ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΑΤΣΗ ΓΑΛΑΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΘΙΑΚΙ

Πρώτη του Μάη του 1941. Μετά την κατάρρευση του αλβανικού μετώπου, γύρισα στην Ιθάκη. Ήμουν φαντάρος και υπηρετούσα στο στρατιωτικό νοσοκομείο Πατρών. Από τον Οκτώβρη του 1941 αρχίσαμε να μαζεύουμε όπλα, μαζί με τον ξάδελφό μου, Μασογιάννη Γαλάτη. Πήραμε από τον Πλατρειθιά δύο γκράδες. Τον ένα μας τον έδωσαν χωρίς πληρωμή, τον άλλον τον αγοράσαμε με 8 οκάδες στάρι, μαζί με 15 σφαίρες. Ένα βράδυ κινήσαμε από τον Πλατρειθιά, από το βουνό και περάσαμε από το σπίτι του Γιώργου του Παξινού (ή Πάρου) για να μας δείξει το μονοπάτι που πάει από το βουνό για το Κιόνι, για ν’ αποφύγουμε τους Ιταλούς που ήταν στις Φρίκες.

Στο Κιόνι είχαμε το συνεργείο μας και τα επισκευάσαμε.

Το Φλεβάρη του 1942, αρχίσαμε να οργανωνόμαστε. Την αρχή την έκαναν ο Στάθης Παΐζης, ο Γεράσιμος ο Μηλιαρέσης, Αναστάσιος Γαλάτης, Στράτος Μωραΐτης, Σπύρος Καλλίνικος, Κώστας Κομνηνός, Μασογιάννης Γαλάτης, Κώστας Μωραΐτης.

Εγώ από τότε άρχισα να μεταφέρω από Κιόνι – Ξηρόμερο συνδέσμους, αργότερα και αντάρτες, με το Άγιος Σπυρίδων (ή Τσαρούχι) που ήταν το πρώτο σκάφος που βγήκε στο ΕΛΑΝ. Με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, βγήκαν και άλλα δύο σκάφη: το Νήριτος, ιδιοκτησία του Πάνου Ραυτόπουλου και το Άγιος Ιωάννης του Ανδρέα Καραντζή.

Με αυτά τα τρία σκάφη μεταφέραμε όλο το πολεμικό υλικό που μάζεψαν οι οργανώσεις της Κεφαλλονιάς, από Κεφαλλονιά στο Ξηρόμερο, από πιστόλι μέχρι και βαρύ πυροβολικό. Αυτά τα φορτώναμε κοντά στα Κομιτάτα, στη θέση Κακόκειλο και από καταμεσίς Σάμης και Πόρου στη θέση Κουτσουπιά. Όλα τα βουνά της Κεφαλλονιάς ήταν γεμάτα όπλα, γιατί υπήρχαν πολλές χιλιάδες ιταλικού στρατού σ’ αυτή.

Η μεγάλη δράση έγινε το 144. Βγαίναμε για περιπολίες, κάναμε έλεγχο στα διάφορα σκάφη. Δεν είχαμε πετρέλαιο και καίγαμε αντί αυτού ελαιόλαδο.

Τότε έβγαλαν τον Άγιο Δημήτρη, της εταιρίας του Λεσηνιού, οι συναγωνιστές Σήμος Λουκέρης και Θανάσης Μπλούμης. Τότε ήταν το Άγιος Δημήτρης ένα από τα γρηγορότερα καΐκια, είχε καινούργια μηχανή και μεγάλη. Έκαναν μερικά ταξίδια ως το Κιόνι. Μετά μας το παράδοσαν εμάς, στον Αναστάσιο Γαλάτη, από το Κιόνι Ιθάκης μηχανικό και στο Σπύρο Φατούρο από την Εύγηρο της Λευκάδας, Καπετάνιο. Προσθέσαμε μεγαλύτερο οπλισμό και είχαμε 1 βαρύ πολυβόλο – ιταλικό μπερέτα – και δύο οπλοπολυβόλα, τον ατομικό οπλισμό και χειροβομβίδες.

Εκείνο που αλλάζαμε τακτικά ήταν το πλήρωμα. Μόνο εγώ και ο Σπύρος είμαστε ως το τέλος.

