ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ 1900: ΛΑΜΠΡΗ ΚΑΣΤΙΩΤΙΚΗ

Πίσω βωρέ μάνα μου, σουρόκαδα, που σου ξημερώθηκε σήμερα μεγαλοπαρασκευιάτικα. Μααα… δεν είπαμε δα και έτσι. Δε σου λέω, σήμερα Μεγάλη Παρασκευή πρέπει νάναι μαύρος ο ουρανός και μαύρη μέρα όπως λένε στα πάθη του Χριστού τα παιδιά που γυρνάνε από τη μία πόρτα στην άλλη, αλλά ας έλειπε τόσο δυνατός αέρας. Δε γλέπεις πως σκάνε τα κύματα στο Κόκκινο Βράχο και μπάζουνε ολοζώντανο το αντιμάμαλο μέσα στο λιμάνι, που δεν θα μείνει μπαρούμα για μπαρούμα γερή από καμμιά βάρκα.
Πάψε βωρέ Πύργια τη γκρίνια μέρα πούναι σήμερα, είπε ο Τρομπόνης, και δέσε κι’ άλλο σκοινί από τη πλώρη, για να αγαντάρει η γαΐτα στο αντιμάμαλο και ότα τελειώσει, χάϊτου να μαζώξεις λουλούδια να τα στείλεις να στολίσουνε τα κορίτσια τον επιτάφιο στο Γαρδελάκι.
-Ναι από μένα περιμένουμε λουλούδια, γιάκου που να βρεθούνε λουλούδια με τέτοια βαρυχειμωνιά που είχαμε.
-Πάψε τη γκρίνια λέω, γρουσούζη.
-Τι να πάψω μωρέ Τρομπόνη, ούτε κρασί που πασάρει σήμερα, και το φάντε τον έχουνε κρεμασμένονε στα Καφενεία, και η νοικοκυρά μου γυρεύει καλάθια τα αυγά, κοφίνια τα σφαχτά, και λουκούμια Μπακατσαλέϊκα τα τυριά.
-Θα τα δώσει ο Θεός βωρέ γκρινιάρη. Εσύ έζησες τόσα χρόνια και φέτος θα πεθάνεις από την πείνα, που δε προλάβανε να ξεσταχίσουνε τα ραδίκια, οι γρουβιές και οι μεραλίδες. Αυτά είπε ο Τρομπόνης έκαμε το σταυρό του δυο τρείς φορές, έφτυσε μέσα στον κόρφο του μια φορά και τράβηξε για τη Χώρα. Εμείς μείναμε κοντά στον Πύργια και τον ρωτήσαμε τι έπαθε.
Τι θέλετε να πάθω; μας απάντησε, δε γροικάτε; Έβαλε αυτή τη βρωμοσουροκάδα για δικό μου μπελα. Εγώ μέρα πούνε σήμερα, καθόμουνα στον καφενέ, του Βλάση και περίμενα να ανοίξει ο Άη – Νικόλας να πάω ν’ ακούσω τση ώρες, γιατί μονάχα στον Άϊ Νικόλα τση ψάλουνε, και τώχω τάμα να πηγαίνω και νάσου, εκεί που κύτταζα το Φάντε σπαθί που τον είχανε καρφομένονε επάνω από τεζάκι ήρτε ο καπετάν – Τρομπόνης, και με σήκωσε για να δέσω κι’ άλλα σκινιά στη μαγκουφοτράτα του, είναι το λοιπόνου να μην γκρινιάζεις;
-Σουρόκος είναι ετούτος μπάρμπα Πύργια, ή γαρμπής γιατί ψιλοβρέχει, ρώτησε κάποιος από μας.
-Βωρέ σουροκάδα, μαύρη κι’ άραχνη, κι’ αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, πούτανε κατάμαυρος, πρόσθεσε οτι έχει και η Όστρια την ουρά της μέσα και ξέρετε βωρές παιδιά τι μου θυμίζει ετούτος ο καιρός;
Τι μπάρμπα Πύργια;
-Να, μια χρονιά έτσι φύσαε λυσσασμένα η σουροκάδα που έπιασε το παπά του Καστού ένας κώλικας. Τον ξαπλώσανε τον παπά κάτου, τόνε γδύσανε, τοιράξανε τ’ αφάλι του, δεν ήτανε λυμένο, και φοβηθήκανε, αφού δεν τον πιάσανε ούτε ξόρκια, ούτε πιοτά ζεστά με πιπέρι, μέντα, ρίγανη, και ξέρω γω τι άλλα. Τόνε βάνουνε μέσα σε μια γαϊτούλα και μια και δυο πρώτο – δεύτερα τόνε φέρανε στο Θιάκι του γιατρού του Κοκκίνη. Τι είχε ο παπάς δεν έμαθα ποτές, αλλά η σουροκάδα λες και τούχε αμόχ, κι’ αντί να πέφτει δυνάμωνε, και ποιός θα τόνε πίενε στο Καστό; Πέρασε η Μεγάλη Παρασκευή πέρασε το Μεγάλο Σάββατο, ήρτε η Λαμπρή, αναστήσανε ούλοι οι Θιακοί, κάψανε και τον ιγούδα στη Βλαχαίρενα τη Κυριακή τ’ απόγευμα και δώστου ο σουρόκος. Τη Τρίτη τση Λαμπρής καλμάρισε λιγάκι και πήε ο Μπλετσώνης και ο Αβδέλιας να τόνε πάρουνε το παπά να τόνε πάνε στο Καστό, αλλά εξανακύλησε ο πόνος στη κοιλιά του και έτσι δεν εφύανε. Στο Καστό όμως, νηστεία πάνω στη νηστεία. Το μάτι των Καστιωτώνε έγινε γαρίδα για να κοιτάνε κατά το Θιάκι μήπως ερχότανε κανένα καϊκάκι με το παπά τους. Πέρασε η Λαμπρή, πέρασε η Δευτέρα, ήρτε η Τρίτη, τίποτα καΐκι τίποτα παπάς, και δεν πάσχασε κανένας. Κλέανε και οδυρώντανε οι Καστιώτες, άλλοι λέανε πως τα τίναξε ο παπάς, και θα χάσει τση λαμπριάτικους μποναμάδες, κι’ άλλοι πως τον καταφέρανε λέει οι Κανελαίοι να κάμει μαζί τους Λαμπρή, την ημέρα τση Ζωοδόχου Πηγής, κάποιος όμως Καστιώτης πετάχτηκε αντίκρυ στη Ρούμελη, πήρε ένα παπά και τον έφερε στο Καστό την Πέφτη τση Λαμπρής, για να πασκάσουνε κι’ αυτοί. Έφτασε ο παπάς στο Καστό, έμαθε τα διατρέξαντα μυρίστηκε μποναμάδες με ορά, και βγαίνοντας με τη λαμπάδα στην Ωραία Πύλη, έψαλε σε ήχο βαρύν:
«Δεύτε λάβετε φως, και σεις κατακαϋμένοι Καστιώτες» και πασκάσανε οι κακομοιραίοι τη Πέφτη τση Λαμπρής».

ΣΠΥΡΟΓΙΑΝΝΗ Λ. ΓΡΑΤΣΟΥ
Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ», Μάιος 1959.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.