Η ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟ ΠΛΑΙΣΙΩΜΑ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΔΗΜ. Σ. ΛΟΥΚΑΤΟΥ

Όταν το 1951 εκυκλοφόρησε το πρώτο ογκώδες βιβλίο του Παναγή Λεκατσά: «Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών κεφάλαια της κοινωνικής ιστορίας των Ελλήνων και των άλλων λαών», και μόνο ο τίτλος του εγαλβάνιζε το διψαλέο μεταπολεμικό αναγνωστικό μας κοινό, που έσπευδε να διαβάσει τις 300 τόσες σελίδες του, σε ζωντανή γλώσσα, και να χαρεί πλήθος αποκαλυπτικά κεφάλαια, που λαχταρούσε τη γνώση τους. Όσο γοητεύει τον κάθε άνθρωπο το ταξίδι κι η περιγραφή του, άλλο τόσο σαγηνεύει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα η εθνολογική έρευνα, με την περιγραφή θεσμών και δοξασιών, που ανοίγουν διάπλατες τις πόρτες της ανθρώπινης ψυχής και τη δείχνουν σ’ όλες τις ώρες των εκδηλώσεών της, πρωτόγονες ή εξελιγμένες, αρχαίες ή νεώτερες, Ευρωπαϊκές ή Ωκεάνειες. Το χέρι του Λεκατσά ήταν πάντα στιβαρό και γενναιόδωρο σ’ αυτά τα διαπλατώματα θυρών, κι όπως ο ίδιος άνοιγε ορθάνοιχτα τα μάτια και το στόμα στις διαπιστώσεις του, έτσι μετέδιδε στους αναγνώστες του το ξάφνιασμα και τη χαρά.
Διαβάσαμε τότε, με την εθνολογική ανάλυση και την πυκνή λεπτομέρεια του βιβλίου του, πλήθος βιοτικούς θεσμούς σε διασταυρούμενους χώρους, από την πρώτη αρχαιότητα ως σήμερα κι από τα μεσημβρινά ως τα ισημερινά πλάτη, που και στο μορφωμένο κοινό, μόνο από περιηγητικούς υπαινιγμούς ή από επιστημονικές υποσημειώσεις, μπορεί να ήταν γνωστοί. Διαβάσαμε πλήθος κεφάλαια για τον Τοτεμισμό, για τα Ταμπού, για τη Μαγεία, τη Μητριαρχία, τα Εποχικά Έθιμα. Κι είδαμε ξεχωριστά, οτι μέσα από κείνες τις πυκνογραμμένες περιγραφές περνούσαν κυριότατα οι αρχαίοι ελληνικοί θεσμοί και οι δοξασίες, η θρησκεία, οι γιορτές κι οι αγώνες, που δίνονταν όχι με τη σχολική ή πανεπιστημιακή επιφάνειά τους αλλά μ’ ένα βαθύτερο είναι, ανθρώπινα εναγώνιο και δημιουργικό. Το έγραψε αυτό ο Λεκατσάς κι έδειξε την ιδιαίτερη προσοχή του: «Ποιός άλλος λαός θα μπορούσε να’ δινε ομορφότερη σύνθεση από τον ελληνικό, που όντας ανάμεσα στους πρωτόγονους και τους νέους λαούς… παρουσιάζει τα στοιχεία των δοξασιών, των εθίμων και των θεσμών σ’ όλη την εξελιχτική τους διαδρομή;» (Εισαγωγικός χαιρετισμός).
Καμάρωνε για το βιβλίο του ο Λεκατσάς και για την έρευνα που έκαμε να το συνθέσει. «Αγωνίστηκα, γράφει, να βρω στην ξένη βιβλιογραφία ένα έργο συνθετικό για να ξοφλούσα με μια μετάφραση, μα του κάκου! Η ύλη βρίσκεται κατασπαρμένη σ’ ένα απέραντο πλήθος έργα διαφορετικών κλάδων, καιρών και νοοτροπιών» (ό.π.).
Με τέτοιον συγκεντρωτικό κόπο εργαζόταν πάντα ο Λεκατσάς. Άρχιζε από τα ράφια των Βιβλιοθηκών και με την αλληλογραφία του για την προμήθεια βιβλίων («σκληρούς αγώνες βιβλιογραφικών μαχών» όπως γράφει) κι έφτανε στα νοικοκυρεμένα δελτία του προσωπικού του αρχείου, απ’ όπου μερόνυχτα – συγγραφέας χαλκέντερος – δούλευε για τους τόμους των έργων του.
