ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΧΩΡΙΣ ΠΑΠΑ ΣΤΟ ΘΙΑΚΙ

Εματογροίκησες εσύ ποτέ σου Επιτάφιο χωρίς παπά; «Ε; ούτε και γω που τ’ αγροίκησα. Λοιπόν αφού δεν το αγροίκησες άκου τώρα ν’ ακούσεις, γιατί, στο νησί μας φαίνεται πως η μοίρα η Κλωθώ, επειδή δεν δίνουμε το όνομά της στις μέλλουσες Πηνελόπες μας, έρριξε την κατάρα της να μας συμβαίνουνε ούλα τα περίεργα και μαζί με το νησί μας, πιάνει κι’ άλλα νησά η ίδια η τύχη αφού εξαρτώνται από το Θιάκι.
Μήπως οι Καστιώτες δεν κάμανε Λαμπρή, μια Τετάρτη τση Λαμπρής;
Ο Κάλαμος πάλε τι έφταιε που του κολλήσανε με αξό τη φράση «Αποκρηές στον Κάλαμο και χωρίς ταμπάκο». Φταίει ο Κάλαμος τίποτα; Από τον καιρό που γράφτηκε επίσημα η Ελληνική Ιστορία με την Κάθοδο των Δωριέων, ίσαμε σήμερα ούλοι οι λαοί τση Υφηλίου εξών από τση Γιαπωνέζους έχουνε κάμει επιδρομές στην Ελλάδα, λες και άλλες πατρίδες δεν έχουνε από κειά που τα λένε γεωλόγοι «ασβεστολιθικά κοιτάσματα», πούχανε ανοίξει μίνες οι Λαϊνέοι και οι Ντοβέοι και κόβανε αγκωνάρια, μογδόνια και βέρες για στέρνες, και αφού αυτοί οι ιδεολόγοι καταχτητές – γιατί ούλοι οι καταχτητές είναι ιδεολόγοι πλιατσικολόοι- είδανε πως οι πέτρες δεν τρώγονται τα καταφέρνανε έτσι που δεν έμεινε πλεθρό γης στην Ελλάδα, που να μη εφεύγανε οι κάτοικοι για να πάνε αλλού πρόσφυγες, ή να μην ήρτανε σ’ αυτό από αλλού πρόσφυγες. Έτσι και ο Κάλαμος στα χρόνια που γινότανε η Επανάσταση του 21 δέχτηκε δεκαριές χιλιάδες πρόσφυγες από τη Ρούμελη, και όταν έφτασε ‘κείνη η αποκρηά που αναφέρει ο μύθος απ’ όλη τη Ρούμελη μονάχα στο Μεσολόγγι πούτανε ελεύθερο χτυπάανε οι καμπάνες, αλλά δεν είχανε νυχιά γέννημα για νάστερνε, να ταϊζόντανε οι πρόσφυγες, σχέδιο Μάρσαλλ τότενες δεν ήτανε, και οι προστάτιδες πούχανε τα Εφτάνησα και το Θιάκι, δεν ξέρανε επισήμως τον Φιλελληνισμό. Τα καΐκια τα Θιακά πάλε, ότι είχανε ξελασπώσει από το χειμωνιάτικο δέσιμο, και λείπανε στα ξένα πέλαα και αποκρέψανε και οι πρόσφυγες πούτανε στον Κάλαμο κι’ οι Καλαμισάνοι μαζί τους, με κάτι λίγες σκαστές εληές και πεταλίδες αφού τα αλήφασκα δεν είχανε ακόμα ωριμάσει. Παρ’ όλη όμως τη στέρησή τους, παρ’ ούλους τση κατατρεμούς, γενικά σε όλη την Επικράτεια της Ιθάκης – (Φίλοι, τοπωνυμιογράφοι, μην τα βάλετε μαζί μου γιατί δεν καινοτομώ, απλώς μεταφράζω την φράση «Στέϊτ οφ Ιθάκα», που τόγραφαν οι Άγγλοι εις Επικράτειαν Ιθάκης) βγάζανε τη Μ. Παρασκευή τση Επιταφίους τους, με κατάνηξη με τουφεκοβολίδι, με σπάρα, ψαλμωδίες και παπά… Αλλά κείνη τη χρονιά έχωσε ο αλαργουδώθενε την ουρά του ή το δαχτυλάκι του και έγινε