Η ΙΘΑΚΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΕΤΖΗ

Το ανά χείρας λεύκωμα συγκεντρώνει μια αντιπροσωπευτική επιλογή από αδημοσίευτες φωτογραφίες που τράβηξε ο Σπύρος Μελετζής κατά τη διάρκεια των περιηγήσεών του στην Ιθάκη, σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Το 1939, λίγο πριν ξεσπάσει ο Πόλεμος, το 1953, που αποτύπωσε πιστά και άμεσα την ατμόσφαιρα της μετασεισμικής Ιθάκης, και το 1956, που επισκέφτηκε για άλλη μια φορά το νησί και εμπλούτισε το φωτογραφικό υλικό του.
Από το συρτάρι όπου φυλάσσεται το προσωπικό του αρχείο ανασύραμε φωτογραφίες που είχαν μείνει καταχωνιασμένες και ξεχασμένες για πάρα πολλά χρόνια. Αξίζει τον κόπο να σταθούμε σε αυτές, να αφυπνίσουμε μνήμες, να αναγνωρίσουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας, να παραδοθούμε σε αισθήσεις που αναδύονται από τον ξεχασμένο χρόνο, καθώς συναντιόμαστε με μέρη και ανθρώπους που συνέβαλαν σττη διαμόρφωση της ιστορίας του νησιού τα τελευταία χρόνια.
Τον Σπύρο Μελετζή τον συνάντησα για πρώτη φορά στα εγκαίνια της έκθεσής του στο Μορφωτικό Κέντρο της Ιθάκης πριν από 15 περίπου χρόνια.
Η έκδοση αυτού του λευκώματος στάθηκε αφορμή να συναντηθούμε πολλές φορές. Στην πρώτη μου επίσκεψη στο σπίτι του, βρέθηκα απέναντι σε έναν άνθρωπο που προσφέρει απλόχερα τη φιλοξενία του, γλυκό, ευγενικό, χαμογελαστό. Πέρα, όμως, από τα αδιαφιλονίκητα αυτά προσόντα του, στη διάρκεια των συζητήσεών μας ανακάλυψα οτι, ταυτόχρονα, διαθέτει το χάρισμα της περιεκτικής περιγραφής και την ικανότητα να διαποτίζει την ατμόσφαιρα με την «ειδική θερμοκρασία του».
Ένοιωσα, πραγματικά, μια απόλαυση να τον ακούω να μου μιλάει για τη ζωή και τη φωτογραφία. Και τα δύο τα γνωρίζει, όχι σαν ένας κοινός θεατής που τα έχει απλώς διατρέξει, αλλά σαν ένας άνθρωπος που τα έχει ψάξει με το νυστέρι του χωμένο ως τις πιο βαθιές ίνες.
Καθώς οι κουβέντες μας γλιστρούσαν σιγά σιγά και η συζήτηση πύκνωνε, ο Σπύρος Μελετζής ξεχείλιζε από αναμνήσεις που αναπόφευκτα έπαιρναν το δρόμο της προσωπικής εξομολόγησης. Αυτό που αναδύθηκε ήταν αποκαλυπτικό, μια στάση ζωής ανεμπόδιστη, καθαρή και πηγαία που κατόρθωσε να εκφράσει ένα άρτιο έργο, ισορροπημένο, πλούσιο σε ψυχή και σε προσωπικά βιώματα.
Ο Σπύρος Μελετζής συγκεντρώνει πολλές ιδιότητες. Αυτή του φωτογράφου που άσκησε με προσήλωση και συνέπεια το έργο του αποτυπώνοντας για τουλάχιστον εφτά δεκαετίες την ιστορική φυσιογνωμία της Ελλάδας, του φωτογράφου της Εθνικής Αντίστασης, του ανθρώπου που πάλεψε για να πετύχει σε δύσκολες εποχές, στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις και ικανότητες. Εμείς τον πρωτογνωρίσαμε, έτσι όπως αυτός αρέσκεται να παρουσιάζει τον εαυτό του, σαν έναν καλλιτέχνη φωτογράφο που έπασχε και πάσχει κάθε φορά να πετύχει την τέλεια «εκτύπωση» στις φωτογραφίες του.
Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία ξεκίνησε στην Αλεξανδρούπολη το 1923. Εκεί άρχισε να δουλεύει στο εργαστήριο του φωτογράφου Αλέξανδρου Παναγιώτου. Από τότε η φωτογραφία έγινε όχι μόνο η κύρια ασχολία του, αλλά και η γόνιμή του πίστη που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή. Τέσσερα χρόνια αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα και μαθήτευσε κοντά στον ζωγράφο και φωτογραφο Πάνο Γεραλή, τον οποίο ο Σπύρος Μελετζής θαύμαζε γιατί «είχε καλλιτεχνικό ταλέντο, και ήξερε πως να φωτογραφίζει ένα πρόσωπο που να έχει την ομορφιά, αλλά να διατηρεί και τα ιδιαίτερα χαρίσματά του».

Ο κύριος, όμως, δάσκαλός του ήταν ο φωτογράφος των ανακτόρων Γεώργιος Μπούκας. Στο φωτογραφείο του, που σύχναζαν ζωγράφοι και άλλοι καλλιτέχνες της εποχής, ο Σπύρος Μελετζής εργαζόταν ως τυπωτής και από αυτόν μυήθηκε στα μυστικά της φωτογραφίας. Ο Γεώργιος Μπούκας υπήρξε μια προσωπικότητα καθοριστική για τη διαμόρφωση της αισθητικής και της καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας του νεαρού φωτογράφου. «Πρέπει να γνωρίσεις ανθρώπους που έχουν αισθητική, και εγώ είχα το ευτύχημα να έχω καλούς δασκάλους. Αλλά φτάσαμε σε σημείο να διαφωνήσουμε, πράγμα που στάθηκε καθοριστικό στην εξέλιξή μου: Κάποια φορά ο Μπούκας μου έδωσε να τυπώσω μια πλάκα ενός φωτογράφου – αντιγραφή ήτανε – και εγώ είχα τη συνήθεια να του δείχνω το δείγμα. Όταν του το έδειξα, αντί να μου πει αν ήταν καλή ή κακή ή αν ήθελε τίποτα να διορθώσω, το μόνο που μου είπε ήταν «τύπωσε άλλη». Ανεβαίνω στο θάλαμο, τυπώνω μιαν άλλη, του τη δείχνω και πάλι μου λέει: «Τύπωσε άλλη». Προσπαθούσα να καταλάβω γιατί δεν του άρεσε, ήταν ανοιχτή; ήταν σκούρα; Οπότε ανεβαίνω μαζί με τον Μπούκα να τυπώσουμε την τέταρτη φωτογραφία. Αλλά πάλι δεν του άρεσε. Νομίζω έκανα και πέμπτη φωτογραφία. Τότε, λοιπόν, κάθεται και μου λέει: «Εσύ, παιδάκι μου, δεν θα γίνεις ποτέ φωτογράφος γιατί η φωτογραφία χρειάζεται μάτι και σε δεν έχεις γιατί δεν μπορείς να διακρίνεις τους τόνους. Γι’ αυτό καλύτερα πήγαινε να γίνεις υδραυλικός, μαραγκός, σιδεράς, γίνε οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι φωτογράφος». Γυρνώντας σπίτι. ο Σπύρος Μελετζής έπαθε ίκτερο και έμεινε πολλές μέρες στο κρεβάτι. Την ημέρα που επέστρεψε στη δουλειά του, καθώς περπατούσε στο δρόμο,αισθάνηκε οτι κάτι έφυγε από μπροστά του, «αυτό το τουλουπάνι που λέμε, που άνοιξε σαν μπερντές». Από τότε η αυλαία παραμένει ανοιχτή και μας αποκαλύπτει θαύματα.
Για την ιδιοσυγκρασία του, την ελεύθερη και μαχητική του φύση, η σκηνοθετημένη, στατική δουλειά των πορτρέτων στο στούντιο, που αποτελούσε το κύριο αντικείμενο πολλών φωτογράφων εκείνης της εποχής, δεν τον ικανοποιούσε. Φλεγόταν από μια ασίγαστη επιθυμία να φύγει μακριά από τον περιορισμένο χώρο του φωτογραφείου και τη μοναξιά του σκοτεινού θαλάμου.