Στην «Καταγωγή των θεσμών» έδωσε κιόλας δείγμα των βιβλιογραφικών του αναζητήσεων, με τη Γενική και την Αναλυτική βιβλιογραφία, κάνοντας πλατύτερα γνωστά και τα κλασσικά ονόματα των Εθνολόγων ερευνητών. Με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη (όσο και με τη δική του μετριοφροσύνη) αναφέρει πάντα τις πηγές του. Γράφει (ό.π.): «Ό,τι καλό χαρεί ο αναγνώστης στο μόχτο μου, να ξέρη πως το χρωστά στις αυθεντίες που ακολουθώ… και που κι αν αλλαξοδρομώ… δεν παύω να τους είμαι χρεώστης».
Το σεβασμό αυτό ετήρησε ο Π.Λ. ως τις τελευταίες ώρες της δουλειάς και της ζωής του. Σε σημείωμα που απόμεινε στα στοργικά πνευματικά χέρια της συντρόφου του Εύας, και που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο βιβλίο του «Διόνυσος» (μεταθανάτια εξαίρετη έκδοση της «Σχολής Μωραΐτη») γράφει: «Δύσκολο να καταλάβει κανείς πολλά πράγματα από τη Διονυσιακή θρησκεία, χωρίς να χρωστά τίποτα στα ονόματα των: Bachofen, Morgan, Briffault, Smith, Frazer, Webster, Harrison, Bather, Cornford και Thomson» (σ.15).
Επιμένω στις αναγραφές του αυτές, γιατί με την ευσυνειδησία των πηγών του ο Λεκατσάς κάνει κι εμάς κοινωνούς στα διαβάσματά του. Γενικότερα, για να το πούμε αμέσως, όλα τα βιβλία κι οι εργασίες και τα άρθρα του Π.Λ. ήταν για τις μεταπολεμικές γενεές, από το 1945 μπορούμε να πούμε ως το 1970, μια μετάδοση εθνολογικών και θρησκειολογικών γνώσεων, που εμόρφωσαν το πλατύτερο κοινό (γιατί διαβάστηκε πολύ ο Λεκατσάς), και μια βαθύτερη ενημέρωση για τη ψυχικότητα και τη φυσιολογική ανθρωπολογία της θρησκείας των αρχαίων προγόνων μας.
Είναι βέβαια γνωστές στους επιστημονικούς κύκλους οι μεγάλες θρησκειολογικές εργασίες που έγιναν και για την ελληνική αρχαιότητα. Το μάτι όμως ενός Έλληνα συγγραφέα με την πνευματική οξυδέρκεια του Π.Λ. δεν μπορεί παρά να είναι ερμηνευτικότερο και συμπληρωματικό. (Σκεφτόμουν, όταν διάβαζα πρόσφατα τη «Φαιάκια» του (Αθ. 1970), με τα μητριαρχικά και μυητικά στοιχεία της από την Οδύσσεια, πόσο καλά βρισκόταν σε δικό του ερευνητικό στοιχείο ο Λεκατσάς, Θιακός ο ίδιος με σπουδές στην Κέρκυρα, γνώστης και συμβιωτής του Οδυσσέα και των Φαιάκων, της Πηνελόπης, της Αρήτης και της Ναυσικάς).
Στο βιβλίο του «Η καταγωγή των θεσμών» είχε βάλει ο Π.Λ. γενικότερα τα θεμέλια των θεμάτων και του πνεύματος και του γλωσσικού ύφους των εργασιών του, που ακολούθησαν. Έγραφε τότε: «Η ιστορία του πολιτισμού μπορεί να προσομοιάζεται μ’ ένα δέντρο: η Κοινωνική προϊστορία, απ’ όπου κατεβαίνουν οι δοξασίες, οι θρησκευτικές ιδέες, τα έθιμα κι οι κοινωνικοί θεσμοί, είναι ο κορμός. Ενώ οι ιστορίες των λαών, απ’ όταν ξεπερνούν τη φυλετική και μπαίνουνε στην πολιτική κοινωνία είναι οι κλώνοι». (Εισαγωγικός χαιρετισμός). Χαιρόταν τη ζωντανή αυτή μετοχέτευση των χυμών της ανθρώπινης ιστορίας και φώναζε: «Ευλογώ τη Ζωή, που ξέρει να μεταπλάθει τις βαρβαρότητες σε στοιχεία πολιτισμού και να κερδίζει ακόμη κι από τα λάθη της την ανοδική της πορεία» (ό.π.).
