ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΤΟΣ: ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

«Ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν πως ο τόπος μας αποπνέει μια ιδιότυπη ενέργεια και διαμορφώνει «ιδιαίτερους» ανθρώπους, όποια κι αν είναι η σημασία που προσδίδει  κανείς στο χαρακτηρισμό αυτό. Παράλληλα, θεωρώ ότι είμαστε ένα κοινό δεκτικό, με υψηλό μάλλον αισθητικό κριτήριο, «μεμυημένο», θα έλεγα, ένα κοινό που ασφαλώς αντιλαμβάνεται εις βάθος, αλλά και παράγει. Ξαναγράφοντας λοιπόν για τον Αντρέα Αναγνωστάτο, το δικό μας Αντρέα του Λάμπρου ανασκάπτουμε τις αναμνήσεις μας και επαναφέρουμε στο προσκήνιο της μνήμης μας τον άνθρωπο που εμπνεύστηκε και εισέπραξε από την ιδιαιτερότητά μας, ενώ μας επέστρεψε, παράγοντας γνώση για μας, αρκετή από τη δική του.

Ο Ανδρέας, που πορεύτηκε ως άνθρωπος του μοναχικού πνευματικού μόχθου,  στάθηκε στην πορεία του ολόκληρη μακριά από αυτό που ονομάζουμε χώρο ακαδημαϊκό. Χωρίς περγαμηνές ο ίδιος, συντροφιά και οδηγό στον δρόμο του δεν είχε παρά το χάρισμα της φύσης, την έμπνευση, την οποία αναζήτησε με ευγένεια και ευαισθησία στην ομορφιά και τον πολιτισμό του τόπου του, στους συμπατριώτες του και τις ιστορίες τους, στην εμπειρία και τις αναμνήσεις της ξενιτιάς, που βίωσε, γι’ αυτό και η δουλειά του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει να κάνει με το νησί μας. Ο ίδιος στην ευχαριστήρια ομιλία του, κατά τη διάρκεια τιμητικής βραδιάς που του πρόσφερε ο Σύνδεσμος των Ιθακησίων στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, όπου ξαναβρέθηκε προς το τέλος της ζωής του, λέει χαρακτηριστικά: «Κίνητρό μου ήταν και θα είναι πάντα η αγάπη μου για τη γενέτειρά μου την Ιθάκη, το μικρό αυτό νησί με τη μεγάλη φήμη, όπου πρωτοείδα το φως. Αλλά και όλοι οι Θιακοί της διασποράς, όπου κι αν βρίσκονται. Όταν γράφω, η σκέψη μου τρέχει κοντά τους. Γράφω από μια ψυχική ανάγκη να δώσω νόημα στη ζωή μου […]. Είμαι ικανοποιημένος ότι κι εγώ πρόστεσα ένα λιθαράκι στη θιακιά γραμματολογία».

Τόσο απλά…

Ο καρπός του μόχθου του είναι για το νησί μας ξεχωριστής σημασίας. Ο Α-ντρέας συγκέντρωσε και παρουσίασε το υλικό του στα Λαογραφικά Ανάλεκτα της Ιθάκης, Α΄ τ., Αθήνα 1987 και στα Ιστορικά και Λαογραφικά Ανάλεκτα της Ιθάκης, Αθήνα 1993. Και οι δύο εκδόσεις έχουν εξαντληθεί, ενώ η δεύτερη επανεκδόθηκε το καλοκαίρι του 2004 με τη φροντίδα των εκδόσεων «Θεμέλιο» και την ευγενική χορηγία του ΦΗΜΙΟΥ, μεταφρασμένη και στην Αγγλική γλώσσα, έτσι ώστε οι δεύτερες και τρίτες γενιές των Θιακών της διασποράς να διαβάζουν και να μαθαίνουν. Επίσης το 2004 κυκλοφόρησε η μελέτη του Οι Μήνες και οι Γιορτές στη Λαογραφία, μία μελέτη με λαογραφικό περιεχόμενο, ενώ το 2008 δημοσιεύτηκε μια φροντισμένη δουλειά επίπονη και πολύπλευρη με ξεχωριστές φωτογραφίες Η Εξωγή στο χώρο και στο χρόνο. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει δημοσιευμένη την εργασία του για τις Φρίκες ούτε επίσης και το οδοιπορικό του Περπατώντας στην Ιθάκη, το οποίο, εικάζω, ότι θα αποτελούσε τη μαρτυρία του για το όπου περπάτησε και όσα θαύμασε σ’ αυτές τις διαδρομές του νησιού μας, όντας δεινός περιπατητής ο ίδιος μέχρι τις τελευταίες μέρες του.