Αποφασίζει να ξεχυθεί στην Ελλάδα, να φωτογραφίσει τον Όλυμπο, τη λεβεντιά της Ηπείρου, τα ύδατα της Στυγός, να διαβεί τον Αχέροντα. Μέσα από τη φωτογραφία ανακαλύπτει την ποίηση του τοπίου, υμνεί το μεγαλείο της φύσης και τις ομορφιές της. Απεικονίζει ιστορικά μοναστήρια, βυζαντινές εκκλησίες, αρχοντικά σπίτια, ξεχασμένα κάστρα. Στο δρόμο του συναντάει παλικάρια με σκαμμένα από το μόχθο και τις κακουχίες πρόσωπα, ιερείς σε περισυλλογή λίγο μετά τη λειτουργία. Ανυψώνει τη γυναίκα ως κεντρική μορφή της καθημερινής αγροτικής ζωής της υπαίθρου. Επιδίδεται σε ανεξάντλητες αρχαιολογικές περιδιαβάσεις, φωτογραφίζοντας μνημεία, αγάλματα, ναούς. Αποτυπώνει οτιδήποτε έχει το βάρος του αιώνιου και οι φωτογραφίες του μοιάζουν, όσο τις κοιτάμε, να ελκύουν με τη συγκλονιστική καθαρότητά τους, την απουσία οποιουδήποτε φτιασιδώματος και υπερβολής.
Ξεκινάει τις περιπλανήσεις του με τα μάτια της ψυχής ανοιχτά και άγρυπνα, όχι με τη διάθεση να περιγράψει, να πληροφορήσει, να κρίνει ή να εξηγήσει, αλλά με την ανάγκη να διατηρήσει την ελευθερία του, τη χαρά και τον ενθουσιασμό να πλανιέται ανεμπόδιστος και να αναμετράει τις δυνάμεις του πάνω από τα απέραντα ανοίγματα της στεριάς και της θάλασσας. Γιατί για τον Σπύρο Μελετζή η περιπλάνηση είναι μια βιολογική αναγκαιότητα, είναι η κύρια βούληση της ζωής του, που διαφεντεύει τις αποφάσεις του.

Άνθρωπος τολμηρός, αισιόδοξος και αποφασιστικός, ξεκίνησε την πρώτη του περιοδεία στην Ήπειρο το 1937. Μετά από 22 μήνες επέστρεψε στην Αθήνα και πραγματοποίησε την πρώτη του μεγάλη έκθεση, το 1939, με 120 φωτογραφίες, στον Παρνασσό. Ο δάσκαλός του έμεινε έκθαμβος και κατενθουσιασμένος για τον άξιο μαθητή του. Αλλά και πολλοί άλλοι που παρευρίσκονταν στην έκθεση έτριβαν τα μάτια τους και αναρωτιόνταν: «Βρε, αυτός ήταν κούτσουρο μέχρι χθες, πως διάολο παρουσιάζει αυτή την έκθεση;» Ο Γεώργιος Μπούκας του πρότεινε να φωτογραφίσει τον πρίγκιπα Νικόλαο και ο δρόμος της φωτογραφίας άνοιξε διάπλατα.
Το χειμώνα του 1944, η ηγεσία του ΕΑΜ τον προσκάλεσε να ανέβει να φωτογραφήσει τον αγώνα, του οποίου έγινε και ο επίσημος φωτογράφος. «Μου άρεσε αυτός ο ενθουσιασμός, αυτό το μεγαλείο που είχαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, όσοι ανεβήκανε πάνω στο βουνό. Ανεβήκαμε γιατί το πιστεύαμε, πιστεύαμε στην Αντίσταση».
Μια καθολική εγρήγορση συνεπήρε τον φωτογράφο. Το θέαμα των κυμάτων του ιστορικού γίγνεσθαι, η φυσιογνωμία των ανταρτών, το επικό μέγεθος της μεγάλης περιπέτειας της Αντίστασης, η λυρική σχέση με τη φύση και το τοπίο, τα σύμβολα της υπέρτατης αρετής και της αυτοθυσίας, της ομορφιάς ή του ανθρώπινου μεγαλείου πρόσφεραν ερεθίσματα στο φωτογράφο, έγιναν εικόνες που βρήκαν άμεση αντιστοιχία στην ψυχή του.
Το έργο του χρειάζεται μια ιδιαίτερη και προσεκτική κριτική ανάλυση, μια πολυδιάστατη ερμηνεία, όχι μόνο λόγω της καλλιτεχνικής του αξίας, αλλά κυρίως γιατί η Ιστορία των τελευταίων χρόνων, σημαδεμένη από συμβάντα ευτυχή ή οδυνηρά, από στιγμές θλίψης ή ελπίδας, περνάει ακέραια στις φωτογραφίες του και μας βοηθά να τη διατηρήσουμε πιστά χαραγμένη στη μνήμη μας.