Αυτές οι φωνές του Λεκατσά μαζί με τη λογοτεχνική φροντίδα του για τη σωστή γλωσσική διατύπωση, έκαμαν τους αυστηρούς κριτικούς να επιφυλάσσονται. Με τον καιρό όμως και με την αλλεπάλληλη παρουσία σημαντικών εκδόσεων: Η Ψυχή (1957), Έρως (1963), πολλά άρθρα στο Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών (1957…), μελέτες για τον Γιλγαμές και τη Θεονύμφη στην «Καινούργια Εποχή» (1957-8), «Μητριαρχία» και «Φαιακία» (1970), (εκτός από τις μεταφράσεις των κλασσικών του αρχαίου θεάτρου και τον «Πίνδαρο»), και τώρα ο μεταθανάτιος «Διόνυσος», φάνηκε πως ο Λεκατσάς έστησε ένα γερό οικοδόμημα εθνολογικών αναζητήσεων και θρησκειολογίας στην Ελλάδα, που θα το εκτιμήσουν περισσότερο οι επόμενες γενεές. Και το επίσης πολύτιμο αποτέλεσμα, από τις εργασίες και τα δημοσιεύματά του, είναι οτι επλούτισε τη νεοελληνική εθνολογική γνώση όχι μόνο με αποκαλυπτικές αλήθειες, που τόσα χρόνια έμεναν ταμπού, αλλά και με γλωσσικούς όρους σωστά προσαρμοσμένους στην ελληνική παράδοση. Στις βιβλιογραφίες του σημειώνει ελληνικά έργα, από τον Πολίτη και έπειτα, όπου υπάρχουν επίσης ελληνικοί εθνολογικοί όροι. Αν όλα τα βιβλία του Λεκατσά είχαν ευρετήριο ονομάτων και όρων, όπως έχει η έκδοση της Σχολής Μωραΐτη, θα είχαμε πάντα πρόχειρο τον πλούτο της εθνολογικής ορολογίας που μας έδωσε. Σημειώνω π.χ. από την «Καταγγή των θεσμών» τα: Τοτεμική τελετουργία, ωμοφαγία, γονιμικοί δαίμονες, ταυρόμορφος βασιλιάς, εξωζωϊκή δύναμη, απελαστικά, μητροτοπικός γάμος, ανοιξιάτικη ψυχογιορτή, τεκνοθυσία, Κρονιακά πανηγύρια. Επίσης από το βιβλίο του «Η Ψυχή»: Ζωτική και πνευματική ψυχή, οργανοψυχές, αεροψυχή, μετασαρκωμός, το ζωντανό λείψανο, νεκροφαγία, αποθέωση νεκρού, σωτηριακή επαγγελία. Από το «Έρως»: Ορφική κοσμογονία, φεγγαροθεός, ανδρόγυνος πρωτάνθρωπος, φεγγαρικά εμβλήματα, μυητική ανανέωση της ζωής. Κι από τον «Διόνυσο»: Θιασική μετάληψη, μαιναδικός θίασος, εποχικό δράμα, βλαστικός Διόνυσος, αρχαιοβασιλικός Δ., νεοθιασικός Διόνυσος.
Και κάτω από την ορολογία έρχονται οι ποικίλες γνώσεις, που κάποτε δίνονται με διδακτική αυτοπεποίθηση και γνωμικότητα:
-Η ανεικονική παράσταση είναι το καλύτερο πιστοποιητικό αρχαιότητας για μια λατρεία (Έρως, σ.10).
-Ο λαγός είναι από τα πιο οικουμενικά φεγγαροζώα… Ο λόγος είναι πως ανήκει στα μικρά ζώα, που τα μεταχειρίζονται οι γυναίκες στις λατρείες τους, μη έχοντας να θυσιάσουν τα μεγάλα, που ανήκουν στους άνδρες και στις λατρείες που διαχειρίζουνται εκείνοι. (Έρως, σ. 51-2).
-Το σπήλαιο είναι πύλη των δύο κόσμων… (σ.64).
-Ο Ήλιος αρχίζει να αναδείχνεται [ως θεός, ύστερ’ από το φεγγάρι] στα γεωγραφικά στάδια, που συνδέουνται με τον κύκλο των Εποχών… (σ.96).
