ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΟ ΘΙΑΚΙ

Το θέμα του θανάτου διατηρεί ακόμη το χρώμα και το ύφος της αρχαίας θρησκείας. Ο θάνατος δε βρίσκεται κοντά στον ύπνο του χριστιανού, ο χάρος είναι αυτός που δρα μαζί του και ο κάτω κόσμος. Ο «παράδεισος» ή η «κόλαση», δεν εμφανίζονται στα έθιμα και στις δοξασίες για το θάνατο (1).

Ο κάτω κόσμος δεν έχει χαρές και γι’ αυτό η ανθρώπινη ψυχή δεν το θέλει όσο και αν η θρησκεία υπόσχεται τόπους μακαρίας αναπαύσεως και παράδεισο. Η ανθρώπινη ψυχή θέλει να μείνει στην επίγεια ζωή. Λέει ένα μοιρολόϊ:

«…Για πες μου τι ζήλεψες αυτού του κάτω κόσμου,
αυτού βιολιά δεν παίζουνε νταούλια δε βαρούνε,
αυτού συν δυο δεν κάθονται συν τρεις δεν κουβεντιάζουν…» (2)

Γι’ αυτό η ανθρώπινη ψυχή δε μένει ασυγκίνητη στο θέαμα του θανάτου, σ’ αυτόν που παλεύει να κρατηθεί στη ζωή ή στο θέαμα του αποχωρισμού από την επίγεια ζωή.
Είναι πολλές οι εκδηλώσεις και οι δοξασίες για το θάνατο.

Προμηνύματα του θανάτου
Τα ουρλιαχτά του σκύλου και η κραυγή από στριγκοπούλι προμηνύουν θάνατο.

Θάνατο προμηνύει και το λάλημα του κόρακα αλλά αποτρέπεται όταν σφαχτεί. Επίσης μερικά όνειρα είναι προμηνύματα θανάτου, όπως όταν δεις οτι βγαίνει δόντι. Όσο πιο πολύ πονέσει, τόσο πιο κοντινό συγγενικό πρόσωπο θα πεθάνει. Το συνάντημα δύο φιδιών μαζί να τσακώνονται ή να ζευγαρώνουν προμηνύει το θάνατο.

Αποτρέπεται όταν σκοτώσεις τα φίδια ή αν «μελετήσεις» το γεγονός σε ένα δέντρο. Αν το μελετήσεις σε άνθρωπο, τότε το κακό (ο θάνατος) θα συμβεί στο ίδιο το πρόσωπο ή σε συγγενικό πρόσωπο.

Το ξεψύχισμα
Όταν ο ετοιμοθάνατος ψυχοραγεί και τον κοινωνεί ο παπάς, τον γυρίζουν ανατολικά για  να συντομευθεί το ψυχοράγημα. Η παράταση του ψυχοραγήματος αποδίδεται στο οτι ο μελλοθάνατος είχε αμαρτίες. Αν όμως ο ψυχοραγών ήταν καλός άνθρωπος, η παράταση τυ ψυχοραγήματος εκλαμβάνεται σαν αναμονή κάποιου στενού συγγενικού του προσώπου που βρίσκεται μακριά.

Μετά το θάνατο λένε οτι «σώθηκε το λάδι του», «Θεός σχωρέστον», «έσβησε το καντήλι του», «άφησε χρόνια». Αν κατά την κηδεία βρέχει, είναι σημάδι οτι ο νεκρός ήταν στη ζωή καλός άνθρωπος.

Κακό σημάδι
Θεωρείται κακό σημάδι να ανοίξουν ομπρέλες μέσα στο σπίτι, γιατί αυτό σημαίνει κάποιος από το σπίτι αυτό θα πεθάνει. Για τον ίδιο λόγο δεν κόβουν τα νύχια τους τη νύχτα, γιατί ο ήχος της κοπής «καλεί το χάρο». Δεν κάνει να σφυρίξει κάποιος τραγούδια τη νύχτα ούτε να κοιτάζεται στον καθρέφτη, γιατί θα πεθάνει κάποιος δικός του. Όταν θα βγάλουν ένα μπαούλο μέσα από το σπίτι ή κάποιο άλλο αντικείμενο, όπως τραπέζι, δεν το σηκώνουν δύο άνθρωποι ή τέσσερις, γιατί μεταφορικά η ενέργεια αυτή προοιωνίζει έξοδο φέρετρου από το ίδιο σπίτι.

