ΑΠΟ ΤΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΗΠΑ ΣΑΛΒΑΤΩΡ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ (1901-1902)

Σαλβατώρ!! Πρίγκηψ Αυστριακός, γνωστός στους παλιούς και ακουστός στους νεότερους.

Εξόριστος της Αυστριακής αυλής, αγάπησε τα Επτάνησα και προπαντός το Θιάκι. Καθισμένος στην κουβέρτα της θαλαμηγού του «Nixe», αραγμένης στη Παλιοσοφιά και καπνίζοντας την πίπα του, απολάμβανε την πρωινή δροσιά και καπνίζοντας την πίπα του, απολάμβανε την πρωινή δροσιά. Απέναντι του στο δρόμο του Μύλου, οι αγρότες διάβαιναν καβάλα στα ζώα τους και πεζοί. Άλλοι χάνονταν στη χαράδρα της Φαραδομάδρας, άλλοι έπαιρναν την ανηφοριά για τον Σχίνο κι ένας μόνον ξέκοψε για τη Λούτσα. Ήταν ο μπάρμπα Πάνος ο Σταικούλιας, της Κερασιάς, καβάλα στο Γαβρήλο του, πήγαινε για να δουλέψει στον δρόμο του Αγίου Ανδρέα. Τον πλήρωνε ο Σαλβατώρ, για να τον φκιάσει με την ησυχία του και να μην κουράζεται.

Περνώντας από τη Παλιοσοφιά, βγάνει τη τρίτσα του και χαιρετά τον αφέντη, όστις του ανταπέδωσε κουνώντας το χέρι.

«Γεράσιμο», φωνάζει το μούτσο, που καθάριζε την μικρή βάρκα της Θαλαμηγού, ο Σαλβατώρος, «πες στον Σταικούλια να παένει πίσω να φωνάξει μια καλή βάρκα, να με παένει μία γύρα στις Φρίκες».

Ο Γεράσιμος Αδηλίνης (Σκουλούδης), τότε νεαρός  και καλός ναυτόπαις με δύο κουπιές, πλησιάζει την άκρη, σταματά τον Σαικούλια και μεταδίδει την επιθυμία του πρίγκηπος.

–       Πίσω Γαβρήλο στον Μύλο, φώναξε ο μπάρμπα Πάνος.

Εκεί κοντά ήταν ο Μαντζαράκης με τον Ντράβαλο λαι ψάρευαν. Μόλις άκουσαν πως τους θέλει ο Σαλβατώρ, εν ριπή οφθαλμού συγύρισαν τη βάρκα τους την «Καθαριώτισσα» και να σου στην «Nixe».

–       Στις Φρίκες, άκρη – άκρη, τους είπε ο Πρίγκηψ.

Βόγα, βόγα από το Σκαρτσουμπονήσι, άκρη, άκρη προς τον Αετό κάτω απ το βουνό, της Καθαριώτισσας, η βάρκα κυλούσε και προχωρούσε προς τον Αι-Λιά. Όταν έφθασε στα Κοτσύφια, οι βαρκάρηδες έριξαν μια ματιά στην καταπράσινη πλαγιά, με τις ωραίες μαύρες σταφίδες και είδαν το Σέμπρο που κατέβαινε τρέχοντας στην ακροθαλασσιά και βγάζοντας την σκούφια του χαιρέτησε το Πρίγκιπα.

Ο Μαντζαράκης είπε να βγουν να φάνε καμιά σταφίδα, μα ο πρίγκιπας απήντησε:

–       Όχι στις Φρίκες.

Πέρασαν τα ακρωτήρι τον Αη Λιά και στο βάθος του όρμου φάνηκαν τα κάτασπρα σπίτια του Κιονιού με φύλακες τους πελώριους μύλους, με απλωμένα τα πανιά τους.

