ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΕΝΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ – ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

*Πρόκειται για μέρος της επιστολής που απέστειλα στην Εφημερίδα των Συντακτών παρακαλώντας τους να μεριμνήσουν και να συνδράμουν στην προσπάθεια να έχουμε, μετά από μήνες, πάλι εφημερίδες στη Βόρειο Ιθάκη. Η απάντησή τους ήταν απογοητευτική…

Κιόνιον Ιθάκης 24/5/2018
Αγαπητοί Συντάκτες

Κάπου στα πρώτα εφηβικά χρόνια κείτεται η γλυκιά ανάμνηση της αγοράς της πρώτης εφημερίδας. Ανοίχτηκε ένας καινούριος κόσμος διανθισμένος με υλικό που με μάγευε: φωτογραφίες από τα πέρατα της οικουμένης να καταμαρτυρούν πάσης φύσεως γεγονότα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά, κάποτε κατανοητά και άλλοτε ακατάληπτα, πάντοτε όμως ικανά να κάνουν τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να εκπυρσοκροτήσουν και μαζί με τις πληροφορίες και τις γνώσεις να αναπτύξουν, όσο το επέτρεπε το μυαλό μου, την κριτική μου σκέψη. Από τότε ανελλιπώς, ο τύπος συντρόφευε καθημερινά τις σκέψεις, τις αγωνίες μου, τις ελπίδες μου, τον κοινωνικό και πολιτικό μου προβληματισμό, την καλλιτεχνική αισθητική, την επιστημονική κατάρτιση. Κάποτε διαβάζοντας στο πόδι τις αθλητικές ειδήσεις, άλλοτε μελετώντας ενδελεχώς άρθρα ανθρώπων της διανόησης, του πνεύματος και ένθετα για τον πολιτισμό, την ιστορία κρατώντας με ευλάβεια σημειώσεις και εικόνες.
Κάποιες φορές «ρίχνοντας» μια κλεφτή ματιά στο άρθρο του δημοσιογράφου – υπήρχαν ακόμη τότε πολλοί δημοσιογράφοι σε αντίθεση με την σημερινή εποχή που δεν είναι παρά υπάλληλοι συμφερόντων – που εκτιμούσαμε τον οίστρο της πέννας του και των γνώσεων του, την εμβάθυνση στο γεγονός και όχι την επιδερμική, επιφανειακή προσέγγιση.
Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει το γεγονός πως η δική μου γενιά που ανδρώθηκε στο μεταίχμιο δυο εποχών και βίωσε την αργή, βασανιστική και σταθερή πορεία προς την αβάσταχτη παρακμή του πολιτισμού μας, θα μπορούσε να διηγηθεί ατελείωτες ιστορίες με κάθε περιεχόμενο που θα αφορούσαν τις εφημερίδες του παρελθόντος και το υλικό τους.
Ας μην μακρηγορήσω. Σήμερα στο νησί που αιώνες ψάχνει τον Οδυσσέα του, όπως ακριβώς και τούτη η ταλαιπωρημένη χώρα, Βλέπω με λύπη και θλίψη, κάποτε με θυμό και αγανάκτηση τους μαθητές μου όταν γράφουν Έκθεση και αναπολώντας αυτά που πρόσφεραν σε μένα αυτές οι σελίδες που μοσχοβολούσαν το φρέσκο μελάνι του τυπογραφείου, λυπάμαι βαθύτατα που αυτά τα παιδιά μάλλον δεν θα βιώσουν ποτέ αυτού του είδους τις ουσιαστικές συγκινήσεις.
Πως αισθάνομαι χωρίς εφημερίδα τόσα φεγγάρια τώρα ; Κάπως, επιτρέψτε μου την υπερβολή, κάπως σαν εν μέρει πνευματικά ακρωτηριασμένος. Δεν μπορώ να διαβάσω τον ηλεκτρονικό τύπο. Λίγο επειδή νιώθω άβολα απέναντι στο μηδέν της οθόνης. Λίγο επειδή κουράζομαι γρήγορα απέναντι σ’αυτό το ουδέτερο πράγμα. Λίγο επειδή μου λείπει η ιεροτελεστία, το χαρτί και το μολύβι, η μυρωδιά, η αφή, η φιλικότητα, ο αχνιστός καφές και το τσιγάρο της σκέψης.
Ναι! Επειδή σε αντίθεση με τον ίλιγγο την απειλή της εικόνας που μπορεί με άνεση να παραχαράξει τα συναισθήματα, να διαμορφώσει λανθασμένες απόψεις, η εφημερίδα είναι φιλική, υπομονετική και σε περιμένει πάντα εκεί, να την διαβάσεις μια και δυο φορές ως να σχηματίσεις, όχι την ιδανική αλλά τουλάχιστον μια αξιοπρεπή θέση.
Είναι γνωστό, ζούμε τον Αρμαγεδώνα της υπερπληροφόρησης μέσα στον ορυμαγδό της παραπληροφόρησης. Στερούμαι, εδώ και φεγγάρια το δικαίωμα να διυλίζω τις ειδήσεις να τις περνώ από την κρησάρα της συνείδησής μου με νηφαλιότητα και σύνεση.
Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσω επειδή κινδυνεύω να παρασυρθώ από την θλίψη και την αγανάκτηση και να συρθώ σε επίπεδο δαπέδου.
Ήταν μια διαπίστωση, μια είδηση : στην Ιθάκη δεν διαβάζουν πια εφημερίδες. Μια διαπίστωση και μια είδηση που αν την αναγάγει κανείς στην ευρύτερη σφαίρα της χώρας ίσως να εξαγάγει συμπεράσματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ή συμπτώματα ή θλιβερά αποτελέσματα.

Σας ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία και την υπομονή σας.

* Η Εφημερίδα των Συντακτών, δια επιστολής του Κυρίου Πάνου Χιονίδη, με παρέπεμψε σε τηλέφωνα γνωστά. Στο βωμό του εμπορίου, του αδίστακτου εμπορίου της αθλιότητας του νεοφιλελευθερισμού, θυσιάζεται κάθε ουσιαστική ελευθερία και κάθε έννοια δημοκρατίας που η ίδια και άλλες εφημερίδες βαυκαλίζονται πως υπηρετούν. Όταν «πουλάς» και έχεις βάλει το χέρι βαθιά στο μέλι δεν διακινδυνεύεις «ανόητες» συγκρούσεις που θίγουν συμφέροντα και ειδικά για καμιά δεκαριά «πολιτιστικά κορόιδα» μιας «ασήμαντης βραχονησίδας» που επιμένουν να αισθάνονται αδήριτη την ανάγκη να διαβάζουν αλλά κάποιοι με εντελώς «δημοκρατικό τρόπο» τους στερούν αυτό το δικαίωμα.
Το παραδέχομαι: υπήρξα ένα πολιτιστικό κορόιδο…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