Προλήψεις, δεισιδαιμονίες και συνήθειες γύρω από το θάνατο
Πιστεύεται οτι η ψυχή του νεκρού παραμένει επί μέρες μέσα στο σπίτι μετά το θάνατο και επάνω στη γη σαράντα μέρες. Το ξενύχτισμα του νεκρού γίνεται και για άλλους λόγους , για να μην περάσει από πάνω του καμιά γάτα η οποία πιστεύεται οτι είναι «βρυκόλακας’, δηλαδή το κακό πνεύμα κάποιου αμαρτωλού το οποίο περιφέρεται στη γη.

Όταν περνά κηδεία κλείνουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, όσοι έχουν παραμείνει σ’ αυτά, για να μη μπει το θανατικό. Την ημέρα της κηδείας δεν σκουπίζουν το σπίτι του νεκρού για να μη «σαρώσει» κι άλλον ο χάρος από το σπίτι αυτό. Αν κατά τη μεταφορά του νεκρού μετακινηθεί αυτός μέσα στο φέρετρό του, πιστεύεται οτι κάποιος άλλος από τη νεκρική συνοδεία θα πεθάνει. Το ίδιο πιστεύουν οτι θα συμβεί αν γαυγίσει σκύλος κατά την ώρα της ταφής. Επίσης αν κάποιος κατά τη στιγμή της ταφής φτερνιστεί, αυτό είναι προμήνυμα θανάτου του.

Αν κατά την εκφορά του νεκρού βρέξει και βραχεί ο νεκρός, πιστεύεται οτι θα βρέχει σαράντα μέρες. Αν ο τάφος παρουσιάσει κάποια ρωγμή ή πάθει καθίζηση, αν «κάτσει», πιστεύεται οτι ο νεκρός θα πάρει κι άλλον κοντά του. Όταν πάνω στα ρούχα του νεκρού βρεθούν περισσότερα από δέκα νομίσματα, τότε θεωρείται ασεβής, κερδοσκόπος.

Όποιος ανάψει το καντήλι στο δωμάτιο που ξεψύχισε ο νεκρός, ο ίδιος πρέπει να το ανάβει επί σαράντα μέρες. Όποιος βράσει το σιτάρι για τα κόλυβα, ο ίδιος πρέπει να το κατεβάσει από τη φωτιά. Για ένα χρόνο δε φτιάχνουν γλυκά για να μη γλυκαίνεται ο χάρος. Επίσης, για ένα χρόνο δεν βάφουν αυγά το Πάσχα.

Τα μνημόσυνα
Τα μνημόσυνα γίνονται ορισμένη μέρα από το θάνατο ενός ανθρώπου.
Τα γενικά μνημόσυνα δεν γίνονται ορισμένη μέρα από το θάνατο κάποιου ανθρώπου, αλλά ορισμένη μέρα του χρόνου «υπέρ αναπαύσεως όλων των αποθανόντων».
Τα μνημόσυνα αυτά τελούνται κατά τα ψυχοσάββατα και είναι τέσσερα: Το Σάββατο των Απόκρεων (ή της Κρεατινής), το Σάββατο της Τυρινής, των Αγίων Θεοδώρων και το Σάββατο της Πεντηκοστής. Το Σάββατο της Πεντηκοστής τελείται 50 μέρες μετά τη Λαμπρή.

Παράδοση
Πιστεύεται οτι οι ψυχές που από τη Μεγάλη Πέμπτη είχαν βγει από τους τάφους τους, γυρίζουν στις θέσεις τους.

Λαϊκά και λατρευτικά έθιμα του δωδεκαήμερου
Το διάστημα από την παραμονή των Χριστουγέννων ως τη νύχτα των Φώτων, ονομάζεται δωδεκαήμερο και πλαισιώνεται με διάφορα έθιμα. Κατά το διάστημα αυτό πίστευαν, αλλά και πιστεύουν ακόμη, οτι βγαίνουν οι «Καλικάντζαροι» παγανιά. Η λαϊκή προκατάληψη, συνυφασμένη με τη θρησκοληψία του λαού, πιστεύει οτι τα δύσμοιρα αυτά όντα έχουν στα πόδια τους σιδεροπάπουτσα κι έχουν τη δύναμη να αναρριχώνται στους τοίχους και να κατεβαίνουν από τις καπνοδόχους των σπιτιών κάνοντας διάφορες ζαβολιές, να μαγαρίζουν και να λερώνουν. Οι καλικάντζαροι δυο πράγματα φοβούνται: Τα «Μαύρα Κοράκια» και τους αναμμένους δαυλούς, γι’ αυτό οι γριούλες που οι καλικάντζαροι τις αντιπαθούν, ξορκίζουν αυτά τα ανεπιθύμητα όντα με τον αφορισμό. «Ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά αναμμένα».