το αγίνοτο. Κι’ ήτανε πλούσια χρονιά. Η Ντούνα είχε αργήσει να πύξει και δουλέψανε με τη ψυχή τους ούλοι οι Ποταμήσοι και κομπαρίρανε στο Θιάκι με κουδουνιστό αναπολεόνι που το λέει ο λόγος, σοδειά από λάδι, κρασί και λινάρι έγινε και όσοι θερίσανε κριθάρι το φυλάξανε γα τση κότες τους γιατί ποιός εκαταδεχόντανε να τρώει κριθινάτσα αφού παρακαλετά σου φέρνανε απάνου στο κατώφλι του σπιτιού σου οι Ρουμελιώτες στάρι να δουν τα μάτια σου, για να το αλλάξουνε με λάδι. Δουλέψανε οι Σουρλέοι και ο Μπότσας με τα βιολιά τους και τα όργανά τους, ο Τσέτσονας με τση χορδούλες του για μεζέ, ο Ντάϊκος με τα σπληνάντερά του και μπήκε η Καθαρή Δευτέρα με ούλους τους Βαθυσάνους (ή Χωραΐτες αν αγαπάτε) να κάνουνε Κούλουμα στο Μπροστινόνε Αητό, με σαρακοστιανά ούλα τα αγαθά του Θεού, χάβαρα λευκαδίτικα, χαλβάδες λαθραίους από τη Πρέβεζα, αυγοτάραχα του Μεσολογγιού, κολυμπάδες του σπιτιού, ξερά χταπόδια, ρουμάνες, καρδαμούρα, ρούκα, ψάρια και χαβάρι μαύρο (τι δεν το πιστεύετε πως είχανε και χαβιάρι μαύρο; Δεν ρωτάτε να σας πουν πως ο γέρος Κοργιαλός, όταν άνοιξε την Ταβέρνα του ή για πίκα του Μπαλάφα ή για να πίνει με παρέα στο κάθε καρτούτσο κρασί έδινε μεζέ χαβιάρι και λένε πως από τότενες μας έπιασε αναφυλαξία και σκαθήκαμε το χαβιάρι και δεν το μπάζουμε στα σπίτια μας).
Αφού φάγανε τα Σαρακοστιανά τους οι πατριώτες μας, κι’ ήπιανε από κολοκύθες το βλογημένο κρασάκι (πρώτα το κρασί σου λέει ο παπάς κι’ ύστερα το λάδι «τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον») γυρίζανε αποστολικά στα σπίτια τους παρέες – παρέες τραγουδώντας στον ήχο του γνωστού «Εσύσουνα που μούλεες, π’ αν δεν με δεις πεθαίνεις και τώρα κάθεσαι και λες που μ’ είδες που με ξέρεις» το
Ω Παναγιά απ’ τα Καθαρά
Με το Μονογενή σου
Σε τούτη δω τη συντροφιά
Δώσε μας την ευχή σου
και κοιμηθήκανε με συνείδηση καθαρή πως κρατήσανε τον άγραφο νόμο που προστάζει «και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι» γιατί και τις Απόκριες τους εποίησαν και τη νηστεία τση Σαρακοστής δεν άφησαν και ο Τζανέτης τόστρωσε στο ποίημα του
Βασιλεύει η κολυμπάδα
Μαύρη κι’ άραχνη στη φάβα
Τσόπασε του Μπότσα το βιολί
Και πείνες δέρνουν το Σουρλή
Πάνε το τυρί το κρέας
τα φασούλια με το λάδι κ.τ.λ