Αυτό το βιβλίο «Έρως» έχει και μιαν άλλη αρετή, επίσης διδακτική, την εικονογραφία του. Θαυμάζει κανείς πως συγκέντρωσε ο συγγραφέας τόσες αρχαιολογικές παραστάσεις και τις χρησιμοποίησε (ταιριαστά εθνολογικά ντοκουμέντα) με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του.
Το βιβλίο «Η Ψυχή» (1957) είναι νομίζω το ανθρωπολογικά μνημειακότερο. Σ’ αυτό συναντιούνται, σε μια επιστημονική σύνθεση, η αρχαιογνωσία του Λεκατσά, η εθνολογική γνώση και η λαογραφική προσοχή του. Η βιβλιογραφία του εδώ είναι η πλουσιότερη και πιο ποικίλη. Οι κόσμοι του βιβλίου είναι ζωντανά μεταφυσικοί. Ζωϊκή και πνευματική Ψυχή συζητούνται και διδάσκονται με τρόπο, που θα καλούσα τους θεολόγους να τις μελετήσουν με καλή πίστη. Όλα είναι θεία δωρήματα, «άνωθεν καταβαίνονται», τόσο οι εμπνεύσεις των θεολόγων, όσο και οι στοχασμοί των θύραθεν συγγραφέων. Και αυτό θα το έλεγα για όλα τα έργα του Λεκατσά, με το ανιχνευτικό πάθος, και για όλες τις αναζητήσεις του ως τον προχριστιανικό Διόνυσο.
Η «Ψυχή» συνοδεύεται από κεφάλαια βασικής σημασίας, όπως είναι η ιδέα της αθανασίας και τα έθιμα του θανάτου, που οι περιπτώσεις τους εξετάζονται με πλουσιότατο εθνολογικό κοίταγμα. (Κρίμα που δεν έχουμε κι εδώ ένα ευρετήριο τουλάχιστο των αναγραφομένων λαών. Εύχεται κανείς πάντα τη σύνταξη ενός γενικού ευρετηριακού τόμου, που θα μας δώσει ονόματα και όρους όλων των εργασιών του Λεκατσά).
Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται συχνότερες οι συγκρίσεις προς νεοελληνικά λαογραφικά έθιμα και καταλαβαίνει κανείς καλύτερα τη σημασία του εθνολογικού πλαισιώματος. Όσο κι αν περιγράφει άριστα ο Έλληνας λαογράφος π.χ. τα νεκρικά έθιμα του θρήνου και της εκφοράς, θα τα καταλάβουμε καλύτερα και πιο ήπια ή φιλοσοφικά, αν τα δούμε να εντάσσονται σε σταθερές πανανθρώπινες εκδηλώσεις, που είτε αρχίζουν από τους προμηκυναίους και τους Εβραίους, είτε απλώνονται ως τον Ισημερινό και τους Πόλους. Τέτοιες περιπτώσεις βρίσκει με πυκνή αφθονία κανείς στα κεφάλαια 49 «Θρήνος και σπαραγμοί στις τελετές του θανάτου» και 52 «το ξόδι του νεκρού» : «Σε πολλά μέρη της Γερμανίας το χύσιμο του νερού πίσω από τον νεκρό δικαιολογιέται ρητά από τον φόβο πως αλλιώς ο νεκρός θα γυρίσει. Αυτή ίσως η ιδέα μετασχηματίζεται στις νεοελληνικές δοξασίες πως το νερό που χύνεται είναι για να πλύνει ο Χάρος το δρεπάνι του και να μην ξαναπάρει από το σπίτι άλλη ζωή». (Ζάκυνθος). σελ. 141.
Το τελευταίο βιβλίο του Λεκατσά «Διόνυσος» είναι γραμμένο, θα λέγαμε, με τη σύγχρονη μέθοδο της στρωματογραφίας (structuralisme). Κεφάλαια – κεφάλαια προχωρούν από τα πρωτόγονα ανθρώπινα χρόνια στις εξελιγμένες πολιτιστικές ώρες, και δίνουν τα πρώτα έθιμα σαν υποτύπωση συνθηκών για την ανάπτυξη της Διονυσιακής λατρείας. Τις βαθμίδες αυτές ο συγγραφέας τις ανεβαίνει (ή κατεβαίνει) μ’ ένα ανάλαφρο και διακριτικό πάτημα. Περιγράφει τις τολμηρότερες δεισιδαιμονίες και αγριότητες με ανθρώπινη κι εθνολογική κατανόηση, και δείχνει πως οι παλιές κοινωνίες, αμόρφωτες από παιδεία αλλά τέλεια οργανωμένες από ένστικτο, προχωρούσαν από τη μια βαθμίδα στην άλλη: από την ωμοφαγία και την τοτεμική μετάληψη, στη μύηση (κάτι ανώτερο), ύστερα στον Μαιναδικό θίασο, και τέλος στη λατρεία του βλαστικού Διονύσου, που είναι μια ώριμη τοποθέτηση του ανθρώπου στη γύρω του φύση.