Οι καλικάντζαροι κρύβονται την ημέρα σε σπηλιές καταβροχθίζοντας φίδια. Μόλις όμως νυχτώσει, ξεφυτρώνουν ο ένας πίσω από τον άλλο για να το ρίξουν στο χορό. Εκεί που τους αρέσει να πηγαίνουν και να ξενυχτούν είναι στους ανεμόμυλους, κάνοντας ένα σωρό απίθανες τρέλες και κοροϊδεύοντας τους μυλωνάδες. Φτιάχνουν πίτες και λερώνουν το αλεύρι με τα υγρά τους. Πολλά είναι αυτά τα υγρά που διηγούνται για τους καλικάντζαρους. Η θρασύτητα των καλικαντζάρων κορυφώνεται την παραμονή των Φώτων. Ξέροντας οτι είναι η τελευταία νύχτα της ζωής τους, δεν αφήνουν άνθρωπο για άνθρωπο απείραχτο. Κατεβαίνουν στα πηγάδια και αλμυρίζουν το νερό, μπαίνουν στα σπίτια και τρώνε τα φαγητά, και βάζουν τρύπια παπούτσια στη θέση τους.

Τις δώδεκα αυτές μέρες από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα, έχουν την άδεια από το Θεό να βγαίνουν ελεύθερα στην επιφάνεια και να πηγαίνουν όπου θέλουν, με την υποχρέωση να ξανακατέβουν στα μαύρα κρατητήριά τους προτού φανερωθεί η Αγία Τριάδα με του Χριστού τη βάφτιση και τον αγιασμό των νερών.

Οι Μοιρολογίστρες
Το τράβηγμα των μαλλιών τους που γίνονταν από τα πολύ παλιά χρόνια, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ήταν για να τις κάνει άσχημες, για να μην τις ζηλέψει ο χάρος (3).
Πολλές ήταν οι μοιρολογίστρες που στη λύπη έτρεχαν να μοιρολογήσουν. Η κάθε μια μοιρολογούσε με τη σειρά της κι όταν κάποια ήθελε να πει και δεύτερο μοιρολόι πρόσθετε το στίχο:
«Θα το γυρίσω να το ειπώ κι αλλοιώς το μοιρολόι».

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ
Τα μοιρολόγια ήταν αυτοσχέδια, της στιγμής, και ανάλογα με την περίπτωση. Με τη λυπητερή τους μουσικότητα και τους γεμάτους πίκρα στίχους, κρατούσαν άγρυπνους τους παρευρισκόμενους στο ξενύχτι του νεκρού.
Τα μοιρολόγια της Ιθάκης χαρακτηρίζονται για το επεισοδιακό τους ύφος:

«Λεβέντης εκατέβαινε από ψηλή ραχούλα
είχε το φέσι του στραβά και το σκουτί αλάσκα
έφυγε κι αναχώρησε στ’ αγύριστο ταξίδι
που εκεί χαρτί δεν βρίσκεται να κάτσει να μου γράψει
κι η μάνα του αγνάντεψε από τον κάτου κόσμο
στέκεται τον καλοτηρά, στέκεται τον θαυμάζει.
Μ’ αυτός δεν έιναι φίλος μου δεν είναι γείτονάς μου
μα είναι το παιδάκι μου, το φύλλο της καρδιάς μου
τρέχει στη βρύση για νερό και στη μηλιά για μήλα
και στις καλές γειτόνισες για ένα παξιμάδι.

Παιδάκι μου κάτσε να φας, κάτσε να σε δροσίσω
και όταν θα ξεκουραστείς κάτι θα σε ρωτήσω
παιδάκι μου τι ήθελες εδώ στον κάτω κόσμο;
Εδώ είναι μαύρες λεμονιές και μαύρα κυπαρίσσια
εδώ χωρίζ’ ανδρόγυνα, εδώ χωρίζ’ αδέρφια
που εδώ είναι μαύρο το νερό και το ψωμί φαρμάκι
και τα μεσαλοτούβαλα μαύρα κι αραχνιασμένα»

«Ούλο τον κόσμο εγύρισα, Ανατολή και Δύση
κι είδα μανάδες στο γκρεμό κι είδα
γυναίκες των καλών ανδρών μες τη φωτιά να πέσουν
και πάλε ματαπέρασα από τον ίδιο τόπο
κι είδα μανάδες στο χορό κι είδ’ αδερφούς στο γάμο
γυναίκες των καλών ανδρών στ’ αγνάντιο ν’ αγναντεύουν».