Μέσα από τη φωτογραφία, ο Σπύρος Μελετζής κατακτά, με την επίμονη αναζήτηση, αυτά που θεωρεί ως τα πιο σημαντικά συστατικά του έργου του – το περιεχόμενο, την ουσία, το νόημα της ζωής και του κόσμου που τον περιβάλλει – και με τα όποια νιώθει οτι βρίσκεται σε μια σχέση ευεργετικής αμοιβαιότητας. Η αδιάλειπτη ενασχόλησή του με τη φωτογραφία, η οποία αντικατοπτρίζεται σε ένα έργο που αριθμεί χιλιάδες αρνητικά, τροφοδοτεί τη ζωή του με βαθιά εμπειρία και γνώση, γιατί γι’ αυτόν «τα πράγματα δεν γίνονται γρήγορα… πρέπει να περάσει ο χρόνος, να ωριμάσουμε για το κάθε πράγμα».
Με αφετηρία τα παραπάνω, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια βαθύτερη ανάλυση της ιδιοσυστασίας του Σπύρου Μελετζή, η οποία, νομίζω, οτι είναι συνάρτηση δύο παραγόντων που συνδυάζονται και συλλειτουργούν: της οπτικης γλώσσας του και του συνόλου των αξιών του.
Η οπτική γλώσσα παρουσιάζεται με μια αξιοζήλευτη ενότητα ύφους. Στο έργο του με δυσκολία ανακαλύπτουμε κενά σημεία, χωρίς λόγο ύπαρξης, περιττά, ή ασύνδετα. Η αφαίρεση στα πράγματα που φωτογραφίζει τον βοηθάει να καταλάβει πως ό,τι και αν περιέχει, μια εικόνα θα πρέπει να συμβάλει σε μια αδιάσπαστη ενότητα μορφής. «Δεν μπορείς να τα βάλεις όλα στη φωτογραφία, πρέπει να αφαιρέσεις, να προβάλεις το κύριο θέμα, αυτό που σ’ ενδιαφέρει να το τονίσεις περισσότερο».
Ο Σπύρος Μελετζής αποφεύγει να ψυχογραφήσει τις μορφές που φωτογραφίζει. Στα απεικονιζόμενα πρόσωπα αντανακλώνται οι αποχρώσεις της προσωπικής του ευαισθησίας. Ο θεατής έχει τη βαθιά βεβαιότητα οτι ο φωτογράφος θέλει να βλέπει τον κόσμο όμορφο και ζωντανό. Οι ήρωές του στέκονται αταλάντευτοι σαν να μην έχουν περάσει δοκιμασίες. Ζούνε με ένταση και δύναμη χωρίς εσωτερικούς δισταγμούς και παλινδρομήσεις. Βιώνει τους χώρους με αισθαντικότητα και απεικονίζει τον εξωτερικό κόσμο με τρόπο διαυγή, λιτό και σοβαρό.
Οι εικόνες του δείχνουν έναν άνθρωπο ο οποίος βαδίζει με σιγουριά και ασφάλεια, ηρεμία και σύνεση. Όλες αυτές οι ιδιότητες που συνθέτουν την προσωπικότητά του αντλούνται και διαμορφώνονται από τη βαθιά θρησκευτικότητά του, η οποία καθαγιάζει όσα αναδύονται από το έργο του. Ο ίδιος μας διηγείται το γεγονός που εδραίωσε την πίστη του: » Όταν ήμουν μικρός στην Ίμβρο, πριν μπούμε στο χωριό μου, υπήρχαν δύο εκκλησίες, η μία ήταν η επίσημη εκκλησία, ο Άγιος Γεώργιος, και κοντά της υπήρχε μια άλλη εκκλησία της Παναγίας. Δίπλα στην Παναγία, υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι που το’ λεγαν «του Χριστού». Ακόμα το θυμάμαι σαν όνειρο, σαν οπτασία. Μια μέρα κατέβαινα το δρόμο προς το εκκλησάκι και, μόλις ζύγωσα σε αυτό το μέρος, είδα μια μορφή με κάτι γένια μέχρι κάτω να μπαίνει γρήγορα γρήγορα μέσα στο εκκλησάκι του Χριστού. Πήγα και εγώ και έψαξα αμέσως να δω αυτόν τον άνθρωπο. Δεν βρήκα τίποτα, έρημο ήταν. Αλλά αυτό το πράγμα μου έμεινε από τότε και το κουβάλησα σε όλη μου τη ζωή. Όταν λέω το κουβάλησα, το είχα συνδυάσει με ένα σωρό περιστατικά, από τις περιπέτειες της ζωής μου που γλίτωσα, ενώ θα έπρεπε να είμαι σκοτωμένος πολλές φορές, μέχρι τις τρέλες που έκανα. Αλλά, έλεγα: ¨Με βοηθάει ο Χριστός και δεν φοβάμαι τίποτα¨ «.
