε Γεράσιμο, ενώ εμείς τση λέμε Μάσους για να ξεχωρίζουμε οι Θιακοί Γεράσιμοι από τση Κεφαλωνίτες Γερασίμους, στο Σουλινά, στη Βραΐλα, κι αλούθενε.

– Να δούμε εκείνο που θα βαφτίσουνε τη Κεργιακή πως θα το βγάλουν; Εγώ λέω ή Πηνελόπη ή Μαρία.

– Μα τι κοπέλα είναι, και θα δώσουνε γυναικείο όνομα; Τίνος είναι;

– Είναι του … (Που να το πω. Κοινό το παράβγαλμα, κοινότατο και το επίθετο και αν το πω) …

– Και δε μου λες βωρέ Μάσο, έτσι για νάχουμε καλό ρώτημα στα παιδιά, οι νουνοί και οι νουνές δίνουνε τα ονόματα, στα άλογα και στη γαϊδάρους τα δίνουνε τα αφεντικά τους και το ίδιο και στα σκυλιά τους, αμέτε τση τοποθεσίες ποιος δίνει τα ονόματα; Γιατί να τήνε λένε Πέρα Παναγία και να μην τηνέ λένε Παναγία; Γιατί Γαρδελάκι, και όχι γαλιαντρούλα που λέει και το τραγούδι.

Γαλιάντρα μου χρυσό πουλί

Που με ξυπνά κάθε πρωί

Γιατί Παναγία στα Περναράκια και όχι Παναγία τσ’ Ασφελαχτούς;

Γιατί Ρουσσάνο, και όχι Ρούσσαινα, όπως το λέανε πιο παλιά.

– Αυτά παιδί μου τα ονόματα δεν τα δίνουνε νουνοί, αλλά ένας καινούργιος κλάδος ιστορικών, που τους λένε τοπωνυμογράφους, τοπωνυμολόγους ή τοπωνυμιστάδες.

– Ναι μα πως τα βρίσκουνε θέλω να μάθω;

– Εύκολο. Να! Σε βαφτίζουνε εσένανε και σε βγάνουνε Σπυρίδωνα, σε φωνάζουνε Σπύρο, ως που να βρεθεί κάποιος να σε  φωνάζει Σπυρκάδι. Και σου μένει το Σπυρκάδι, και αντίς να που εκεί που η Παουλίνα είχε το χαλέπεδο στο κάβο που τόνε λένε ίσαμε τώρα Κάβο τση Παουλίνας, το έχεις εσύ, θα τόνε λέανε αντί «Κάβο τση Παουλίνας» «Κάβο του Σπυρκαδιού» θα πρέπει να τόνε λένε Κάβο του Φυσκαρδιώτη όπως το Κάβο τση Ρούσσαινας τον εκάμανε Ρουσσάνο, και τώρα βρήκανε πως κάποιος από την Ερυσό τση Κεφαλωνιάς, είχε εκεί το κάστρο του. Έτσι είναι, γλέπεις όταν βαφτίζουνε τοποθεσίες δε μεράζουνε μαρτυρίκια, για να μην ανακατώνουνε τα ονόματα και σε λένε εσένανε Θελξινόη, και τη Θελξινόη Αντίπαρο λένε ονόματα, κι αν κάτσει έκατσε. Να, να πούμε το Φονικό πιο δω από το Δίστρατο, θα μείνει φονικό, γιατί εδεκεί κάποιος από τη Νέα Μάλτα σκότωσε ένα τσοπάνι, και επειδή συχνά ακούς τη Μαρία  τσ’ Αγγελικής να φωνάζει το υιόν της Φίλιππον, βωρέ σε Θιλίππονο μπορεί και το Φονικό να γένει Θονικό, να εξελιχθεί σε Θνικό, που οι τοπωνυμογράφοι θα το πούνε οτι ήτο Εθνικό. Γι’ αυτό το λόγο οι Κενιότες που τάχουνε πιο πολλά από μας, μια και χάριν του Κιονοκράνου ονομάσανε το ωραίο τους λιμάνι Κιονίον, για να μη βρεθούν κι άλλοι λευτέρηδες Κουβαράδες (Θεός σχωρέστονε) και αμφισβητήσουνε την ετυμολογία της λέξεως Κιόνι κρύψανε το πελώριο τους μαρτυρίκι κάτου από την Αγία Τράπεζα, κι αν σου κουτάει πείραξέ το, αμέσως θα πάρεις μήνυση για ιεροσυλία και άντε ξεμπέρδευε ενώ εμείς οι χωραΐτες το βγάλαμε Βαθύ για μπελά να γράφεις και το Ιθάκι δίπλα στο Βαθύ, για να μην ζητάνε το όνομα Μπεούτσης ή Καστραβίνας στο Βαθύ της Σάμου του λεβάντε, και παρ’ όλα αυτά, κανένας δε το λέει Βαθύ, παρά Χώρα και ούλοι οι Θιακοί από τον Αγρό κι απάνου λέγοντες Χώρα εννοούνε από του Κούγκελη στου Τζανάκη ίσαμε το Καρνάγιο, ενώ εμείς οι Βαθυσάνοι λέμε χώρα τη πλατεία, και χωραΐτες τση Δεντριναίους, Πιερέους, Βλησμαίους κτλ. που καθόντανε στη πλατεία εμείς λεγόμαστε Βαθυσάνοι, οι Χωριάτες μας λένε ΧΩΡΑΪΤΕΣ, και μεις λέμε χωραΐτες εκείνους τση λίγους που κάθοντε στη Πλατεία. Γράψε λοιπόν Τοπωνυμία αν σου κουτάει. Τα ίδια πάθανε και οι Σταυριώτες. Το χωριό τους το λέανε Σταυρονίκη και βαφτίσανε το χωριό τους Σταυρό, και ξεκινάνε ούλοι οι Σταυριώτες κάθε γιορτή, για να πάνε στο Σταυρό στην Εκκλησία τους, και κανένας τους δεν ξέρει τα σύνορα του Σταυρού, μέσα στο Σταυρό.