«Σαν τι καλά’ χει η μαύρη γη και τρέχει όλος ο κόσμος
που πάνε νιοί ξεδιαλεχτοί και νιές καμαρωμένες
αδά και βλέπουν άνοιξη μη βλέπουν καλοκαίρι
αδά κι ανθούνε τα δεντριά μη λουλουδούν οι κάμποι
εκεί ‘ναι οι νιοί που είν’ άνοιξη κι οι νιές πουν’ καλοκαίρι
κι είναι και τα μικρά παιδιά ο Μάης με λουλούδια».

«Για δες καιρό που διάλεξες να πάρεις να μισέψεις
μες στ’ άμπα του καλοκαιριού και στ’ άβγα του χειμώνα
που ‘κει ‘ναι λίγο το νερό θόλο και βουρκωμένο
κι αν είναι και καμιά σταλιά είναι φαρμακισμένο
πίνουν οι νιές και κόβονται κι οι νιοί κι αρμοχωρίζουν».

«Νά ‘ξεραν αυτές που χλίβονται και που μοιρολογάνε
πως στο σχολειό μαθαίνουμε πως πόνος φέρνει τον καϋμό κι όχλος το μοιρολόι
κι οπόχει πόνο στην καρδιά γαϊδουρινά φωνάζει
θέλει μου δέντρα ανθίσετε θέλει ξεριζωθείτε
και βρύσες με το κρύο νερό να μην κρυσταλλιαστείτε
στον ίσκιο σας δεν κάθομαι δεν τρώω τον καρπό σας».

«Πως δεν ανοίγει ο ουρανός να πέσει τ’ άστρι κάτου
από τον πόνο τσ’ αδερφής κι απ’ τον καϋμό τση μάνας
κι από το βαρειαστέναγμα τση χήρας τση καϋμένης».

σκουτί: ρούχο, σακκάκι, αλασκάγια: τη μια μανίκα του σακκακιού φορεμένη, μεσαλοτούβαλα: τραπεζομάντηλα και πετσέτες τραπεζιού. Αδά: μήπως.

Για μωρό παιδί
«Βράδυ θα κλαίει για βυζί τ’ αποταχιά για μάνα
κοντά στ’ απομεσήμερο θα κλαίει για την κούνια
παιδί μου τι να ζούλεψες να πας στον κάτου κόσμο
που ‘κει ‘ναι λίγο το νερό θόλο και βουρκωμένο
το πίνουν νιοί και κόβονται κι οι νιές να ραπανιώνται
το πίνουν τα μικρά παιδιά κι αλησμονούν τσι μάνες».

«Καλός αποκρισάτορας πάει στον κάτου κόσμο
βάλε του μες την τσέπη του τα τρία καλά του κόσμου
τον ήλιο και τον άνεμο το λαμπερό φεγγάρι
τον ήλιο δωσ’ τον του γεωργού τον άνεμο του ναύτη
και το φεγγάρι το λαμπρό δώσ’ του του στρατοκόπου». (4)

Για ξενητεμένο
Τα τραγούδια της ξενητιάς είχαν περιεχόμενο που συγγένευε στενά με τα μοιρολόγια. Σε πολλά τραγούδια της ξενητιάς ο ξενητεμένος θρηνούνταν περισσότερο από το νεκρό.

«Βούλομαι να ξενητευτώ, βούλομαι να μισέψω
παρακαλώ σε ξενητιά αρρώστια μη μου δώσεις.
Η αρρώστια θέλει στρώματα θέλει ψιλά σεντόνια
θέλει μανούλες γόνατα θέλει αδερφές αγκάλες.
Ήρθε ο καιρός κι αρρώστησα, ξαπλώθηκα στο στρώμα
τηρώ δεξιά τηρώ ζερβά και γνωριμιά δε βλέπω
κάνω μια ξεναδερφή να πλένει τα σκουτιά μου
τα πλένει μια τα πλένει δυο τα πλένει τρεις και πέντε
κι από τσι πέντε και μπροστά τα ρίχνει στο σοκάκι.
Πάρε ξένε τα ρούχα σου πάρε και τα σκουτιά σου
και μένα δώστε μήνυμα στη μάνα μου να πάω».

«Σαν είδα και παράτυχα τσι ξένους πως τσι θάπτουν,
δίχως λιβάνι και κερί, δίχως παπά και ψάλτη
απόξου από την εκκλησιά σε χέρισο χωράφι.
Ποιος ήταν και που το ‘φερε τέτοιο κακό χαμπάρι
είχε ποδάρια, στάθηκε και χείλια και σου το ‘πε
και στόμα και στο μίλησε και σου ‘πε τέτοιο λόγο.
Σου ‘πε πως παντρεύτηκε
κι αδά στην πόρτα στάθηκε τη νύφη να σου φέρει
σου ‘πε το πως απέθανε στσι ξενητιάς τα μέρη
ξένοι τον εσαβάνωσαν, ξένοι τον εκηδεύουν».