Αρχίσαμε την καταδίωξη, μέρα και νύχτα, είχαμε γίνει ο φόβος και ο τρόμος στα επίταχτα των Γερμανών. Έλεγαν Άγιος Δημήτριος φάντασμα. Του αλλάζαμε χρώμα, του βάζαμε πανιά, του αφαιρούσαμε πανιά.

Μια μέρα δεν θυμάμαι καλά την ημερομηνία, είμαστε στο στόμιο του Αχελώου ποταμού, καμουφλαρισμένοι. Έρχεται ένας σύνδεσμος με άλογο και μας φέρνει ένα σημείωμα από το Μεσολόγγι, οτι μόλις καθίσει ο ήλιος θα φύγουν από το Μεσολόγγγι τρία καΐκια. Το ένα αρκετά μεγάλο, γύρω στους 200 τόνους, εξοπλισμένο, είχε στην πρύμνη του ένα αντιαεροπορικό ταχυβόλο και 17 Γερμανούς με πλήρη οπλισμό, αυτόματα, χειροβομβίδες κ.λπ. Τα άλλα δύο έχουν από δύο Γερμανούς και το πλήρωμα. Είχαν φορτίο πολεμικό υλικό και τρόφιμα. Έπρεπε πάση θυσία να μην φτάσουν στον προορισμό τους, να τα καθυστερήσουμε, να τα πάρει η ημέρα. Την ημέρα είχαν το φόβο και σε μας, αλλά και στα αεροπλάνα. Είμαστε καθ’ όλα έτοιμοι και περιμέναμε. Κατά τις 1 1/2 ώρα τα μεσάνυχτα, ακούσαμε τις μηχανές από τη νηοπομπή. Τους αφήσαμε να πλησιάσουν και τους κάναμε την επίθεση. Χτυπήσαμε το μεγάλο από την πλώρη, για να μην μπορεί να μας χτυπήσει, γιατί ήταν στην πρύμνη του το ταχυβόλο. Χτυπιόμαστε πολλή ώρα, είχε δε μαΐστρο φρέσκο που δυσκόλευε, λίγο τη σκόπευση. Το πήγαμε κυνηγώντας ως κοντά στην Κεφαλλονιά.

Γυρίζοντας πίσω το ένα από τα δύο καΐκια πήγε προς το Μεσολόγγι και το άλλο πήγε προς τον Αστακό. Το καταδιώξαμε, τους χτυπήσαμε και τραυματίστηκε ένας του πληρώματος που καθόταν στο τιμόνι. Τότε παραδόθηκαν. Πήγε ένας από το πλήρωμα το δικό μας επάνω και αφόπλισε τους Γερμανούς. Τότε ζυγώσαμε και πήραμε τους Γερμανούς ατο δικό μας καράβι, μην μας το ανατινάξουν που είχε πολεμικό υλικό. Είχε 5.500 νάρκες ξηράς, πολλά κιβώτια δυναμίτες, καψούλια, παγίδες ξύλινες. Το ρυμουλκήσαμε και το πήγαμε μέσα από το νησί Πεταλά, στον ορμίσκο Οβριά. Σε διάστημα 20 ώρες δεν είχε μείνει στο σκάφος τίποτα, μαζί με το υλικό στείλαμε και τους αιχμαλώτους και φύγαμε συνεχίζοντας την καταδίωξη.

Στο πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου, κάναμε την πρώτη αποβίβαση στη Νηρά της Λευκάδας, με δύο σκάφη, το Άγιος Δημήτριος και το Άγιος Σπυρίδων (ή Τσαρούχι). Βγάλαμε (60) εξήντα αντάρτες με επικεφαλή τον καπετάν Φουρτούνα (ή Στάθη Λιάκα).

Από κει το «Τσαρούχι» γύρισε στο Κιόνι. Εμείς με το Άγιος Δημήτριος πήγαμε στο Μύτικα, στη θέση Αγριλιάς, πήραμε άλλους 45 αντάρτες και τους μεταφέραμε στη Νικιάνα της Λευκάδας. Σ’ αυτή την επιχείρηση, ο ΕΛΑΣ είχε μεγάλες απώλειες. Από τους 29 που οπισθοχώρησαν στη Νηρά οι 27 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και τους εκτέλεσαν επιτόπου. Οι άλλοι δύο γλίτωσαν με μια σχεδία και πέρασαν στην Ιθάκη. Ήταν ο Γιώργος ο Κουτσουβέλης και ο Πάνος ο Καλλίνικος από το Κιόνι της Ιθάκης.