Σε λίγο έφθασαν στις Φρίκες, πλεύρισε η βάρκα και ο πρίγκιψ βγήκε έξω, περπάτησε λίγο, μα κανείς δεν τους έδωσε σημασία. Ολοι οι Φρικιώτες ήσαν μαζεμένοι στο καφενείο της παραλίας και

Άκουγαν τι τους ένας κύριος καλοντυμένος με καδένα ρολόι και πολλά δακτυλίδια.

Κανείς δεν γύρισε να κυτάξει το πρίγκηπα και τότε εκείνος ρώτησε:

–       Ποιο είναι το κύριο;

Ο Καστραβίνας, του απάντησαν.

–     Και είναι μεγάλο ο Καστραβίνο; Ξαναρώτησε΄.

–    Είναι μεγάλος και πλούσιος, έχει σπίτι, παλάτι, διώροφο, ρολόι, δακτυλίδια και 700 ρίζες ελιές.

–    Ω, πολύ μεγάλο το Καστραβίνο, μονολογούσε, ο Σαλβατώρ, και πολύ πλούσιο! Εγώ φτωχό. Πάμε γρήγορα στο Βαθύ, είπε με πικρό παράπονο και θυμωμένος που κανείς από τους Φρικιώτες δεν του έδωσε σημασία, ενώ όλοι οι άλλοι Θιακοί και οι Επτανήσιοι, τον θαύμαζαν και τον εκτιμούσαν.

Φτάνοντας στο Βαθύ ο Σαλβατώρ, βγάζει απ΄ το γιλέκο του μια λίρα χρυσή, τη δίνει στο Μαζαράκη, τους χαιρετά και ανεβαίνοντας στη θαλαμηγό του μονολογούσε:

Μεγάλο το Καστριβάνο. Έχει ρολόι και 700 ελαιόδεντρα.

Την άλλη μέρα ο Μαντζαράκης κατέβηκε στο Μύλο ν΄ ανταμώσει τον Ντράβαλο. Αποβραδίς, είχε βρει στο σπίτι του σε μια σακούλα που είχε διάφορες αντίκες μια Αργεντίνικη δεκάρα. Τη γυάλισε και την έβαλε πλάι στη χρυσή λίρα που του έδωσε ο Σαλβατώρ.

Έστριψε το μουστάκι του και χαμογέλασε ικανοποιημένος ότι το σχέδιο του θα επετύγχανε. Η λίρα και η Αργεντίνικη δεκάρα. Τη γυάλισε και την έβαλε πλάι στη χρυσή λίρα και την έβαλε πλάι στη χρυσή λίρα που του έδωσε ο Σαλβατώρ.

Έστριψε το μουστάκι του και χαμογέλασε ικανοποιημένος ότι το σχέδιο του θα επετύγχανε. Η λίρα και η Αργεντίνικη δεκάρα ήταν όμοιες. Και τα χαράματα ντυμένος σαν τον Σαλβατώρο και με ένα μεγάλο καλάθι στο χέρι στο χέρι, τράβηξε για το μύλο, όπου ανταμώθηκε με τον Ντράβαλο.

Μόλις αντίκρισε τον ψευτο-Σαλβατώρο ο Ντράβαλος τα έχασε!

– Μωρέ Πάνο μου, πως ντύθηκες έτσι σαν τον Πρίγκιπα, για λέγε μου το σχέδιό σου, τι θα κάμουμε, σταφίδα θα φάμε η ξύλο τρικούβερτο;

–    Τράβα για τα κοτσύφια και στο δρόμο θα σου εξηγήσω.

Μπήκε στη βάρκα, ξεκίνησε και στο δρόμο θα σου εξηγήσω.

Μπήκε στη βάρκα, ξεκινήσανε και στο δρόμο του εξήγησε το σχέδιο του και πλησιάζοντας στα κοτσύφια άρχισε η εφαρμογή του.