Για παντρεμένο
«Άντρα μου την αγάπη σου το τι έχω να την κάμω
να την πουλήσω ντρέπομαι να την δανείσω όχι
να την φυτέψω σε γκρεμό φοβούμαι μη μου πέσει
να την περάσω απόπερα φοβούμαι τσι περάτες
να φκιάσω εικόνα και σταυρό κι ένα ασημένιο γκόλφι».

Συχνά στα μοιρολόγια μας χρησιμοποιείται η αποστροφική απαγγελία, όπου οι μοιρολογίστρες απευθύνονται κατευθείαν στο νεκρό με τον οποίο και διαλέγονται. Η ζωή στον Άδη έχει όλα τα γνωρίσματα της ζωής όπως περιγράφονται στα Ομηρικά μοιρολόγια. Το φαινόμενο του Χάρου κυριαρχεί και όχι οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Η ανθρωπομορφική υπόσταση του Χάρου έχει όλα τα γνωρίσματα του ανθρώπου που επιβουλεύεται τη ζωή μας. Η κυριαρχία της αρχαίας θρησκείας στο θέμα του μοιρολογιού είναι εμφανής.

Ο κάτω κόσμος, ο Άδης δεν αντικαταστάθηκε από τις αρχές της νέας θρησκείας, το παγανιστικό κυριαρχεί του χριστιανισμού.

«Νάξεραν κειές που χλίβονται και που μοιρολογάνε
πως στο σκολειό μαθαίνουνε
πως πόνος φέρνει τον καϋμό κι όχλος το μοιρολόϊ
κι οπόχει στην καρδιά γαίδουρινά φωνάζει».

«Θέλει μου δέντρα ανθίσετε, θέλει ξεριζωθείτε
και βρύσες με το κρύο νερό μη κρυσταλλιαστείτε
στον ίσκιο σας δεν κάθομαι δεν τρώω τον καϋμό σας». (5)

«Γι’ ακούστε τι διαλάλησε του μαύρου χάρου η Μάνα
γυναίκες κρύψτε τσ’ άντρες σας μανάδες τα παιδιά σας
και βγήκε ο γιος μου παγανιά βγήκε κρυφός κουρσάρος
κι όλο τσι νύχτες περβατεί κι όλο τσ’ αυγές κουρσεύει». (6)

Σε μνημόσυνο
«Θα σε ρωτήσω να μου πεις πότε να σε παντέχω
να φκιάσω γιόμα αγερινό και δείπνο ζαχαρένιο
και ‘κείνος μ’ αποκρίθηκε με τον καϋμό στα χείλη:
Χαρείτε και το γιόμα σας έχετε τα καλά σας
κι εγώ δειπνώ τον κορνιαχτό και γεύομαι το χώμα
κι αν με διψάσει για νερό της πλάκας το φαρμάκι
κι αν καρτερείς δε δέχομαι κι αν στέκεις δεν προβαίνω
γιατί έκανα να σηκωθώ κι εκόπηκα στη μέση
και χώρια πήγε το κορμί και χώρια το κεφάλι.
Έπεσαν τα ξανθά μαλλιά βγήκαν τα μαύρα μάτια
κι εγιόμησε τα στήθη μου κομπιά απ’ τα δάχτυλά μου».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα παραπάνω μοιρολόγια από τις μοιρολογίστρες: Αποστόλω Ραυτοπούλου – Λεβέντη, Μαρία Ραυτοπούλου – Σπόζη, Πηνιώ του Τζοβαγκέλη και Αφροδίτη Μακρή Σκλαβενίτη.

  • Εκτενέστερα βλέπε στα «Λαογραφικά Ανάλεκτα της Ιθάκης».
  • Μου το ανέφερε η Ξανθίππη Τριτσαρόλη, ετών 78, γραμματικές γνώσεις δευτέρας δημοτικού, από το χωριό Πλατρειθιάς.
  • Μου το ανέφερε η Ξανθίππη Τριτσαρόλη, ετών 78, κάτοικος Πλατρειθιά.
  • Παραλλαγή του πέμπτου στίχου: «και το φεγγάρι το λαμπρό του νυχτοστρατοκόπου».
  • Μου το ανέφερε η Αναστασία Αναγνωστάτου, κάτοικος του χωριού Φρίκες.
  • Μου το ανέφερε η Διονυσία Βεντούρα – Πάλμου, κάτοικος Πλατρειθιά.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΤΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.