ΙΘΑΚΗ, 19 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944

Αναχωρήσαμε από τις Φρίκες 3 η ώρα το απόγευμα για Λεσήνι Ξηρομέρου, μεταφέροντας το Αρχηγείο της Κεφαλλονιάς, που αποτελείτο από τον ταγματάρχη Γεώργιο Κατσίμπα, το Γέρο – Δία και το Βάκχο.

Το σύνολο μέσα στο σκάφος πλήρωμα και ΕΛΑΣίτες είμαστε, δεν θυμάμαι ακρίβεια, αλλά ίσως είμαστε 47. Πέσαμε σε ενέδρα, από προδοσά και μας περίμεναν 100 Γερμανοί και άλλοι τόσοι ταγματασφαλίτες. Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟ ΠΟΥ;;;

Μας άφησαν και αγκυροβολήσαμε και κατόπιν μας χτύπησαν με πολυβόλα, όλμους, αυτόματα. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν στα 60 μέτρα μακριά από μας. Από το πλήρωμα του σκάφους είμαστε 10 άτομα. Γλίτωσαν οι εξής: Καπετάνιος Σπύρος Φατούρος – Εύγηρο Λευκάδας, Αναστάσιος Γαλάτης – Κιόνι Ιθάκης – Μηχανικός – Φώτης Γιαννούτσος – Καστός Ιθάκης – Χρήστος Ταρκαζίκης (Λιάτσος) – Αστακός Αιτωλοακαρνανίας.

Αυτοί οι 4 είναι στη ζωή. Από το αρχηγείο γλίτωσαν και είναι στη ζωή ο ταγματάρχης Κατσίμπας Γεώργιος και Σπύρος Λουκάτος, ίσως και 3 ακόμη μαζί με το Δία και το Βάκχο.

Έπιασαν και άλλους (15) αιχμαλώτους που τους κρέμασαν λίγο αργότερα, στα καλύβια Αγρινίου. Τους υπόλοιπους τους έχουμε θαμμένους στη Μπούκα του Λεσηνιού.

Προσπαθήσαμε να φύγουμε, απολύσαμε τους κάβους και κάναμε ανάποδα. Μια όμως ριπή χτύπησε στο Ρεγουλατόρο της μηχανής και έμεινε η μηχανή στο πολύ αργά και λίγο αργότερα άλλη ριπή τρύπησε το δεπόζιτο του πετρελαίου και χύθηκε όλο το πετρέλαιο. Τότε φώναξα «παιδιά στη θάλασσα να μην πιαστούμε ζωντανοί». Βγαίνοντας από τη θάλασσα πηγαίναμε από θάμνο σε θάμνο μπρος πήγαινε ο Χρήστος ο Λιάτσος. Σε απόσταση δέκα μέτρων ακούμε κάποιον να λέει: «ε, ωρέ Λιάτσο ζήσε» ήτο ένας ταγματασφαλίτης από τον Αστακό. Γνώριζε το Χρήστο και δεν το χτύπησε. Εμάς δεν μας είδε. Με το αυτόματο στο χέρι αλλάξαμε πορεία και εντωμεταξύ, νύχτωσε. Εμείς πιάσαμε το βουνό.