– Ου μας ζάλισες τώρα. Άσε να δούμε πως θα τήνε βγάλουνε τη κοπέλα την ημέρα που θα τη βαφτίσουνε, και κύτταξε μη το μάθουνε οι Μαντζαραίοι και ρθούνε και πέσουνε κι αυτοί στη λιμούρα, και δεν πάρουμε ούτε δίλεφτο για λίγα σβωλιά μπαρούτι.

– Θάχουμε βωρές λεφτά. Άκου. Ο Μάσος τση … με το Γιάννη τση Κρατησίκλειας θα πάνε τη Κολυμπίθρα, μια δεκάρα εκεί θάνε, ο Γαμπρέλιας θα πει το πιστεύω, μια πεντάρα εδώθενε μας κάνουνε δεκαπέντε λεφτά, και μια πεντάρα εμένανε που θα κρατάω το κερί τση Κουμπάρας οτι θα  πιθόσουνε το βαφτισίδι πάνου στη μπόλια που θα κρατάει στα χέρια της, μας κάνουνε είκοσι λεφτά. Πω-πω Μανούλα μου. Μια πεντάρα φυτήλι και τρεις πεντάρες σβώλια, μπαρούτι, θα γιομίσουμε τση τσέπες μας με τρίγωνα.

Ήρτε και η ημέρα του βαπτίσματος. Από νωρίς βέβαια εμείς είχαμε πιάσει όλα τα επίκαιρα σημεία όπως λένε οι ιστορίζοντες των ημερών μας. Το μωρό το αβάφτιστο, μια στρομπουλή ολόασπρη κοπελιά κοιμώντανε χωρίς να γνοιάζετε για το ρεζιλίκι που θα πάθαινε να τήνε γδύνανε μπροστά στο μισό Θιάκι. Η Μάνα του πατέρα είχε πεθάνει από κακό κόλικα εδώ και λίγα χρόνια, και δεν έζησε η έρμη τώρα πούρτε σειρά της να άκουε με τα ίδια της τ’ αυτιά που αναστεινόντανε το όνομά της. Ο Παπά – Κατσαμάς, με το ίδιο πετραχήλι και τη σκοροφαωμένη φυλλάδα του ανυπομόναε, η Νουνά, που ήτανε και θειά της μάνας τση κοπελός, στα μέσα και στα όξου σκούπιζε τα δάκρυά της λέγοντας «Ω πούσαι μωρ’ ερμαφροδίτη μου, τώρα που ανάστησε ο γυιόκας σου το όνομά σου;»

