ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ 1900: Ο ΜΑΙΤΕΛΑΣ

Αν ζούσε σήμερα η μαγκούφα μας ούλοι οι Θιακοί θα ξέραμε πως είναι εκατό χρονώνε, Θεός σχωρέστηνε.
– Για ποιά μιλάς βωρέ;
– Δεν τήνε θυμάσαι βωρέ κείνη τη γυναίκα, πάνε τώρα πενήντα χρόνια που πήγαινε σιγά – σιγά τον αηπάνου δρόμο (βία πούβλικα που τόνε λέανε το δρόμο αυτό αυτό οι προστατευόμενοι Θιακοί από το Μαίτελα) πίσω από δυο κατσίκες μαλτέζικες φωνάζοντας με τη ξεπνοημένη φωνή της:
«Ωραίο κατσικίσιο γάλα, φρέσκο – φρέσκο τση ώρας γάλα» (Δεν εφώναζε το συνηθισμένο που φώναζαν ο Γονιτσός και ούλο το συνάφι των γαλατάδων, όχι από φόβο μην πάρει τίτλο «λογοκλόπου» αλλά φοβόντανε τις φωνές της «μαρίδας» που στο διάλειμμα «γάλα – γάλα από τση γίδες» κολάγανε την ομοικαταληξία «και νερό απ’ τση λαχίδες».
– Όχι, δεν ξέρω για ποια λες.
-Βωρέ, λέω για την Ένωση. Την εβαφτίσανε τη χρονιά που έγινε η Ένωση με την μητέρα Ελλάδα και ο νουνός της (ή η νουνά της) σαν τόνε ρωτήσανε και το όνομα αυτής, αντίς να πει Ευρήκλεια ή Ευτέρπη ή Ερατώ ή Σουλτάνα είπε «Ένωση» και έτσι μαζί με τα Εφτάνησα που γιορτάζουν την «Ένωση» θα γιόρταζε εφέτος και κείνη.
-Μου κάζει πως πιο σοβαρές θαν ήτανε οι γιορτές για τη γρηά Ένωση παρά για την Ένωση της Επτανήσου, μετά της Μητρός Ελλάδος όπως τσαμπουνάανε τότενες.
-Τσίτου βωρέ! Γιατί είσαι αφχαρίστιος; Λίγο τώχεις το νάσαι βέρος Έλληνας; Με καινούργιο δελτίο ταυτότητας; Με πειθανότητα μεγάλη να σούχει φάκελλο κάποια Υπηρεσία νάχωμε από τότενες που ενωθήκαμε, κάμει ΤΡΕΙΣ ενδοβαλκανικούς και ΔΥΟ παγκόσμιους πολέμους για νάχουμε τη χάρη να φτιάσουμε και μεις το Ηρώο για να λένε μερικοί – μερικοί τση δεκάρικους λόγους τους σε κάθε εθνική γιορτή και νάμαστε πάντα σε δουλειά, χωρίς απόφαση τελική που να το κατασταλάξουμε αυτό το δόλιο Ηρώο μας, σε μια μόνιμη θέση ενώ έπρεπε οι «τα κοινά διευθύνοντες» να το βάζανε στο Αποκόματο που ξέμεινε από το οικόπεδο του σπιτιού του Κατούδου που τ’ άφηκε στο Δήμο μας για Μουσείο για να δένανε και κανένα ζωντανό στα κάγκελα του και να γλέπανε οι επιβάτες του φέρυ – μποτ, πως είχαμε και μεις οι Θιακοί τση σκοτωμένους μας σ’ αυτούς τους πολέμους.
-Εμένα μου λες. Εγώ καμαρώνω που είμαι Έλληνας και ψηφίζω τον αγροφύλακα μου, τους Δημοτικούς μου Άρχοντας και Βουλευτάς Κεφαλωνίτες για να δείχνουμε τση Κεφαλωνίτες την ανωτερότητά μας.
Μόλις ενωθήκαμε με την Μεγάλη μας Μητέρα η πρώτη της δουλειά ήτανε να μας φάει το Δεσπότη και πότα μας κολάνε στον Κεφαλωνίτη πότα στον Λευκαδίτη, ενώ μπορούσαμε οι αδικημένοι Θιακοί, Παξινοί, Καλαμησάνοι, Καστιώτες και Τσιριγώτες νάχουμε δικό μας επίσκοπο.
-Πω – πω! Τα παραλές. Πως στ’ αγύργο θα συνενογιόντανε με τση παπάδες τση Παξινούς και τση Τσιριγώτες που θάτανε στη άλλη άκρη του κόσμου.
-Με ραδιόφωνο βωρέ. Εκεί που τραβάει ο κάθε Δεσπότης τόσα από κάθε δίσκο εκκλησίας, νάπερνε δυο φορές τόσα για ραδιοφωνικό σταθμό.
