ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΖΑΡΕΤΟ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ

Πρωί – πρωί, η ταχτική πελατεία εμαζώχτηκε μέσα στο μαγέρεικο του Τσέτσωνα, αντίκρυς από το μπακάλικο του Σπύρου του Κατσαμά. Εκεί έβλεπες τον Ερετόκριτο του Μπαρμπέρη το φαναρά, το Τζιτζή, το Μάσο το Τζανάκα, τον Στραβό του Ηρακλή του Σ…, τον καροτσέρη κι’ άλλους, ως που νάσου και μπαίνει μέσα αγγομαχώντας ο Σπυρέλης από τ’ Απάνου χωριό, και καλόκατσε στο μπάγκο δίπλα στο Τζιτζή, και χτυπώντας το τραπέζι είπε:
– Βωρέ Τσέτσωνα. Φέρε μου βωρέ μια ζεστή πατσά και δυο – τρεις χορδούλες χώρια, και ψωμί, και μισό καρτούτσο από το Καβαλίνι. Τ’ αγροίκησες βωρέ;
– Πω-πω, κουβέντες που μας είπες πουρνό – πουρνό, βωρέ Σπυρέλη, για τέσσαρες πεντάρες υπόθεση πούναι το φαΐ σου.
– Μα τι είπα, βωρέ ο μαγκούφης μου; Τη παραγγολή μου έδωκα. Και τέσσαρες πεντάρες είναι λίγες;
– Όχι, βωρέ Σπυρέλη είναι πολλές και μονάχα λίγες είναι οι οχτώ δεκάρες που ζητάνε για ένα δεμάτι φρύγανα από τον Αφεντικό λόγγο.
– Βωρέ Τσέτσωνα απήντησε ο Σπυρέλης. Αν ήθελα γκρίνια θα κολάτσιζα σπίτι μου και δεν θα κατέβαινα στο λοζό σου που…
Αλλά έμεινε μέσα στη μέση γιατί εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα στου Τσέτσωνα ο Δημήτρης ο Ψαρός, κρατώντας το συνηθισμένο του καλάθι, που περιείχε τα παλιά βιβλία που πούλαγε.
Τότενες ο Τζανάκας του είπε:
– Άϊ, βωρέ Δημήτρη Ψαρέ πως κατάντησες μαγκούφη μου. Αγόραζε μωρέ παληάντσες και πούλατες, ως που να βρεθεί κανένας χριστιανός να γελαστεί να σ’ αγοράσει και σένανε για αρχαίο υποκείμενο.
– Κέφι έχεις βωρέ Μάσο, πρωί – πρωί, μα σαν μάθεις το νέο που θα σας πω, θα τρομάξεις και συ και οι άλλοι πούναι εδώ μέσα. Μωρέ δεν το ξέρατε; Δεν το πείρετε μυρουδιά τι έγινε; Τέσσαροι ανοματέοι ναι, τέσσαροι, όπως σας γλέπω και με γλέπετε, το σκάσανε από το Λαζαρέτο, και ξεσηκώσανε τη βάρκα του Μαρούλη πούτανε δεμένη μπροστα στη Πέμπτη στο σπίτι του, κι’ από δώθε παν’ οι άλλοι.
– Τι λέει μωρέ το κουγιάμπαλο, είπε κάποιος, και ούλοι γελάσανε.
– Μη γελάτε, κι’ αν σας λέω μια νυχιά παραπάνου από όσα γροίκησα από τον Αμπίρη, να πέσει φωτιά να με κάψει. Εβγάστε, βωρές, στου Δημητράκη του Χρυσικού να δουν τα μάτια σας και να πιστέψετε παληοθωμάδες.
– Χάϊτου βωρέ που φύγανε. Από που βωρέ, εφάανε τα σίδερα; Ναι βωρέ τα σίδερα πούναι σταυρωτά σε ούλα τα παράθυρα; Κι’ ας πούμε πως τα φάανε, κολύμπι ξέρουνε πούναι ούλοι τους στερεοελλαδίτες κουτσόβλαχοι ή καμπίσιοι μωραΐτες, κι’ ας πούμε πως ξέρανε κολύμπι, τι; Με τση μπατικιέλες τση βαρκός φύανε; Για κουγιάμπαλο τόνε πέρασες το Μαρούλη να άφηνε τα κουπιά μέσα στη βάρκα του, πού; Στο Μύλο που κλέβουνε και το μάτι τση Παναγίας από τα Περναράκια.
Εγώ δε σε πιστεύω, βωρέ Ψαρέ και παίρνε χίλιους όρκους.
