ΈΝΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΓΙΟΣ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Στο βιβλίο «Μία Οδύσσεια» ο Ντάνιελ Μέντελσον ερευνά τα ζητήματα της οικογένειας, της ταυτότητας και του νόστου με βοηθό τη γλώσσα του Ομήρου και τις προβοκατόρικες παρεμβάσεις του πατέρα του. Θα τα εξηγήσει όλα αυτά στη διάλεξη «Ο Ομηρικός Καβάφης» που θα δώσει στο Αμερικάνικο Κολέγιο Αθηνών την Πέμπτη, 7 μ.μ.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί υποτίθεται ότι είναι ήρωας. Κερατώνει τη γυναίκα του, κοιμάται με την Καλυψώ. Χάνει όλους τους άντρες του, οπότε είναι κακός στρατηγός. Πάσχει από κατάθλιψη, κλαίει. Κάθεται χωρίς να κάνει τίποτα και θέλει να πεθάνει. Όταν ήμουν στο στρατό είχα γνωρίσει τύπους που σίγουρα ήταν ήρωες και πιστέψτε με, κανείς τους δεν έκλαιγε».

Όταν ο πατέρας του Ντάνιελ Μέντελσον του ζητάει να καθίσει στα θρανία μαζί με τους έφηβους μαθητές του και παρακολουθήσει το σεμινάριο του πάνω στη Οδύσσεια, ο Ντάνιελ δεν περιμένει ότι ο μαθηματικός πατέρας του θα παρεμβαίνει διαρκώς στη διάρκεια της διδασκαλίας αμφισβητεί τον ηρωικό χαρακτήρα του Οδυσσέα.

watermark_0
Ο Τζέι, παρά τα ογδόντα του χρόνια, είναι ασυγκράτητος. Εξυμνεί στους φοιτητές τις αρετές του iPad ενάντια στα ξεπερασμένα βιβλία, διακόπτει τον γιο του θυμίζοντάς του στίχους από ποπ τραγούδια που σχετίζονται με τις περιπέτειες του Οδυσσέα και δεν παύει να καταφέρεται εναντίον του ήρωα που περνάει τον καιρό του με όμορφες υπάρξεις ενώ η γυναίκα και ο γιος του τον περιμένουν στην Ιθάκη. Και όταν οι άλλοι φοιτητές του θυμίζουν τα βάσανα του πολεμιστή, ο Τζέι, με την εμπειρία της ηλικίας του, αποφαίνεται ότι «η ζωή είναι σκληρή».

Οι φοιτητές του κολεγίου Μπαρντ το διασκεδάζουν, ο Ντάνιελ όμως ως καθηγητής νιώθει μάλλον αμήχανα καθώς ο πατέρας του, με την τετράγωνη λογική του μαθηματικού, αρνείται να καταλάβει γιατί ο Οδυσσέας θεωρείται ήρωας. «Η παρουσία του φωτίζει την αίθουσα» γράφουν στον Ντάνιελ οι φοιτητές, ενθουσιασμένοι με τον ρωμαλέο ηλικιωμένο που έχει τη ζωτικότητα και τη δίψα για γνώση ενός έφηβου. Δεν τους αρέσει μόνο επειδή είναι επιμελής, αλλά επειδή τολμάει να αμφισβητεί την ίδια την ουσία του έπους: ο άθεος και πραγματιστής Τζέι σε μία έξαρση ειλικρίνειας υποστηρίζει πως όλο το ποίημα χρωστάει την ύπαρξή του μόνο και μόνο στο γεγονός ότι τον Οδυσσέα τον βοηθούν οι θεοί.

Η Οδύσσεια θα τελειώσει στην αίθουσα διδασκαλίας, το δικό τους όμως έπος θα συνεχιστεί. Με τη λήξη του εξαμήνου, ο Ντάνιελ πείθει τον πατέρα του, στον οποίον ποτέ δεν άρεσαν οι πολυτέλειες, να τον ακολουθήσει σε μία κρουαζιέρα που ζωντανεύει το ταξίδι του Οδυσσέα. Το ταξίδι τους δένει περισσότερο καθώς, ανάμεσα στις ραψωδίες του Ομήρου και την περιήγηση τους στη Μεσόγειο, ένας πατέρας και ένας γιος, αποξενωμένοι για χρόνια όπως ο Οδυσσέας με τον Τηλέμαχο, ανακαλύπτουν ξανά ο ένας τον άλλον.

Έναν χρόνο μετά τη γνωριμία του με την Οδύσσεια, ο πατέρας πεθαίνει από εγκεφαλικό και ο γιος γράφει το Μία Οδύσσεια (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου), ένα μείγμα ερμηνευτικής ανάλυσης του ομηρικού έπους, μίας συγκινητικής αφήγησης της σχέσης πατέρα και γιου αλλά και μίας ταξιδιωτικής περιπέτειας στα μέρη του Οδυσσέα.

Ο κλασικός φιλόλογος και αναγνωρισμένος κριτικός λογοτεχνίας Ντάνιελ Μέντελσον απέκτησε φήμη όταν έγραψε το Χαμένοι: Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου), μια εξιστόρηση της προσπάθειάς του να ανακαλύψει τα ίχνη των προγόνων του, κατοίκων του ουκρανικού χωριού Μπόλεχοφ, όπου από τις 6.000 Εβραίων επέζησαν μόνο 48.

Αλλά αν οι Χαμένοι ήταν μία προσωπική καταβύθιση στο παρελθόν της Ευρώπης και του Ολοκαυτώματος, η Οδύσσεια είναι άλλου είδους ιστορία και ο Μέντελσον δεν επιθυμεί να επαναλάβει το ίδιο μοτίβο γραφής. Επιστρατεύει το χιούμορ του και την κλασική του παιδεία και τους ποιητές που επηρεάστηκαν από τα ομηρικά έπη, όπως τον Καβάφη αλλά και τον Τένισον, και γράφει ένα ρέκβιεμ για τον πατέρα του, έχοντας ως επίλογο τους ταιριαστούς στίχους από τον Οδυσσέα του Τένισον:

«Σκοπός μου, πέρα από το ηλιοβασίλεμα να αρμενίσω, πέρα από εκεί που λούζονται τ’ άστρα της δύσης ώσπου να πεθάνω». Γιατί, όπως θυμίζει ο Μέντελσον στον πατέρα του, αυτήν είναι η ουσία της περιπέτειας, «να πασχίζεις, να αναζητάς, να βρίσκεις και να μην υποκύπτεις».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