-Ναι αλλά δεν θα σ’ άφηνε η Σύνοδος να κάμεις δική σου Επισκοπή.
-Σα δε μ’ άφηνε; Έχουμε ένα σωρό εκκλησίες κλεισμένες. Θα διαλέαμε τση πιο του γούστου μας θα δηλώναμε πως είμαστε παλαιοημερολογίτες ή δεν ξέρω τι άλλο, και θα φκιάναμε δικό μας επίσκοπο. Ήμαστε βωρέ κουγιούμπαλα. Πάμε και ψηφάμε σα τση κατσίκες του Χριστέλια ενώ μπορούσαμε να ρίχναμε ούλοι οι Θιακοί ένα ψηφοδέλτιο ομοιόμορφο, μονολεκτικό, με καλλιγραφικά τη λέξη «όρσε» που αν μας κατηγορούσε ούλους τση Θιακούς, η «προϊσταμένη αρχή» οτι τση ρίξαμε Κεφαλωνίτικο φάσκελο, μεις θα λέμε: «Αφέντη προϊστάμενε δεν εφασκελώσαμε, Κεφαλωνίτες δεν είμαστε». Εμείς οι Θιακοί φασκελώνοντας λέμε «να» ή «πάρτο». Το «όρσε» το γράψαμε αντί του «ορίστε», που σημαίνει ορίστε δηλαδή διατάξτε. Και εξάλλου το Κράτος μας τιμωράει λες και κληρονόμισε από το Σολέρη το εκτελεστικό ένταλμα τση Κατάρας του. Όπως ξέρεις οι Ιγγλέζοι για να δείχνουμε στον αιώνα τον άπαντα οτι μας είχανε υπό την προστασία τους εκτός από τον τίτλο αυτό μας υποχρεώσανε να βάλουμε μια κολώνα κι’ απάνου σ’ αυτή τη προτομή του Μαίτελα και επειδή εμείς οι Θιακοί για λόγους δικούς μας δεν τον εχονεύαμε το Μαίτελα γιατί δεν δέχτηκε κανενός ούτε την αναφορά του ούτε τα παράπονά του τόνε προωθήσαμε σε αναφτάωμα σιγά – σιγά. Από το πελαγάκι που ήτανε και κύταε το Λαζαρέτο τόνε στείλαμε στα Καραβάτα, να κυτάει πόσες γυναίκες κάνανε μπάνιο με τση νυκτικιές τους στο Λαζαρέτο και πιο τσίτσιδο Καραβόπουλο έδινε τη καλύτερη βουτιά από τη «Πέμπτη». Τότενες γλέπεις το Ολυμπιακό πνεύμα ζούσε ακόμη και μια και το κολύμπι λογίζεται αθλητισμός, γινόντανε αρχαιοπρεπώς και ύστερα ήρθε κατοχή και ο Κουτσοντίνος έκαμε στραβά μάτια κι’ άφηκε τση Ιταλούς να απαγάγουν το Μαίτελα και τότε βρήκανε οι Ιγγλέζοι σε μια στίβα κάλυκες, που μεταξύ αυτών ήτανε και μερικοί πούχε ο Μαίτελας δώσει σ’ αυτούς το μπακίρι του. Τάμαθε που λες το καλό μας κράτος που προσβάλαμε τους πολυαγαπημένους μας Συμμάχους και μας λέει: «Έτσι είστενε βωρές; Θα σας δείξω γω».
-Και μας έδειξε;
-Άφηκε τση δρόμους του νησιού μας όπως τσ’ αφήκανε οι Ιγγλέζοι.