Ένας από τους ευτυχείς σταθμούς των περιπλανήσεων του στάθηκε η επίσκεψή του στην Ιθάκη.
Στην πρώτη του μεγάλη έκθεση, στον Παρνασσό το 1939, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς ζήτησε από τον Σπύρο Μελετζή να φωτογραφίσει την Κεφαλονιά και να γίνει μια ίδια έκθεση και εκεί. Έτσι, με ένα χαρτί, για να μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα, και λιγοστά χρήματα, ταξίδεψε στην Κεφαλονιά και με αυτή την ευκαιρία επισκέφτηκε και την Ιθάκη.
Έφτασε φορτωμένος με τις βαριές μηχανές του και έναν αγγλικό ταξιδιωτικό οδηγό, γιατί » δεν ήθελε να επισκέπτεται τα μέρη αδιάβαστος».
«Μου άρεσε η Ιθάκη και η περιπλάνηση του Οδυσσέα». Είχε διαβάσει την Οδύσσεια και έφτασε εκεί έχοντας σαν βαθύτερο σκοπό να συναντήσει την Ιστορία, να αναδείξει τις ρίζες του νησιού, να εμπνευστεί από τα μυστικά ερείσματα του μύθου, να φωτογραφίσει πάνω στα χνάρια του Οδυσσέα.
«Έφθασα στην Ιθάκη με το ελληνικό επιβατικό ¨Αγγέλικα¨ και το φωτογράφισα. Δεν ήταν, όμως, καλοτάξιδο γιατί δεν είχε καρίνα, το ¨Αγγέλικα¨ ήταν πλάκα. Αλλά ήταν εντυπωσιακό, πολυτελείας, ένα κοσμοπολίτικο βαπόρι». Το φτάσιμο του βαποριού στο Θιάκι δημιούργησε κάποια κίνηση γύρω από το λιμάνι και αποτελούσε ένα γεγονός για τους κατοίκους του. Οι ταξιδιώτες, τα νέα, οι εφημερίδες ήταν μια ασχολία για να ξεχνά κανείς την απομόνωση και τη μελαγχολία.
Οι φωτογραφίες είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα απλό ταξιδιωτικό χρονικό. Η ματιά του Σπύρου Μελετζή δεν ταυτίζεται με την έκπληξη, το θάμπωμα ή την οπτική λαιμαργία του βιαστικού τουρίστα που προσπαθεί να απαθανατίσει τα μέρη και τους ανθρώπους. Στις φωτογραφίες του σκιαγραφείται η γεωγραφική φυσιογνωμία της Ιθάκης, απεικονίζονται οι ομορφιές της, οι ιστορικές της καταβολές, οι τοποθεσίες που πέρασε ο Οδυσσέας. Εικόνες μεγαλειώδους τοπίου, χωρίς να επιχειρούν να μετατραπούν σε μεγαλειώδεις εικόνες. Περιγράφονται πολλά στοιχεία από την καθημερινότητα, σύμβολα δεμένα με το νησί και τις παραδόσεις του. Κρίνονται οι άνθρωποι και οι συνήθειές τους. Πλάνα που συγκροτούν την εικόνα ενός ανθρώπου που ενθουσιάζεται με τη δημιουργία, καθώς μοιάζει να ανακαλύπτει πρώτη φορά τον κόσμο.