– Και όμως πρέπει να τόνε πιστέψεις, είπε με στόμφο ο Σμπερνής, που μόλις είχε μπει στου Τσέτσωνα αθόρυβα. Να τόνε πιστέψεις και να τόνε καλοπιστέψεις. Χωροφύλακας δεν έμεινε στη χώρα, και ούλες οι βάρκες είναι γύρω από το Λαζαρέτο και ετοιμάζει ο κυρ Αστυνόμος τη τράτα του Θεοχάρη με οχτώ κουπιά να βγει ανοιχτά προς την Άτοκο για να τους συλλήψουνε τση κακούργους. Και θα τση πιάσουνε. Που θα πάνε; Η τράτα τρέχει σα λόρδικο, αφού με τη έξι κουπιά την έστειλε στη Πάτρα ο Καπητά Ναστάσης ο Φερεντίνος και πήγε ραϊσμένο καπάκι από το κύλιντρο τση «Ελένης του Σταθάτου» που κρεπάρησε τση προάλες στο λιμάνι μας.
Και έτσι μαθεύτηκε το αναπάντεχο νέο, στο Θιάκι. Μα δεν είδες συνταρχία!! Να βρέχει ο Θεός με το κανάτι, νάχει πλημμάρια τη μια και ρίχες την άλλη. Να χαλάει ο Θεός το κόσμο, ο Μαρούλης να αστόχισε τα κουπιά μέσα στη βάρκα του, να το σκάσουνε οι κακούργοι οι ισοβίτες και να γίνουνε καπνός. Και δώστου η συζήτηση άναβε, και δούλευε η φαντασία.
– Και ξέρεις τι λέω βωρέ! Οι κακούργοι θα ήτανε με το κόμα του Ράλλη, και ο Ράλλης θα έβαλε το Πεταλά, κι’ ο Πεταλάς το Μαρούλη και έτσι εξηγάω εγώ, το πως βρέθηκε μέσ’ το καταχείμωνο, η βάρκα του Μαρούλη αρματωμένη με κουπιά. – Και μπορεί νάχε και πανί μέσα.-
-Βέβαια και θα είχε, και κάνανε το πανί και με το στρογάρμπη που φύσαε αναφταωθήκανε οι ισοβίτες, κι’ η βάρκα μαζί με τα κουπιά της.
– Αυτά, βωρές είναι κουραφέξαλα. Τόλμησε να πει κάποιος, τι ανακατέβετε το Μαρούλη, με το Πεταλά και με το Ράλλη. Όποιος έχωσε την ουρά του σ’ αυτή τη δούλευε και δασκαλεμένος ήταν και μάστορας σπουδαίος, και θα πλερώθηκε με το παραπάνου, ληστάδες ισοβίτες ήτανε και θάχανε σαν τέτοιοι πούτανε λίρες με ουρά.
– Τσίτου βωρέ που είχανε λεφτά! Εκείνοι φωνάζανε του Ξύνη και τση έστελνε μια πεντάρα σαρδέλες, και ένα δίλεφτο εληές και είχανε λέει λίρες! Και η συζήτηση θα κρατούσε ώρες αν δεν ακούανε φωνές και σαματά στον αποκάτου δρόμο. Τρέξανε και είδανε το Μπλετσώνη που τόνε τραβάανε πεντεξή χωροφύλακοι και του φωνάζανε.
– Πες μωρέ, κουτσοδιάολε που είδες τση δραπέτες τση ληστάδες.
– Βωρές παιδιά δεν είδα κανένα σας λέω, εφώναζε ο δόλιος ο Μπλετσώνης ούτε βάρκα είδα ούτε ισοβίτες, σας λέω, μα τη Παναγία τη Βλαχαίρενα και τον Άη-Νικόλα το Σπαρτιά. Μωρέ δεν έγλεπες ούτε τη μύτη σου από τη μπόχα. -Με τση φωνές μαζόχθηκανε ένας σωρός κόσμος στη πλατέα και ελέανε ο ένας το κοντό του και ο άλλος το μακρύ του και βρεθήκανε ούλοι οι παριστάμενοι να ριχτούνε δίκηο του μαγκούφη του Μπλετσώνη και επειδή τότενες δεν είχαμε ακόμα αρχίσει τση πολέμους για την ελευθερία μας, υπήρχανε αρκετές ελευθερίες, να λόγου χάριν κι’ αν ο Μεσσίνης ή ο Ντάντος σε πέρνανε μπιστιού στα μπουρδινάα τους, ξεμπαρκάριζες ελεύθερα στην Αγγλία, και γενόσουνα και Ιγγλεζορωμιός. Έτσι και κείνη την ημέρα μυριστήκανε οι χωροφυλάκοι και το Μπλετσώνη ελεύθερο. Ο κύκλος όμως στη πλατεία, όλο και μεγάλωνε, και η ανησυχία του κόσμου μεγάλωνε κι αυτή. Έχει χάζι να κουραστήκανε οι ισοβίτες στο κουπί, ή να τσ’ έπιασε η θάλασσα, και κοντοζυγώσανε κάπου, βγήκανε όξου τραβήξανε και τη βάρκα και την εκρύψανε μέσα σε μάζες, κι άντε βρες τους, ως που να τση ταράξει η λόρδα, να πάνε νύχτα σε καμμιανής το σπίτι για φαΐ και να τήνε αλαμπάξουνε. Αυτά και άλλα συναφή λέανε και η ανησυχία του κοσμάκι εφούντωνε.