Και κρατάε η Σαρακοστή τους να έτσι σχοινί – γαϊτανάκι ως που να ένα πρωί ξυπνήσανε με κανονιές που βουΐζανε τα γύρω βουνά από τον αντίλαλο. Βωρέ τι τρέχει; Βωρέ ξεκινάνε τα καράβια; Ξέπυξε η ντούνα και φεύγουν οι καπεταναίοι, και για να μάθουνε πιο καλά, μια και δυο πήανε κάτου από το σπίτι του καπητά – Τσαπραλή που μπροστά στο μουράγιο του πέφτανε οι κανονιές, και τον βρίκανε που μόλις είχε τελειώσει τα καργάρισμα του κανονιού του με τριμμένο κεραμμύδι και κάποιο δυσώνυμο υγρό, νάχει τη φούχτα του τριμμένους βόλους από μπαρούτι και φτίνοντας απάνου να φκιάνει τη σαλιώρα που θάβανε στη τρύπα του κανονιού. Τον αφήκανε να φέρει εις πέρας την δουλειά του, και αφού κόλλησε τη σαλιώρα του πάνω στο κανόνι που τώχε στήσει απάνου στο μουράγιο, πριν του βάλει φωτιά, ρωτήσανε να μάθουνε τα καλά μαντάτα. -«Για νάχουμε καλό ρώτημα τι σκαρίκια κανονιτζάρεις καπετάνιο; -Σκαρίκια; Ήτανε η θυμωμένη απάντηση του καπητάν Τσαπράλη. Σκ…σκαρίκια. Βωρέ που ζήτε; Βωρέ δεν το μάθετε το νέο; -Ποιό νέο καπητάνιο μου; Πούθε στ’ αγήργο θέλεις να το ξέρουμε αφού δε μας το λες του λόγου σου; -Να μωρές, καταδέχτηκε να απαντήση ο καπετάν Τσαπραλής.
Εκείνος ο ασύφταος κι’ ο αχρόνιαος ο δεσπότης ο Γαβριήλ, δεν ξέρω πως του καπετάρισε και έβγαλε μια «ποιμαντορική» που με δαύτηνε απαγορεύει λέει, να βγάλουμε στη γύρα τση Επιταφίους τη Μεγάλη Παρασκευή. -Γιάκου μωρέ, συφορίλες, απαντήσανε οι ακηκοότες. Τι τον έπιασε τον δεσπότη μας και τάβαλε με τση Επιταφίους των εκκλησιώνε; Δικές του είναι οι εκκλησίες; Με κόπια δικά του τση έφκιασε ή με τα δικά μας κόπια και τα αναπολεόνια χτιστήκανε; Εκειός ζωγράφησε τση Εικόνες και τα τέμπλα ή ο Γράτσος κι’ ο Καρβούνης με τον παρά εν τη παλάμη; (Τότενες δεν είχε γίνει ακόμα η Ακαδημία για να βγάλει το ψωμί της απαγορεύουσα τση Δοτικές και τση έλεε ο κόσμος χωρίς φόβο ή ντροπή). Εκείνος βάνει το λάδι στα πλιθάρια των Εκκλησιώνε; Μποναμάδες του Φωτώνε και τη λαμπρή εκειός δίνει τση παπάδες; Ποιος πλερώνει τη κηδεία σου ή τα βαφτίσια σου; Εκειός; Που ματαγροικήθηκε τέτοιο αναπάντεχο; Φοβάται δηλαδή, μη ποντιάσουμε που θα βγούμε στη γύρα με τον Επιτάφιο νύχτα – νύχτα ή μη πλουτήσει ο Σφυρής που θα πουλήσει κεριά και σηκώσει ψηλά τη μύτη του. Πάμετε βωρές και στα δικά μας κανόνια να τόνε κάψουμε τον αλαργουδώθενε. Και έτσι έγινε. Από του Κονταρή του Φερεντίνου, στου Καλλινίκου, στου Τσίγκρη ίσαμε το Βλασσοπουλέϊκο και το Θωμέϊκο, λαλήσανε τα κανόνια. Σμπαμ ο ένας, μπουμ ο άλλος, και επειδή τα βλήμματα (ο Θεός να τα κάμει τέτοια, τα μπλουτσούνια τους με το τριμμένο κεραμίδι) πέφτανε στο πέλαο, η αστυνομία δεν ενοχλούσε κανένανε, νομίζοντας, ομαδική μούρλια έπιασε τση Βαθυσάνους. Ρίξανε, ρίξανε κανονιές με την ψυχή τους αλλά η διαταγή δεν ανεκλήθει και τη Μεγάλη Παρασκευή τη νύχτα, μόλις ο παπά – Ντίνος είπε το Έρανον τον Τάφον στο Γαρδελάκι, μπήκε στο Ιερό, άνοιξε την