Σύμφωνα με έναν ορφικό ύμνο, η γη είναι «έδρανον αθάνατου κόσμου». Και ο Όμηρος έτσι τη βλέπει. Όλα τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος έχουν μια ειδική σχέση με το σενάριο της ζωής, είναι από τη φύση και τη λειτουργία τους συντελεστές του σεναρίου. Η σύνδεση της ποίησης της εικόνας του με το ομηρικό κείμενο είναι εμφανής. Ο ομηρικός άνθρωπος αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως δίον και του συμπεριφέρεται με το σεβασμό που ταιριάζει σε μια θεότητα. Η Ιθάκη αναφέρεται στην Οδύσσει ως τρηχεία, παιπαλόεσσα. Ο Τηλέμαχος απάντησε στον Μενέλαο που ήθελε να του χαρίσει άλογα οτι δεν τα δέχεται γιατί στην Ιθάκη δεν υπάρχουν ούτε δρόμοι πλατείς ούτε λιβάδια, αλλά είναι αιγίβοτος.
Στις βουκολικές φωτογραφιες του Σπύρου Μελετζή αναδεικνύονται οι σχέσεις του με τη φύση. Όλα τα βλέπει ως εξαρτήματα του τοπίου, ως έναν συγκινητικό τονισμό στις αποχρώσεις της φυσικής ομορφιάς. Το πετρώδες χαοτικό σκηνικό, η κλίση του βράχου και πάνω τοποθετημένα τα αιγοπρόβατα να ατενίζουν γαλήνια το τοπίο και τον ζωοδότη ήλιο. Η στάση τους θυμίζει χορογραφία, καθώς η κίνησή τους εναρμονίζεται με τη φαινομενική ακινησία του εδάφους.
Ο Σπύρος Μελετζής, ως σύγχρονος Οδυσσέας, επισκέπτεται τα μέρη και φιλοδοξεί να συνθέσει μια αυθεντική εικόνα του νησιού.
Ακολουθεί το μονοπάτι του Τηλέμαχου, το λιμένα του Φόρκυνος, την ελιά του Οδυσσέα. Κοντα στην ελιά υπάρχει το σπήλαιο, άνδρον, το ιερό των νυμφών. Αναζητά την Αρέθουσα πηγή και το πετρώδες ύψωμα, την Κόρακος Πέτρα.
Αλλά δεν φωτογραφίζει μόνο μνημεία ή αρχαιολογικούς χώρους. Η συνολική εικόνα προκύπτει ανθρωποκεντρική, μετατοπίζοντας τον ιδεολογικό δείκτη από την αρχαιολατρεία προς μια πιο σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία.
Είναι αποκαλυπτικές οι φωτογραφίες στα εγκαίνια της Ναυτικής Σχολής, και ίσως να είναι οι μόνες που δίνουν στο ήσυχο Θιάκι την εικόνα μιας θορυβώδους κίνησης. Ο Σπύρος Μελετζής φτιάχνει μια γοητευτική σκηνογραφία της Ιθάκης. Οι εικόνες του γύρω από το κλειστό λιμάνι, το μικρό Λαζαρέττο, που κάποτε χρησίμευε ως φυλακή, οι ανοιχτές θέες και τα μπαλκόνια, γοητεύουν το θεατή, που μοιραία παρασύρεται σε ατέρμονες φαντασιώσεις. Στο Μοναστήρι των Καθαρών, στην κορυφή του βουνού Νήιον, με τους ήχους του καμπαναριού του να ηρεμούν την ανθρώπινη ψυχή, ή ακόμα στην άποψη του Πίσω Αετού από το ύψωμα του δρόμου προς τη βόρεια Ιθάκη, ολόκληρο το τοπίο, από τη βαριά γη ως τον συννεφιασμένο ουρανό, απεικονίζεται σαν να ιερουργεί, εναρμονισμένο με την αδρή ομορφιά των κόλπων που τυλίγουν τη θάλασσα. Τα μικρά λιμανάκια που προστατεύονται από φιλόξενες αγκαλιές. Το Βαθύ, το Κιόνι, οι Φρίκες, η Πόλη, απλά και απέριττα. Τι θεσπέσιες φωτογραφίες! Θαυμάσια είναι επίσης η δουλειά του σε πορτρέτα Θιακών, όπου ο φακός συλλαμβάνει φευγαλέες νύξεις ή ρεμβασμούς της ζωής, καθώς η θαλασσινή αύρα τυλίγει τα ανοιχτόκαρδα πρόσωπά τους. Ναύτες ή παρέες ψαράδων να ρίχνουν τα δίχτυα τους σε μια γωνία του λιμανιού.