– Κακούργοι είναι, απελπισμένοι είναι, κυνηγημένοι είναι. Εθόλωσε το μάτι τους αφού φονιάδες είναι, και σε καρικόνουνε ως που να πεις Αφέντη Χριστέ.
– Πω, πω, που καταντήσαμε.Να πλερώνουμε με το αίμα τση καρδιάς μας τση φόρους, για να έχουμε ασφάλεια, κι’ αυτοί οι χωροφυλάκοι να τηράνε μη τση φύει κανένας ισοβίτης, έχουνε απ’ ένα γαλατόμετρο τση τσέπη τους και τηράνε μην νερώνουνε το γάλα ο Πανέλιας, ο Χριστέλιας ή ο Γονιτσός που νάτος πούρχεται. Να δούμε πως θα του φανεί αφτουνού, η δραπέτευση. Προχωρούσε με το συνηθισμένο του βήμα ο Γονιτσός, καμαρωτός και λυγιστός και σαν κοντοζύγωσε στάθηκε και ρώτησε να μάθει κι’ αυτός τα «νέα» -Πω-πω πω πω. Τι τρέχει βωρές αδέρφια; ρώτησε. Ποιός τα κακάρωσε; -Μωρέ δεν τα κακάρωσε κανείς αλλά το σκάσανε 4 βαρυποινίτες από το Λαζαρέτο τ’ απαντήσανε δυο – τρεις. -Και με τούτο τι; Απήντησε ο Γονιτσός, άσε να φαωθούν και λίγες σόλες από τα παπούτσια των χωροφυλάκωνε που μονάχα τα βρακιά τους από το καθησιό, και ας ψάξουνε να τση βρούνε. Γιατί τση πλερώνουμε εμείς; Μονάχα για να μας τραβάνε μηνύσεις. Κι’ έπειτα αυτοί τόχουνε τώρα σκάσει στο Τούρκικο και γενήκανε Πρεβεζάνοι. Και που το ξέρεις μωρέ τσαπάνο εσύ; Του είπε ένας χωροφύλακας. -Που το ξέρω; Να. Αυτοί το σκάσανε το βράδυ που χάλαε ο κόσμος από τον αέρα και τη βροχή και δόστου στα πρίμα ξημερωθήκανε όξου απ’ το Αρκούδι. Αν ο προκομένος ο αστυνόμος σας αντίς να βάνει τα καρφιά στο Μπλετσώνη για να του πει, λέει, που πήανε οι ληστάδες, εμπαίνε στη γαΐτα του Αβδέλια, η στη γαϊτομάνα του Μπάρλα, θα τση έπιανε ανάμεσα Αρκούδι και Μεγανήσι. Τώρα εκείνοι θάχουνε μπαζάρει στη Πρέβεζα και… -Και που τα ξερεις ωρέ ούλ’ αυτούνα, τούπε ένας χωροφύληκας, εσύ σαν ύποφτος μου φαίνεσαι. Που τα ξέρω; Απάντησε ο Γονιτσός. Που τα ξέρω; Μα δε στό’ πανε ακόμα πως οι Θιακοί βρήκανε το Θεό με τη γνώση; Να που στο λέω εγώ. -Και ύστερα από λίγες μέρες μαθεύτηκε πως πραγματικά οι ισοβίτες είχανε περάσει στη Πρέβεζα, και η χωροφυλακή έμαθε ότι δεν ήξερε για τση Θιακούς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Κρίμας που το Λαζαρέτο απογκρεμίστηκε με τους σεισμούς του 1953 γιατί αν υπήρχε τώρα, κάποιοι θα βρισκόταν να το αναπαλαιώσουν (κατά την σημερινή διάλεκτο) να το δείχνουμε στους τουρίστες σαν κάτι από την ιστορία του νησιού. Σ’ αυτό το νησάκι μέσα στο ωραίο λιμάνι του Θιακιού πάντα υπήρχε Υγειονομικός Σταθμός ή Λοιμοκαθαρτήριο. Εκεί σταματούσαν όλα τα καράβια που ερχόταν από λιμάνια του εξωτερικού όπου όλο το πλήρωμα παρέμενε υπό αυστηρό περιορισμό μέχρις ότου ο λιμενικός γιατρός να βεβαιωθεί οτι δεν είχαν εκδηλωθεί λυμώδεις αρρώστειες. Γι’ αυτό το σκοπό τον καιρό της Ενετοκρατίας υπήρχαν εκεί διάφορα κτίσματα τα οποία όταν ήλθαν οι Άγγλοι τα βρήκαν ακατάλληλα και τα γκρέμισαν και φτιάσανε άλλα, μεγαλύτερα για να χρησιμοποιούνται ειδικά για Λοιμοκαθαρτήριο.