Στην πατρίδα μας, ίσως επειδή αυτό που ονομάζουμε «ανάπτυξη» άργησε να μας αγγίξει για ποικίλους λόγους, ίσως επειδή η συγκρότηση του Ευρωπαϊκού μας προσώπου καθυστέρησε σημαντικά, διατηρήθηκε και καλλιεργήθηκε μια ιδιαίτερη πτυχή του πολιτισμού μας, ο λαϊκός μας πολιτισμός, η έκφραση του λαού μας, η βασισμένη στον παραδοσιακό τρόπο ζωής, στα ήθη και τα έθιμά μας, στις δοξασίες και τα παραμύθια μας, στα λαϊκά πανηγύρια μας, στο μονα-δικό δημοτικό μας τραγούδι. Είναι αυτή η πτυχή του πολιτισμού μας που τρο-φοδότησε ό,τι ονομάζεται ηθογραφία στη λογοτεχνία μας και λαογραφία αντί-στοιχα στο πεδίο μελέτης ακριβώς αυτής της πολιτισμικής έκφρασης. Η γνήσια αυτή έκφραση  της λαϊκής ψυχής αποτέλεσε κατά καιρούς πηγή έμπνευσης των τοπολόγων αποκαλουμένων συγγραφέων μας, οι οποίοι αφιέρωσαν το έργο τους στον τόπο τους και μέσα στα κείμενά τους πέρασαν  τον τρόπο ζωής, τα έθιμα και τους καημούς της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Αυτή λοιπόν η διάσταση του πολιτισμού μας εκφράζεται μέσα από ένα θησαυρό γνώσης και εμπειριών, αλλά επίσης και μέσα από έναν απίστευτο γλωσσικό πλούτο. Όλη αυτή η σοφία και η πείρα του λαού μας, ζυμώθηκε με τον λόγο, έγινε τραγούδι, παραμύθι, θρύλος, καημός. Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε πως ο εκσυγχρονισμός και η εξέλιξη διώχνει όλο και μακρύτερα αυτή τη γνώση μαζί με τον λόγο που την υπηρετεί και την στηρίζει. Μαζί με τους παλιότερους που σταδιακά «φεύγουν», χάνεται και ο αντίστοιχος πολιτισμικός χαρακτήρας, το ήθος, το ύφος, οι αξίες και το είδος του λόγου, το οποίο οι παλιότεροι υπηρέτησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Θεωρώ λοιπόν προσφορά πολύ μεγάλης σημασίας σε έναν τόπο τη διάσωση και την καταγραφή θραυσμάτων αυτής της παλιάς ζωής, την κληροδοσιά τους σε νεότερες γενιές, την παροχή έστω μιας μικρής δυνατότητας προσέγγισης και μελέτης τους από νέους επιστήμονες. Διότι αν υπάρχουν έστω και λίγα τέτοια στοιχεία, τα προσεγγίζεις, τα μελετάς, αν δεν υπάρχουν, τα χάνεις για πάντα. Θάβονται στη λήθη την αμετάκλητη που προκαλεί το κύλισμα του χρόνου και οι αλλαγές που αυτονόητα προκύπτουν.

Αυτήν ακριβώς τη σπουδαία δουλειά για την Ιθάκη, έκανε ο Αντρέας. Κατέγραψε –σε πολλές δε περιπτώσεις πρόλαβε και να φωτογραφήσει– αντικείμενα, τελετές, ευχές, κατάρες, τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες, τα οποία κάποτε αποτελούσαν την αυτονόητη καθημερινότητα στο νησί μας. Τότε ήταν ένα κομμάτι της ζωής που κανείς δεν του έδινε ιδιαίτερη σημασία, γιατί απλώς το βίωνε, σήμερα όμως αποτελεί νοσταλγική ανάμνηση για λίγους παλιούς, ενώ για τους νεώτερους είτε είναι άγνωστο, είτε αδιάφορο και ξένο ή, στην καλύτερη περίπτωση, αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο μελέτης και προσεγγίζεται μέσα από εξειδικευμένη βιβλιογραφία. Είναι σπουδαίο όμως για κείνους που το επιθυμούν να βρίσκουν στοιχεία για να το προσεγγίσουν.

Υποθέτω πως χωρίς τη δουλειά του Αντρέα, στο Θιάκι θα χάναμε εντελώς την εικόνα αλλά και το όνομα πολλών αντικειμένων ή εργαλείων δουλειάς, όπως καρτούτσο, λίμπα, βατσέλι, πινακοτή, ξινάρι, πλάστρι, βίδα, τσιπουριά, ρακοκάζανο, πυροστιά, ρομπόλι, μουρτάρι, μεσάλι, ντεμέλα, κατζέλο, κ.λπ. Χάνοντας όμως τη λέξη και την εικόνα, αυτόματα χάνεται κι ένα κομμάτι της ιστορίας και της ύπαρξης.