Ο ψευτο – Σαλβατώρος κάθισε στην πρύμη, κρατώντας τη γέκια του τιμονιού και ο Ντράβαλος έπιασε τα κουπιά. Πλησίασαν και ο Σέμπρος και ο φύλακας μόλις είδε τη βάρκα με τον πρίγκιπα να πλησιάζει, κατέβηκε τρεχάτος στην αμμουδιά και βγάζοντας τη σκούφια του χαιρέτησε λέγοντας:

–    Καλώς όρισες άρχοντά μου, περάστε να δοκιμάσετε τη σταφίδα μας!

–    Όχι, απάντησε ο ψευτο – πρίγκιψ, δεν θα βγω έξω. Μόνο πάρε το καλάθι από τν Ντράβαλο και γέμισε το σταφίδα.

Πραγματικά πήρε το καλάθι ο Σύμπρος και σε λίγο το επέστρεψε γεμάτο κατάμαυρη σταφίδα διαλεχτή.

–       Ω! ευχαριστώ! Είπε ο ψευτο –Σαλαβατώρος. Ντράβαλο δώσε αυτή τη λίρα στο Πίππο. Μπράβο, μπράβο καλό σταφίδα.

Ο Ντράβαλος γελώντας κάτω από τα μουστάκια του και σκυφτός για να μην καταλάβει ο Πίππος την απάτη, παίρνει το καλάθι και του δίνει τη λίρα, την ψευτοαργεντίνικη.

–   Γειά σου Πίππο, καλό σταφίδα, είπαν και οι δύο! Και πηγαίνοντας στο σπίτι του Ντράβαλου, μοίρασαν τη χρυσή λίρα, μοίρασαν και τη σταφίδα που είχαν πάρει με κατεργαριά και χώρισαν!

–   Γειά σου Ντράβαλε, φώναξε ο Μάντζαρης και καλή αντάμωση στο φρέσκο!

–   Φάε τη γλώσσα σου μωρέ! Ο Θεός βοηθάει τους τολμηρούς.

Ήταν ένα πολύ όμορφο πρωινό, η θάλασσα γαλήνια σαν μικρή λίμνη και στο βάθος, μόλις είχαν φανεί οι τράτες που έφερναν ψάρια λαχταριστά. Ο Σαλβατώρος καθόταν στη κουβέρτα της θαλαμηγού του και ερέμβαζε, ενώ σενέχεια μονολογούσε:

–       Μεγάλο το Καστραβίνο, έχει και ρολόι, φτωχό το Σαλβατώρ!

–       Αφεντικό, φωνάζει από μια ψαρόβαρκα ο Κουλουμπής, έχω ψάρια φρέσκα, και σηκώνοντας ένα μεγάλο μάτσο μπαρμούνια τα πρόσφερε στο πρίγκηπα. Του άρεσαν τα φρέσκα ψάρια και επειδή δεν τα έβρισκε εύκολα στο Θιάκι, τ΄ αγόρασε δίνοντας του ένα Ναπολεόνι, χωρίς να προσέξει, τον Σέμπρο τον Πίππο, που με μια άλλη βαρκούλα, αρμένιζε προς το μαγαζί του μπάρμπα Διονύση του Σφυρή, για να εξαργυρώσει… την κάλπικη λίρα.

–       Καλώς τον, τον υποδέχτηκε ο καταστηματάρχης. Τι θες να ψωνίσεις;

–       Κάτι για το σπίτι, μπάρμπα Διονύση. Ένα βρακί φτηνό τσι δουλειάς έτοιμο η μπρατσαδούρα, τέσσερα μπράτσα ύφασμα καφέ για βελέσι της κυράς, έξι πήχες καλί καμπρί για τορνολέττο, δύο μπράτσα σκούρο ντρίλι και μια τρίτσα της δουλειάς.

–       Έτοιμα μπάρμπα Πάνο, διάλεξε και μια τρίτσα, να αυτή που σου πάει, είναι καλή και φτηνή.

Τα κάνει όλα ένα δέμα, έχει κοτσάρει και την τρίτσα ο Πίππος και ζητάει το λογαριασμό.