Δε σου λέω, προπολεμικά, κάμανε οι βουλευτάδες μας δρόμους, γιατί είχαμε το Μαίτελα και φοβόντανε μήπως πηγαίναμε οι Θιακοί και κάναμε την «αναφορά μας στο Μαίτελα». Ενώ τώρα μεταπολεμικά, κάποιο δρόμο φκάσανε και περάσανε μέσα από τση λαχίδες των ξενητεμένων Θιακών τση πετσοκόψανε τα χωράφια μαζύ με τση εληές και γράψανε τση ιδιοκτήτες στα παληά τους παπούτσια. Είναι σαν να μας λέει το Κράτος βωρές αχάριστοι Θιακοί, αναφταώσατε το προστάτη σας το Μαίτελα και πικράνατε τα «Μέγιστα» τη Μεγάλη μας Σύμμαχο (είναι σύμμαχός μας γιατί όταν μπλέκεται σε εμπορικούς πολέμους μόλις τα βρει σκούρα μας βάζει απάνου, και τήνε παρακαλάμε και μεις να πολεμήσουμε τους εχθρούς της) και για εκδίκηση αφ’ ότου πέθανε ο Τζουγγάνος άφηκε και ριμάξανε το Ιγγλέζικο νεκροταφείο τση πέρα Παναγιάς και του Γαρδελακιού, και οι Κυβερνήτες μας λες και είναι κι’ αυτοί Ιγγλέζοι, αφήκανε τση δρόμους ασυντήρητους από το οχτακόσα εξήντα τέσσερα και για τσ’ αμαρτίες μας κάποιοι στο Τέξας σκοτώσανε τον Κένεντυ που είχαμε τη κρυφή ελπίδα πως η κυρά – Κενεντύνενα με τη κρεβατομουρμούρα της θα τόνε κατάφερνε νάλεε στη Κυβέρνησή μας: «Τι μου τσαμπουνάτε βωρές Ρωμιοί για τουριστικά έργα; Εδώ πήε η κυρά μου με τον τρισένδοξο Τσώρτσιλ στο Θιάκι και βρήκανε τση δρόμους χειρότερους από κειούς τση εποχής του Οδυσσέα. Σα σας ματαστείλω δολάριο να μη με λένε Κένεντυ».
-Ναι βωρέ, αλλά τι να σου κάμει η δόλια Κυβέρνηση. Στέρνει λεφτά στη Νομαρχία για τους δρόμους του Νομού και κείνα που προορίζονται για το Θιάκι δεν προλαβαίνουνε τα φέρυ – μποτ και ξεμένουνε στη Κεφαλωνιά, ή αναφταώνουνται όπως αναφταωθήκανε στα μέσα του περασμένου αιώνα ένας λοχίας με δυο πολιτισιμά Ιγγλέζους που ξεκινήσανε από το Αργοστόλι για το Θιάκι κι’ ακόμα δεν εδώκανε το παρών και αν σας αρέσει, και αν δεν σας αρέσει να κάμετε την αναφορά σας στο Μαίτελα.
-Μα αφού δεν έχουμε Μαίτελα;
-Τσίτου βωρέ μπαίγνιο. Έχουμε ένα σωρό προτομές που δεν ξέρουνε οι δήμαρχοί μας τι να τση κάνουνε και που να τση ποστιάσουνε.
Ας αδράξουνε ένανε από δαύτους να τον στήσουνε ψηλά στη κολώνα του Μαίτελα και να γράψουνε από κάτουθε: ο Μαίτελας έργο του μεγάλου φουτουριστού γλύπτου κο … Αναφορές δέχεται από Ανατολής μέχρι Δύσεως ηλίου και να τον βάλουνε στη θέση που τήνε λέμε «του Τούρκου το μνήμα» μια και οι δικοί του μας κάνουν τον φιλότουρκο.
-Τι ανακατεύεις τα πολιτικά βωρέ. Μια φορά ένας … ανάπηρος (έτσι γράφουν τα χαρτιά του ή τραυματίας) πολέμου έκανε απάνου σε κάτι λιθιές, πίσω απ’ τη Φαλαντρόμαντρα προπόνηση για λόγο που θάλεε μπρος το Ηρώο τση μέρες του Ευαγγελισμού. Στη ρήμη του λόγου του σήκωσε το ποδάρι του και το κτύπησε με δύναμη όπως το κτυπάνε οι στρατιώτες στο προσοχή στο τέλος της φράσεως «το αίμα σας δεν πήγε χαμένο» και με τη κτυπιά σωριάστηκε κάτου από τα ποδάρια του η γρομπάδα λιθιά και βάρεσε ο κακομοίρης σε διάφορα μέρη του σώματός του. Γυρίζοντας κούτσα – κούτσα στο σπίτι του απάντησε μπροστά στο ληοστάσι του Λάλα ένανε γνωστό του. «Βωρέ, του λέει ο γνωστός του πως σου καπιτάρισε και ξαναθυμήθηκες την αναπηρία σου και κουτσαίνεις;» Βωρέ δεν κουτσαίνω για αισθηματικούς λόγους, άκουσε να δεις τι έπαθα. Έπαθα το … και του εξιστόρισε με το νι και με το σίγμα. Ο «γνωστός» άκουσε σα ψευτοσυμπέθερος δαγκώνοντας τα χείλη για να μην γελάσει και σα τελείωσε να λέει σοβαρά τραβώντας τον κοντά στο μουράγιο που δεν υπήρχαν πέτρες χύμα. -Βωρέ εποχή που διάλεξες να γκρεμοτσακιστείς που δεν έχουμε ούτε Μαίτελα για να κάμεις τα παράπονά σου».