Σα νησάκι ήταν ιδεώδες γι’ αυτή τη δουλειά για να βαστάνε τους κρατουμένους υπό έλεγχο. Λαζαρέτο στα ιταλικά (Lazzaretto) σημαίνει Λοιμοκαθαρτήριο. Τα τελευταία κτίσματα αποτελούντο από ένα σχεδόν τετράγωνο κτήριο που έπιανε όλο το νησί γύρω – γύρω με τα κελιά που είχαν τα μικρά σιδηρόφρακτα παράθυρά τους προς την θάλασσα. Είχε μια μεγάλη αυλή στη μέση του κτηρίου. Κοντα στα τέλη του περασμένου αιώνα σταμάτησε η ανάγκη για τα Λοιμοκαθαρτήρια κι’ έτσι το Λαζαρέτο εγκαταλείφθηκε. Το Ελληνικό κράτος όμως από καιρού εις καιρόν το μεταχειριζόταν σαν φυλακή για βαρυποινήτες ή για αιχμαλώτους πολέμου. Στην περίπτωση που εδώ αναφέρει ο Γιόπης στο Λαζαρέτο ήταν κλεισμένοι βαρυποινήτες.
Με τους σεισμούς τα κτήρια μισογκρεμίσανε και οι ειδικοί έκριναν καλό να ισοπεδώσουν το νησάκι και ν’ αφήσουν μόνο το εκκλησάκι του Άη Σωτήρη που βρισκόταν στη μέση της αυλής. Ο τότε Δήμαρχος του Θιακιού, ο γιατρός Νικόλαος Κολυβάς, εφύτεψε μικρά πεύκα που για μερικά χρόνια τα ποτίζανε με μια πλαστική σωλήνα που ερχόταν στο Λαζαρέτο κάτω από τη Θάλασσα από τα Πεταλάτα. Τώρα τα πεύκα βέβαια έχουν μεγαλώσει και έχουν δώσει στο νησί μια άλλη πιο ωραία μορφή.
Τα παληά χρόνια το γληγορώτερο μέσο για να πάει κανένας στην Πάτρα, πάνω από πενήντα μίλια μακριά, ήταν μόνο το βαπόρι που έκανε το δρομολόγιο δυο ή τρεις φορές την βδομάδα μόνο. Πράγματι όμως, το Μάη του 1910 νοικιάστηκε η γρήγορη τράτα του Θεοχάρη, με τους έξη κωπηλάτες της, να μεταφέρει το, ένα «καπάκι» της ατμομηχανής του α/π «Ελένη Σταθάτου», που είχε ακινητοποιηθεί στο Θιάκι με ζημιές στη μηχανή του με ραγισμένο το καπάκι του ενός κυλίνδρου. Η τράτα πήγε κι ήλθε από την Πάτρα, απόσταση 105 περίπου μιλίων, με επισκευασμένο το καπάκι σε πάρα πολύ μικρό χρόνο που άφησε κατάπληκτους τους πλοιοκτήτες και όλους τους Θιακούς. Βέβαια δεν τραβήξανε κουπί όλο το δρόμο αλλά σηκώσανε το πανί της τράτας και η τύχη τους βοήθησε να βρουν ευνοϊκούς ανέμους στο πήγαινε – έλα για να καταπλήξουν τους πάντες με την ταχύτητά τους.

ΣΠΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ Λ. ΓΡΑΤΣΟΣ
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ το Δεκέμβριο του 1960

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.