–     Όλα κάνουνε είκοσι έξι και τριάντα πέντε για σένανε!

–      Ευχαριστώ αφέντη μου. Να μια λίρα κι ένα δίφραγκο και δώσε μου τα         ρέστα!

– Καλό σεφτέ μου κάνεις, ποια λίρα και ρέστα μου τσαμπουνάς; Αυτή είναι δεκάρα Αργεντίνα, να με γελάσεις γυρεύεις;

Τι λες Διονυσάκη μου, αυτή είναι λίρα και καλολίρα, μου την έδωσε ο Σαλβατώρος στα Κοτσύφια που ήρτε ν΄ αγοράσει σταφίδα διαλεχτή!

–       Δεν ξέρω, τι μου καληναρχάς χριστιανέ μου, δώσε μου είκοσι έξι και τριάντα πέντε να πάρεις τα ψώνια, η δ΄ άλλως άφησε με ήσυχο πρωί, πρωί.

Παρατάει το δέμα ο Πίππος, πετάει και την τρίτσα που είχε φορέσει και μπαίνοντας στη βαρκούλα τραβάει για το πλεούμενπ του Σλβατώρου, ενώ από τα νεύρα που είχε, καωπηλατώντας έτριζαν οι σκαρμοί.

–       Τώρα θα δείς κυρ Διονυσάκη μου, Αργεντίνες δίνει ο Σαλβατώρ η Βικτώριες από Βενέτικο μάλαμα;

Ο Ντράβαλος φοβισμένος από τη γέλασα που έκαμαν με τον Μαντζαράκη, για να φάνε τη σταφίδα δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Και πρωί – πρωί, οι δύο σύντροφοι, βασανισμένοι από τις τύψεις, φθάνουν στην πριγκηπική θαλαμηγό, μετανιωμένοι, έτοιμοι να δώσουν εξηγήσεις. Εκεί όμως τα πράγματα, δεν ήταν τόσο και τόσο ευχάριστα, αφού είχε προηγηθεί ο Πίππος, πάρα πολύ οργισμένος:

–       Σαλβατώρ, Πρίγκιπα κι αφέντη μου, τι μου λέει ο Σιορ Διονυσάκης ο Σφυρής. Είναι ψεύτικη η λίρα που μου έδωσες χθες μπονόρα  στα Κοτσύφια; Έντηνε ολόχρυση και γυαλιστερή, όπως μου την έδωσες!

Έξυπνος άνθρωπος ο Σαλβατώρος, κατάλαβε αμέσως τι είχε γίνει. Άλλωστε γι΄ αυτό και οι δύο «συνεταίροι» είχαν εμφανιστεί στη θαλαμηγό πρωί – πρωί!

Πήρς την ψευτολίρα στα χέρια του, τη στριφογύρισε στα δακτυλά του, την κοίταξε καλά και το βλέμμα του στράφηκε στον Μαντζαράκη και τον Ντράβαλο που είχαν γίνει πιο κίτρινοι από την… Αργεντίνα!

–       Ω! Δίκιο έχει ο σιόρ Σφυρής! Το Σαλβατώρ έκανε λάθος και έβγαλε λεφτά από την πούρσα που έχει τις Αργεντίνες!

Και βάζοντας την στην τσέπη, έβγαλε από το πορτοκάλι του μια ολόχρυση Βικτώρια και δίνοντας την, του είπε:

–       Πήγαινε ν΄ αγοράσεις ότι θέλεις!

–       Βοήθεια, βοήθεια, ακούστηκαν τρομαγμένες φωνές από το Κάβο. Κάτι κακό θα συνέβη και γι΄ αυτό έτρεξαν όλοι να δουν τι τρέχει. Οι φωνές έρχονταν από το Ναυπηγείο του Γόφου κι όταν επλησίασαν, έμαθαν τι συνέβαινε. Ένα πελώριο φίδι, που κοιμόταν στα καπόνια του Ταρσανά, είχε προκαλέσει τον φόβο και τον τρόμο των κατοίκων του Κάβου. Και είχανε όμως δίκιο. Φίδι ήταν αυτό η δράκοντας; Είχε μάκρος περί τα τρία μέτρα, ήτανε κουλουριασμένο ανάμεσα από δύο καπόνια, με το κεφάλι στη μέση και εκοιμάτο μακαρίως.