Την άλλη μέρα το πρωί κατεβήκαμε πιο κάτω και μάθαμε πως οι Γερμανοί έφυγαν. Κατέβηκε ο Γέρο – Δήμος που ήταν γιατρός με 15 αντάρτες μήπως είναι κανένας τραυματίας. Το απόγευμα ο γέρο Δήμος με τους ΕΛΑΣίτες έφυγε και μείναμε οι (4) του ΕΛΑΝ στο Λεσίνι. Το βράδυ πέσαμε να κοιμηθούμε τσακισμένοι από την ταλαιπωρία. Το χάραμα μας ξύπνησε ο σκοπός και βρεθήκαμε πάλι κυκλωμένοι. Είχαν κάνει πάλι επίθεση. Είμαστε μόνο οι (4) από το πλήρωμα του ΕΛΑΝ. Δεν είχαμε άλλη διέξοδο παρά μόνο από το βάλτο. Για καλή μας τύχη βρέθηκε το παιδί ενός ψαρά που ήξερε το βάλτο και τα καταφέραμε να βγούμε. Από το χάραμα το βράδυ μας είχαν δει οι Γερμανοί και μας βάλανε με πολυβόλο. Αλλά είμαστε μακριά. Την άλλη μέρα συναντηθήκαμε με τον ταγματάρχη Γεώργιο Κατσίμπα που είχε γλιτώσει τραυματισμένος στο χέρι. Σ’ ένα ξωκλήσι του Σωτήρα καθίσαμε όλη τη μέρα και την επόμενη φύγαμε. Εγώ και ο Γιάννης Γιαννούτσος πήγαμε στου παπα Σωτήρη το ποτάμι. Μας είχαν πει οτι είναι ένα σκάφος γρήγορο από τη Ζάκυνθο να το επιτάξουμε για καταδίωξη αλλά δεν το προλάβαμε, είχε φύγει. Τότε πήραμε ένα πολύ μικρό 5 1/2 μέτρα και βγήκαμε περιπολία. Είμαστε οι (4) του ΕΛΑΝ και ήρθε και ένας Ελασίτης. Ήρθε με το ζόρι, εμείς δεν τον θέλαμε γιατί και το σκάφος ήταν μικρό και δεν ήταν και άνθρωπος της θάλασσας. Στήσαμε ενέδρα στη νήσο Οξιά σ’ ένα σκάφος που περνούσε, γρήγορα το αιχμαλωτίσαμε. Στο πίσω μέρος της Οξιάς ήταν κρυμμένες (2) πετρελάκατες γερμανικές. Μας επιτέθηκαν. Εγκαταλείψαμε το καΐκι και προλάβαμε και πέσαμε στα ρηχά νερά που δεν μπορούσαν να’ ρθουν οι Γερμανοί. Εδώ χάσαμε τον Ελασίτη. Ασφαλώς δεν θα ήξερε μπάνιο.

Τελευταίο 10ήμερο του Ιουλίου 1944 μας έστειλαν ενισχύσεις. Από το 2/79 ήρθε ο Καπετάν Φρίξος, ο Αντώνης ο Τσιντήλας , ο Χρήστος ο Βρεττός. Πλην του Φρίξου οι άλλοι δύο ζουν στην Ιθάκη. Ανάλαβε τη διοίκηση του ΕΛΑΝ ο Φρίξος. Πήραμε διαταγή παν σκάφος που εξυπηρετείται ο Γερμανός έστω και ενός τόνου να κρύβεται ή να βυθίζεται. Αυτές τις μέρες ήρθαν και από την Ιθάκη πολλοί συναγωνιστές για ενίσχυση του ΕΛΑΝ.