πίσω πόρτα και λάκισε από το νεκροταφείο στο λαγγάδι, και τόνε χάσανε Επίτροποι και θεοσεβούμενο ποίμνιο. Αμέσως έγινε συμβούλιο γύρω από τον Επιτάφιο και ακούσανε τον καπητά – Φερεντίνο να τση λέει «Βωρέ εδώ πεθαίνει ο Τίτας και του κάνουνε κηδεία, και το Χριστό μας θα τον αφήσουμε ακήδευτο; Πιάστε βωρές τον Επιτάφιο να τόνε πάμε στη γύρα, κι’ οποιανού του κουτάει, ας ζυγώσει και βλέπουμε. Και έτσι και έγνε. Πιάσανε μη μεγάλη κατάνυξη, και ανησήκωμένους τση γιακάδες από τα σακκάκια τους τον Επιτάφιο, τόνε κατεβάσανε από την πρώτη σκάλα, στον αηπάνου δρόμο και σταθήκανε για να ψάλλουνε το «Η ζωή εν Τάφω» για τους εκεί κοντά ενορίτες Πλιεπλιέ, Κομνηνό, Τσιγκρή, Μπουρλάκο και λοιπούς. Ύστερα πάλε με ψαλμωδίες τον κατεβάσανε από την άλλη σκάλα, στον αηπάνου δρόμο, και τον επήανε αηπάνουθε για να αγιαστούνε και οι μαγκουφιασμένοι οι ενορίτες του Αγίου Νικολάου και από το καντούνι του Δημητράκη του Χρυσικού τόνε περάσανε στην Πλατεία. Η νοικοκυράδες είχανε ανάμεσα τα θυμιατά τους στην άκρη του μότζου της η καθεμία, και πίσω από τη μισάνοιχτη γρίλια σταυροκοπιώντανε στο πέρασμα του Επιταφίου παρακαλώντας θερμά το Χριστό μας, να φυλάει τση ξενιτεμένους της. Στον απουκάτου δρόμο σταθήκανε αντίκρυ από τη Πέρα Παναγιά που ήτανε και αυτή, χάριν της Επισκοπικής διαταγής θεοσκότηνη, και μια και τέλειωσαν κι’ από κει το θρησκευτικό τους καθήκον, πήρανε τον Επιτάφιο και τόνε πήανε κάτου από το σπίτι του Δεσπότη στα Καραβάτα, παραβλέποντες τση ενορίτες τ’ Άη – Γιωργιού με τη δικαιολογία «γειτώνοι του είναι ας το πλερώσουνε κι’ αυτοί» και με γκαρίκλες λέανε «Ω της παραφροσύνης και της Χριστοκτονίας της των Προφητοκτόνων» και αραδιάζοντας τα παρακαργαρισμένα κανόνια τους στο μουράγιο αρχίσανε ομοβροντίες και τρομπονιές ως που κοντέψανε να ξημερωθούν και έτσι ξεθυμάνανε και κατακουρασμένοι πήρανε τον Επιτάφιο για παλινόστηση στο Γαρδελάκι όπου με το φτάσιμο τούγινε το μάδημα, γιατί λέει τα λουλούδια του Επιταφίου είναι σπουδαίο φυλαχτικό και μια μπαλίτσα κερί του Επιταφίου, αχρίαστο νάναι, είναι οτι πρέπει για να μεταλαβαίνει κανένας ετοιμοθάνατος μέσα στα καράβια, όταν οργώνουνε τα πέλαα. Από το δεσποτικό δεν αγροικήθηκε τσιμουδιά. Κάμανε Λαμπρή με ούλο το Θιάκι, αναστήσανε και οι Καστιώτες την ίδια ημέρα τση Λαμπρής, και οι Κανελαίοι τη Παρασκευή τση Ζωοδόχου Πηγής, και… τη Κυριακή του Θωμά ακούστηκε:
Εισάκουσόν με Σαβαώθ
Εισάκουσόν με τώρα
Και στήλε εις τον Τσαπραλή
Φαγέδαινα και ψώρα
Στο Ταφλαμπά δώσε χτυκιό
Μα στο Μαρούλη όχι
Γιατί τον κακορίζικο τον φθάνει κείνο πώχει.