Χωρίς τον κόπο και τα ξενύχτια του Αντρέα δεν θα είχαμε περιγραφές, αλλά και φωτογραφίες από τους γάμους, τα γλέντια και τα «στρώματα» της προπο-λεμικής περιόδου, δεν θα είχαμε θιακές παροιμίες –κάποιες από αυτές ακατα-νόητες σήμερα– αφού οι λόγοι για τους οποίους ελέγοντο εξέλιπαν και επομέ-νως πέρασαν στην αχρηστία και ξεχάστηκαν, δεν θα είχαμε τις ρίμνες και τα ξόρκια, δεν θα μας παραδίνονταν εικόνες για τον «κούρο» των ζώων στο νησί μας, για τα τυροκομικά, για τ’ αμπέλια, τους τρύγους τα τσίπουρα, για το θερι-σμό και τ’ αλώνισμα, για τον τρόπο παρασκευής του παραδοσιακού σαπουνιού, για τη διαδικασία της ψαρικής, για τις τράτες και τα δολώματα, δεν θα είχαμε περιγραφές τελετών θανάτου, δεν θα γνωρίζαμε για τα θιακά μοιρολόγια και τις μοιρολοΐστρες, ούτε θα είχαμε κάποια τουλάχιστον από κείνα τα μοναδικά, τα πονεμένα τραγούδια της ξενιτιάς.

Η δουλειά του Αντρέα, αθόρυβη και μοναχική, έχει ένα σπουδαίο αποτέλεσμα. Έγινε το νήμα που μέσα από την εικόνα και τον λόγο μάς συνδέει με το παρελθόν του νησιού μας. Έγινε το γιοφύρι απ’ όπου περνάμε για να σκαλίσουμε τις μνήμες μας και να εκπλαγούμε τελικά με τον πλούτο τους, έτσι ακριβώς όπως ψάχνουμε στα φορτσέρια και τα κατζέλα τση νόνας μας για ένα παλιό αντικείμενο που θα μας δώσει κρυφή χαρά. Έγινε ένα μικρό αρχείο αναλλοίωτων πεπραγμένων που βρίσκει τη θέση του κάθε φορά που κάποιος το ξεφυλλίζει.

Επισκέφτηκα τον Αντρέα στο σπίτι του τελευταία φορά, όταν ετοιμάζαμε στον Πλατρειθιά την τιμητική του βραδιά στις Λίμνες, το καλοκαίρι του 2005. Μου έδειξε τότε, ανάμεσα σε άλλα πολλά, μια ποιητική συλλογή που είχε στο συρτάρι του, με τίτλο Της μνήμης και της καρδιάς, από την οποία μου επέτρεψε να αντιγράψω ένα ποίημα, που με είχε πολύ συγκινήσει. Ας είναι λοιπόν το Ρεί-θρον, η εφημερίδα του χωριού μας, το έντυπο από όπου οι στίχοι αυτοί θα ταξιδέψουν για πρώτη φορά, έτσι σαν ένας χαιρετισμός ακόμα στη μνήμη του Αντρέα, ως ενθύμιση και βαθύς σεβασμός για όσα πρόσφερε με γενναιοδωρία στον τόπο του.»

ΠΑΝΤΟΦΙΛΗ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΥ

Ατιτλοφόρητο

Δεν είναι που θα μου λείψεις

Δε σε είχα ποτέ μου

Δεν ήξερες να δίνεις

Δεν είναι που δε θα με περιμένεις

όταν βλεπόμασταν με φοβόσουν

Δεν είναι που θα μείνεις πίσω

αρνήθηκες να μ’ ακολουθήσεις

Θα με φωνάζεις και δε θα σ’ ακούει κανείς

Το πλοίο είχε σαλπάρει αναχώρηση

Ανέβηκες βιαστικά τη γέφυρα

δίχως να κοιτάξεις πίσω σου

κρατώντας δυο δέματα:

ένα μικρό με τις τύψεις σου

κι ένα βαρύ με τη Μοναξιά σου.

Το πλοίο σήκωσε άγκυρα.

Σε είδα να πετάς το μικρό δέμα στη θάλασσα

και να χάνεσαι

Στο σφύριγμα της αναχώρησης

έβγαλα την τελευταία μου κραυγή αποχαιρετισμού.

Τώρα πια δε μπορώ να σε ξαλαφρώσω.

Πλατρειθιάς, Χειμώνας 1997

Απο το τελευταίο φύλλο της τοπικής εφημερίδας «Πλατύ Ρείθρον» ξεχωρίζει το κείμενο της Παντοφίλης Βαρβαρήγου για τον Ανδρέα Αναγνωστάτο το οποίο και αναρτάται ως ένδειξη σεβασμού στην μνήμη του μιας και στις 22 Μαρτίου συμπληρώνονται πέντε χρόνια από τον θάνατό του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.