Εδώ που τα λέμε, και μένανε μου λείπει ο Μαίτελας και περιμένω πως και τι να στήσουνε κανενός τη προτομή στη θέση που είχε εκείνη του Μαίτελα και θα πάω να κάμω την αναφορά μου και τα παράπονά μου για μια εληά που μου έκοψε ο τουριστικός δρόμος τση Μαρμαροσπηλιάς, που κοντέψανε οι αρχές να με βγάλουνε παλαβό ο ένας λέγοντας πως ξεράθηκε η εληά λες και ήτανε η συκή που καταράστηκε ο Χριστός και ο άλλος γράφοντάς του ιστορικό κείμενο, χωρίς να σκεφθεί να ρωτήσει τον διανοίξαντα το δρόμο.»Κύριε … καλά μπορεί αυτουνού του παλαβού του ξενητεμένου Θιακού που δεν βρισκόντανε στα «δέντρα» να φυλάει τη εληά του όταν διάνοιξες τον τουριστικό σου, να μην του σακάτεψες την εληά αλλά πως καταπάτησες το χωράφι του χωρίς να τον αποζημιώσεις ή τουλάχιστον να τόνε ρωτήσεις; Τον Ιγγλέζο μας παρισταίνεις; Τι να σου κάμω; Αναφταώσατε το Μαίτελα, που θύμιζε οτι πέρασε η Ινγκλέζικη απολυταρχία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Λίγες σημειώσεις για τον Μαίτελα και το άγαλμά του βλέπε στο αρθρ. 29 (Μια δίκη στο Θιάκι). Όπως θα ήξερε καλύτερα ο Γιόπης, η κολώνα με την προτομή του Μαίτελα αρχικά ήταν στημένη εκεί που ήτανε (ας πούμε πως είναι ακόμη) το «πελαγάκι», η μικρή τεχνιτή λημνοθάλασσα μπροστά στο Δρακουλέικο σπίτι που κάποτε στη θέση αυτή ήταν το Κυβερνείο, δηλ. εκεί που έμενε και διηύθηνε το Θιάκι ο Άγγλος Έπαρχος.
Τώχε μεγάλο παράπονο ο Γιώπης για την εληά που του έφαγε ο Δήμος με την μπουλντόζα του κοντά στη Μαρμαροσπηλιά μετά τους σεισμούς. Δυστυχώς δεν είναι μόνο ο Γιόπης που παραπονέθηκε για τα παρατράγουδα που συνέβηκαν τότε. Με τη βιασύνη που έγιναν τα πάντα, πάρα πολλά οικόπεδα και κτήματα καταπατήθηκαν τελείως επειδή οι ιδοκτήτες λείπαν από το Θιάκι για δεκαετηρίδες κι’ άλλοι πάλι δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν κανένα χαρτή ιδιοκτησίας. Όταν μέσα στα χαλάσματα του εγκέλαδου ο καθένας πρόσεχε να ωρίσει το οικόπεδο του για να το καταγράψει το Πολεοδομικό συνεργείο ήταν επόμενο να νομίσει οτι το δικό του κομμάτι ήταν λίγο πιο μεγάλο απ’ οτι λέγανε οι άλλοι, όταν μάλιστα οι άλλοι βρισκότανε για χρόνια στην Αυστραλία ή στη Νότιο Αφρική, αναγκαστικά τα οικόπεδα αυτών που βρίσκονταν επί τόπου συνέβει να είναι μεγαλύτερα απ’ οτι αρχικά ήταν.
Όπως και αλλού αναφέραμε, το μπρούτζινο άγαλμα του Μαίτελα το πήραν οι Ιταλοί, τον καιρό της κατοχής κι’ αφήσανε πίσω την ψηλή κολώνα που μετά οι Θιακοί θεωρήσανε καλό να την βγάλουν κι αυτή από τη μέση και να την πετάξουν πέρα στα βράχια στο δρόμο προς τη Λούτσα. Πολλά ιστορικά κειμήλια ή στολίδια δεν είναι φρόνιμο να διακοσμούν το Θιάκι. Κοντεύουν σχεδόν πενήντα χρόνια από τον καιρό με τους σεισμούς και κανένας με λίγη φαντασία δεν βρέθηκε να μεταχειριστεί την κολώνα για να στολίσει μια μικρή γωνιά του Θιακιού. Πεταγμένη έτσι μεσ’ τα βράχια της εξασφαλίζεται η αιωνιότητα. Ίσως αρχαιολόγοι στο απώτερο μέλλον να την βρουν σκάβοντας και τότε θα τρήβουν το κεφάλι τους για να μάθουν πως βρέθηκε εκεί πέρα.

ΣΠΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΑΤΣΟΣ
«ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΙΟΠΗ», Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ, Αύγουστος 1964

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.