Η φωτογραφική μαρτυρία του Σπύρου Μελετζή είναι πολύτιμη. Για το φωτογράφο, η Ιθάκη είναι ένα νησί δοσμένο στη ναυτιλία, που ακόμα και σήμερα βγάζει τολμηρούς θαλασσοπόρους. Το μεγάλο σαν στοργική αγκαλιά λιμάνι του μοιάζει με λίμνη. Λέγεται οτι παλιοί ναυτικοί δεν μπορούσαν να βρούνε την είσοδό του, ενώ άλλοι, σαν έφταναν εκεί, αναρωτιόνταν από που μπήκανε. Στις πρώτες φωτογραφίες που τράβηξε, η Ιθάκη ήταν σκεπασμένη με ομίχλη. «Με τέτοιες συνθήκες θα έφτασε ο Οδυσσέας». Αναλογιζόμαστε τη σκηνή της επιστροφής του Οδυσσέα, που όταν έφτασε στο ομιχλώδες Θιάκι αναρωτήθηκε σε ποια ακτή τον έβγαλαν οι Φαίακες. Τότε η Αθηνά, διώχνοντας την καταχνιά, του είπε: «Να το Νήριτο, δηλαδή να η γη σου».
Η ευαισθησία του, οι εκτενείς αναφορές του στην ανοικοδόμηση μετά τους σεισμούς θυμίζουν οτι «φεύγοντας από το Βαθύ, πηγαίνοντας στα χωριά, βρήκα ανθρώπους πάνω στις σκεπές να επισκευάζουν τα σπίτια τους. Η πρώτη φορά που ήμουν εκεί δεν ήταν έτσι. Όλα άλλαξαν, όλα εξελίχτηκαν». Όλα εκεί του φαίνονται όμορφα και το ηθικό των Θιακών πραγματικά ανεβασμένο.
Οι θαυμαστές εικόνες του πάνω στις καθημερινές ασχολίες, το κοπανέλι, το φτιάξιμο του σαπουνιού, το μάζεμα της ασημόφυλλης ελιάς, φωτογραφημένες με το κέφι του ταξιδιώτη φωτογράφου. Ο Σπύρος Μελετζής βρίσκει ευκαιρίες να μας μεταφέρει σε άλλες εποχές και άλλους χρόνους, να ξυπνήσει νοσταλγικές μύχιες, να γεφυρώσει κόσμους, δημιουργώντας σχέσεις άκρως αποκαλυπτικές. Και πάλι κάτι κομμάτια θάλασσας να ξεπροβάλλουν από κάποιο ύψωμα, μοιάζουν σαν λίμνες δαντελοφορεμένες, ασάλευτες…
Ο Roberto Calasso (1) λέει οτι μετά τον Οδυσσέα η ζωή αρχίζει χωρίς ήρωες, όπου οι ιστορίες δεν συμβαίνουν υποδειγματικά, αλλά επαναλαμβάνονται και γίνονται αφήγηση. Οι φωτογραφίες αυτού το βιβλίου είναι μια ποιητική αφήγηση ενός αισθαντικού καλλιτέχνη, μια αυθεντική, θερμή και συναρπαστική εικονοποιία, μια μαρτυρία ανεκτίμητη για τις ερχόμενες γενιές.
Ως άνθρωπος της καρδιάς, ο Σπύρος Μελετζής είναι στραμμένος στο φως. Έχει μια συνείδηση όπου ο Έλληνας, ο χριστιανός, ο άνθρωπος μπορούν να δώσουν τα χέρια χωρίς να συγκρουστούν. Οι άνθρωποι φτιάχνονται και δεν έχουν άλλον ορίζοντα από αυτόν που χαράζουν οι πράξεις τους. Και ο Σπύρος Μελετζής ανήκει σε αυτούς.

ΝΙΝΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ*
• Η Νίνα Κασσιανού είναι ιστορικός και κριτικός φωτογραφίας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Roberto Calasso, Οι Γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας, Νεφέλη, Αθήνα 1991, σελ. 386.

One thought on “Η ΙΘΑΚΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΕΤΖΗ

  • 17 Μαρτίου 2017 at 1:32 πμ
    Permalink

    ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΟΤΕΡΗΣ ΙΘΑΚΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΞΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ!

    Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.