Ο νέος θεός ανδρώνεται και γιορτάζεται ολοένα πιο πολιτιστικά (καλό κεφάλαιο η «Συνθετική ερμηνεία των Ανθεστηρίων», (σελ. 125-7) ώσπου γίνεται ευεργετικός, καλλιτεχνικός και θεατρικός, μύθος. Ακολουθεί η οργανωμένη θρησκεία του με τα απίθανα ανθρώπινα συστήματα, ώριμα και δεκτικά για την άλλη θρησκεία που θ’ ακολουθήση. Τι φταίει ο άνθρωπος αν η αιώνια φύση του τον οδηγεί σ’ αιώνιες επαναλήψεις;
Ο Λεκατσάς χαίρεται και την ελληνική διάρκεια στον παραδοσιακό μας χώρο και χρόνο: «Τα παρνασσιακά Δαδοφόρια εντυπωσιάσανε τους κλασσικούς ποιητές, που βλέπουν τη λαμπάδα του θεού να σελαγίζει στο δικόρυφο του Παρνασσού, μέσα στη νύχτα. Οι χριστιανικοί αιώνες δεν απόσβησαν τη θύμησή τους. Ένας τόπος με τ’ όνομα «Τουμπανάρια» στο οροπέδιο του Παρνασσού, αναθυμίζει τα τύμπανα των Μαινάδων. Το κορφοπλάτωμα τούτο είναι κι αγαπημένο των Νεράϊδων, κι οι ντόπιοι σκιάζουνταν να το σιμώσουν τη νύχτα».
Το μεγάλο κεφάλαιο «Διόνυσος και άλλοι θεοί» (σ. 169-206) είναι από τα γνωσιολογικότερα του βιβλίου. Από τις σχέσεις των θεών και τις λατρείες τους μπορεί να ερμηνεύσει κανείς κάθε τεκμήριο αρχαιολογίας, φιλολογίας και εθιμικού μύθου, αλλά και να συλλογιστεί την κοινωνιολογική πλευρά της παρουσίας ή αλλαγής των θρησκειών, στα μεγάλα ρεύματα των ιστορικών μεταβολών. Είναι εκπληκτική η παρουσία όπως και οι αλλοιώσεις της λατρείας του Διονύσου σ’ όλες τις ώρες και τους χώρους της Ελληνικής, της Αλεξανδρινής και της Ρωμαϊκής ζωής, από τα αρχαία ως τα τελευταία της χρόνια. Ο συγγραφέας την παρακολουθεί μ’ ένα ταχύ, από τη βιβλιογραφική πια εμπειρία του, μάτι ως τις ημέρες που ο Χριστός την εξετόπισε.
Η φροντίδα του Λεκατσά να εμπεδώνει κάποτε με ανακεφαλαιώσεις ό,τι με κόπο ερεύνησε, βγαίνει κι από μια συνυπόσταση συγγραφικών ιδιοτήτων που πάντα είχε: τη χαρά της ανεύρεσης με τη χαρά της ανακοίνωσης. Νομίζω πως όλοι οι πληθωρικοί συγγραφείς είναι ανακοινωτικοί, έχει όμως σημασία, όταν η επιστημονική αυτή κοινολόγηση γίνεται από μια βαθύτερη ώθηση πνευματικής και κοινωνικής αποστολής.
Τέτοια την αισθανόταν ο Παναγής Λεκατσάς, ιδιαίτερα για ένα πλατύτερο ελληνικό κοινό, κι αυτή τον εκόπωσε ως το θάνατο. Αυτή όμως μας έδωσε και τα βιβλία, που νομίζω πως χωρίς εκείνον δεν θα τα είχαμε τόσο «νωρίς» και τόσο πολυερευνητικά στην Ελλάδα.

ΧΡΟΝΙΚΟ 71 – (Σεπτέμβρης 70 – Αύγουστος 71) ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ, Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.