Δώσε στον Σπυρίδωνα τον Φερεντίνο λέπρα
Δώσε και στον Βλασσόπουλο της κύστεως τη πέτρα
Να μη μπορεί να κατουρεί να πάω να τον αγιάσω
Τρεις μέρες στο κεφάλι του σκυφτός να τον διαβάζω
Στο Ψύχο δώσε φάοπσα και στο Σταυρή χολέρα
Δώσε και εις τον Κονταρή την πιο πρισμένη λέρα κ.τ.λ.
Αν αυτό το ποίημα το έγραψε ο ίδιος ο δεσπότης που να το ξέρω εγώ; Ο Θεός και η ψυχή του, αφού οι κατάρες του δεν πιαστήκανε.

Σημειώσεις
Μέσα στη Θιακιά διάλεκτο συναντάει κανένας και παραπανήσιες λέξεις όπως:
«άκουσε τώρα να ακούσεις»
«τήραξε να δεις»
«μα λέει το λες»
Έχει δίκηο ο Γιόπης που γράφει για την αφθονία του χαβιαριού στο Θιάκι τα παληά χρόνια. Εδώ και 150 με 200 χρόνια τότε που τα Θιακά μεγάλα καράβια ταξιδεύανε ήτε με ρώσικη ήτε με Ιονική σημαία στη Μαύρη Θάλασσα και κουβαλούσαν σιτάρι για τα Επτάνησα, μετέφεραν και άφθονο χαβιάρι, αλατισμένο βέβαια, μέσα σε βαρέλια. Το ψάρι που βγάζει το χαβιάρι, η στουργόνη ή η τσίγα, το ψαρεύανε κατ’ αποκλειστικότητα τότε Έλληνες στα Στενά του Γενί – Καλέ πούνε στην είσοδο της Αζοφικής Θάλασσας στο βόρειο μέρος του Εύξηνου Πόντου. Εκεί τα νερά είναι ρηχά και το ρεύμα αρκετά δυνατό γιατί μαζεύονται τα νερά που κατεβάζουν οι μεγάλοι ποταμοί της Ρωσίας που χύνονται στην Αζοφική.
Πηγαίνοντας προς τη Μαύρη Θάλασσα τα Θιακά καράβια φορτώνανε λάδι κυρίως από τους Παξούς και τη Λευκάδα, μέσα σε πολύ μεγάλα βαρέλια. Στο ταξίδι της επιστροφής, εκτός από το σιτάρι που συνήθως φορτώνανε στο Ταϊγάνιο, μετέφεραν και χαβιάρι ή βούτυρο επίσης σε βαρέλια. Και τα δυο αυτά προϊόντα κυκλοφορούσαν σε αφθονία στο Θιάκι χάρις στους ντόπιους καραβοκυραίους που τότε ήταν πολλοί.
Ο Καπετάν – Φερεντίνος πρέπει να είναι ο Καν Σπύρος Αθ. Φερεντίνος πούχε το μεγάλο σπίτι με το οικόσημο πάνω από την εξώπορτα του στον «απάνου» δρόμο στα Πεταλάτα για να χωράει την οικογένεια του πούχε δώδεκα παιδιά.
Στην εποχή που αναφέρεται το άρθρο ήταν αρκετοί που είχαν ακόμη στο κατώϊ τους φυλαγμένα παληά κανόνια που στις μεγάλες γιορτές και το Πάσχα τα έσερναν έξω από τα παραλιακά σπίτια και τα έστηναν με την μουσούδα τους προς το πέλαος. Τα γιωμίζανε με πέτρες και σπασμένα κεραμίδια και βαρούσαν ομοβροντίες για τη δικιά τους ευχαρίστηση. Δεν ξέρω τι απέγιναν αυτά τα μικρά κανόνια καθώς και τ’ άπειρα τρομπόνια από τα καπιτανόσπιτα ή τα σπίτια των καραβοκυραίων. Κάποτε τα θεωρούσαμε παληοσίδερα και τα πετούσαμε, τώρα όμως όλα τα παληά έχουν αξία και ας έχουν μπόλικη σκουριά επάνω τους.

ΣΠΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ Λ. ΓΡΑΤΣΟΣ
Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ», Απρίλιος 1960.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.