13 Σεπτέμβρη 1944. Ένα οπλιταγωγό με στρατό από 1500 Γερμανούς ταξίδευε από Πάτρα για άγνωστο κατεύθυνση! Έξω από το Μάρμακα της Ιθάκης τους επιτέθηκαν δύο (2) αεροπλάνα Εγγλέζικα και το ανάγκασαν να προσαράξει στην αμμουδιά. Το ένα αεροπλάνο κτυπήθηκε από το οπλιταγωγό και έπεσε στη θάλασσα. Καταμεσίς Φρίκες – Κιόνι. Πήγαν δύο συναγωνιστές με μια βάρκα και τους γλίτωσαν. Το απόγευμα ένα ρυμουλκό ανοικτής θαλάσσης το «Μαρία Αντουανέτα» πήγε και απεκόλλησε το οπλιταγωγό, μετά πήγε στις Φρίκες, να πάρει αρκετούς Γερμανούς που είχαν πάει από το Μάρμακα στον Πλατρειθιά. Όλες αυτές τις κινήσεις τις παρακολουθούσαν απότο πρωί. Φεύγουν από το Κιόνι άντρες του ΕΛΑΝ και έφεδροι του ΕΛΑΣ Κιονίου με επικεφαλής τον καπετάν Φρίξο. Άνοιξαν μάχη και αιχμαλώτισαν το βαπόρι. Έπιασαν (2) Γερμανούς (ο ένας βαριά τραυματισμένος) αιχμαλώτους και καμιά δεκαριά Ιταλούς. Το πλήρωμα του σκάφους πήρε το βαπόρι και ήρθαν στο Κιόνι και από το Κιόνι φύγαμε για το Βαθύ της Ιθάκης. Κατά πάσα  πιθανότητα οι Γερμανοί από το οπλιταγωγό ειδοποίησαν οτι πήραμε το βαπόρι. Μόλις νύχτωσε που φύγαμε από το Κιόνι, στο ενδιάμεσο Κιόνι – Βαθύ μας επετέθησαν δύο κανονιοφόροι. Άναψαν τους προβολείς και μας έβαλαν με πολυβόλα και με κανονάκι των 6,5. Εμείς εγκαταλείψαμε το βαπόρι πέφτοντας στη θάλασσα. Αυτοί χτυπούσαν με τους προβολείς. Στη θάλασσα γινόταν μια κόλαση πυρός. Χάθηκαν οι συναγωνιστές Γεώργιος Τριλίβας και ο παπαφώτης Ιωάννης. Επίσης ένας αεροπόρος και όλο το πλήρωμα του βαποριού. Το ίδιο βράδυ μαζί με το βαπόρι μας βούλιαξαν κι ένα καΐκι τη «Δημοκρατία». Με πολύ ταλαιπωρία και κόπο φτάσαμε στη στεριά. Μετά από λίγες μέρες αποχτίσαμε νέα σκάφη για καταδίωξη.

Το ένα σκάφος ονομάζετο «Δύο φίλοι». Οι δύο φίλοι ήταν ένας Έλληνας από την Πάτρα κι ένας Γερμανός που έκαναν μαύρη αγορά. Σ’ αυτό το σκάφος πήγα εγώ μηχανικός και ο Χρήστος ο Κοτσόργιος καπετάνιος. Μια ιταλική πετρελάκατο την ανέλαβε ο Σπύρος ο Φατούρος καπετάνιος και ο Κώστας ο Κουτσουβέλης από τις Φρίκες μηχανικός. Και άλλα δύο καΐκια τα ονομάσαμε το ένα «Δία» και το άλλο «Βάκχο». Κάναμε περιπολίες και είχαμε όλον τον έλεγχο.

Φεύγοντας οι Γερμανοί μας κυνήγησαν οι Εγγλέζοι. Μια μέρα τρία αντιτορπιλικά εγγλέζικα και ο «Πάνθηρας» το ελληνικό. Είμαστε τα δύο σκάφη του ΕΛΑΝ. «Οι Δύο φίλοι» και το τρεχαντήρι. Ανταλλάξαμε πυρά. Εμείς προλάβαμε χτυπώντας πήγαμε πίσω από την νήσο «Πεταλά». Το άλλο το τρεχαντήρι το πιάσανε και το πήγαν στην Κέρκυρα αιχμάλωτο. Εμείς βγήκαμε στο νησί πήραμε τον οπλισμό και πιάσαμε την κορυφή του νησιού. Το σκάφος του χτυπούσαν με κανόνι έως που πήρε φωτιά και κάηκε όλο.

Ξεκουραστήκαμε λίγο, πήραμε άλλο σκάφος από τον Αστακό ιδιοκτησία Αφών Καλούδη το έλεγαν Τάκη.

Με αυτό και άλλα πολλά καΐκια περάσαμε πολύ στρατό στο Κεραμιδάκι και στη Νικιάνα της Λευκάδας και σε άλλα ακόμη μέρη της Λευκάδας.

Το πρώτο καΐκι που πήγε στην πόλη της Λευκάδας, ήμουν εγώ με τον Τάκη. Πήγα έναν γιατρό και τρεις (3) νοσοκόμες γιατί η πόλη είχε χτυπηθεί με κανόνι από την Περατιά, την χτυπούσε ο ΕΛΑΣ. Από τότε έμεινα στη Λευκάδα στο Λιμεναρχείο έως που παραδώσαμε τα όπλα με τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Πηγή: Εφημερίδα ΙΘΑΚΟΣ, φύλλα 96, 99, Ιούλιος & Οκτώβριος 1988

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.