–       Σταθείτε, βρε παιδιά, φώναξε ο Γόφος. Μην κάνετε τίποτε και καθόλου θόρυβο, μην το ξυπνήσετε και μας φύγει, να σκεφτούμε πρώτα πως θα το σκοτώσουμε.

Την ώρα εκείνη ο Σαλβατώρος, ξεπροβόδιζε τους βαρκαρέους στη σκαλίτσα της θαλαμηγού, όταν άκουσε τις φωνές για το φίδι.

–       Για σταθείτε, τους φώναξε. Θα έλθω και εγώ μαζί σας στο Κάβο.

Άλλο που δεν ήθελαν οι δύο συνέταιροι, μια και έπρεπε να ευχαριστήσουν τον πρίγκιπα για τη μεγαλοψυχία του. Έτσι με δύο κουπιές τον μετέφεραν στο ναυπηγείο, την ώρα που ο Γόφος έδινε οδηγίες στο τσούρμο.

–       Ακούστε όλοι εδώ, μην κάνετε θόρυβο και το ξυπνήσουμε. Πάρετε όλοι από ένα ξύλο, φέρτε μου και το καμάκι το τρίχαλο και ελάτε όλοι μαζί, μα όχι μπουλούκι, να το περιτριγυρίσουμε αραιά. Να το κτυπήσουμε με προσοχή και ψυχραιμία, να το σκοτώσουμε, αλλά μην κάνουμε καμιά κουταμάρα και μας φύγει.

Βλέποντας τον Σαλβατώρο, που μόλις είχε φθάσει, τον καλωσόρισε και του είπε:

–       Ω, καλώς το Πρίγκιπα, καλημέρα σας. Εδώ στα καπόνια κοιμάται ένα πελώριο φίδι, πρωτοφανές για το νησί μας. Μην πας κοντά και σε δαγκώσει, γιατί μπορεί να είναι και φαρμακερό. Κάθισε αφεντικό και περίμενε να δείς, με τι τέχνη θα το σκοτώσουμε.

Εκείνος παρέμεινε αμίλητος και ενώ οι εργάτες με τα καμάκια κύκλωναν τον «Δράκοντα», βγάζει από τη τσέπη του ένα μεγάλο ναυτικό σουγιά και πατώντας στα νύχια, ορμάει στο τεράστιο ερπετό!

–       Ο Θεός φυλάξει, βγάζει μια φωνή ο Γόφος!

Μα πριν προλάβει να συνέλθει από τη τρομάρα του, βλέπει το Σαλβατώρο να σηκώνει το κεφάλι του φιδιού ψηλά με το αριστερό του χέρι, ενώ με το δεξί κρατούσε τον ματωμένο σουγιά.

–       Μπράβο, ξέσπασαν όλοι με ενθουσιασμό. Ζήτω ο γενναίος Σαλβατώρ.

Ιλοι θαύμασαν το θάρρος και τη ψυχραιμία του. Εκείνος με σεμνότητα ευχαρίστησε τον κόσμο, και ανεχώρησε γρήγορα με τη βάρκα του Ντράβαλου για τη θαλαμηγό. Μαζί του κουβάλησε και τον ακέφαλο Δράκοντα, οι δύο συνεταίροι πήρανε από ένα κολονάτο για τον κόπο τους και ο Παυλάτος πληροφορούσε τον κόσμο ότι τεράστιο ερπετό μπαρκάριζε για την Αυστρία, ποιος ξέρει, για ποιο σκοπό.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΤΣΑΜΑΣ

Εφημερίδα ΟΜΗΡΙΚΗ, 1966

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.