Πούσαι έρμ’ μου; Έλα πάψε τώρα Κυρά κουμπάρα είπανε οι πιο μυαλομένες, και η κουμπάρα τση άκουσε. Ζέστανε το νερό γιομίσανε τη κολυμπίθρα όσο έπρεπε είχανε το λάδι πρόχειρο, πήρε καθένας τη θέση του κι άρχισε το βαφτίσι. Πήρε ο Παπά – Κατσαμάς στα χέρια του τη ολοστρόμπουλη κοπελιά και εβάησε ο κακομοίρης από το βάρος τση κοπελός.

Κρατώντας την από τση αμοσχάλες έσκυψε και προτού τήνε βουτίσει στη Κολυμπίθρα είπε «Βαπτίζεται η δούλη του Θεού» και το όνομα αυτής, ρωτάει τη κουμπάρα, αλλά που κουμπάρα. Την είχε πιάσει δυνατό παράπονο, και μισοκλαμένη έλεε, Ερμ’ Αφροδίτη μου και που είσαι; Ωχ Ερμ’ Αφροδίτη μου, Ερμ, Αφροδιτούλα μου, έλα καμάρωσέ μας.

Τε, τ, το όνομα αυτής; ξαναρώτησε ο Παπά – Κατσαμάς.

– Έρμ’ Αφροδιτούλα μου γυιέ και που είσαι απάντησε η Νουνά.

– Τε τε πες το όνομα αυτής Χριστιανή μου γιατί κουτσομεσάστηκα βαησμένος μπροστά στη Κολυμπίθρα με τούτη τη κοπέλα που ζυάζει καλά νάναι όσο ένα γιομάτο φουσκί Τε – τε το όνομα αυτής επιτέλους;

– Μωρ, Ερμ’ Αφροδίτη μου γυέ ε…ε.

– Τε το όνομα αυτής, ξαναρώτησε ο Παπάς -κατσαμάς μέσα από τα δόντια του, που η γενειάδα του κόντεψε να φτάσει τα μελίγκια του.

– Ερμ, Αφροδίτη …. μ…μ.

– Βαπτίζεται η δούλη του Θεού Ερμαφροδήτη εις το όνομα του Πα….

– Όχι, παπά μου να χαρείς τη παπαδιά σου. Αφροδίτη μονάχα να τήνε κάτσουμε έσκουζε η δόλια η Μάνα τση κοπελός μέσα από τη κάμαρά της.

Αφροδίτη τήνε φτάνει… Και βαφτίστηκε ως Αφροδίτη. Εμάς όμως μας έγνοιαζε μονάχα η λιμούρα δεν μας τόβγαζες από το στόμα οτι το όνομά της ήτανε Ερμαφροδήτη.

Σημειώσεις

Στο μυαλό των παιδιών, μαζί με του τότε μικρού Γιόπη, ήταν πάντα η σκέψη πως να μαζέψουν όλο το χρόνο μια δεκάρα για ν’ αγοράσουν λίγο μπαρούτι χύμα για να φτιάσουν τα τρίγωνα και τα βαρελότα τους για την Ανάσταση. Τα τρίγωνα ήταν τα πιο εύκολα να γίνουν και τα λιγότερο επικίνδυνα. Τα φτιάχνουν από λωρίδες εφημερίδων, που τις δίπλωναν σε σχήμα τριγωνικό, με λίγο μπαρούτι κι ένα κομματάκι φυτίλι. Τα άναβαν και τα κρατούσαν ψηλά με το χέρι τους. Τα βαρελότα ήταν πιο μεγάλα, στρογγυλά σαν βαρελάκια, και μαζί με το μπαρούτι τους βάζαν και μικρές πετρούλες οπότε ανάβοντας το φυτίλι έπρεπε να τα πετάξουν μακριά γιατί μπορούσε να κάμουν ζημιά σ’ όποιον ήταν κοντά.

ΣΠΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ Λ. ΓΡΑΤΣΟΣ (ΓΙΟΠΗΣ)

Πηγή: Εφημερίδα Ενώσεως Απανταχού Ιθακησίων, Ιούνιος 1960

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.