Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Η σοβαρότερη και πιο ιερή Μέρα του ορθόδοξου εορτολογίου. Εκκλησιαστικά τελετουργικά στοιχεία της: η Ακολουθία «των Ωρών» το πρωί, με τα Ευαγγέλια και την Αποκαθήλωση, κι ο Επιτάφιος (θρήνος), το απόγευμα ή το βράδυ, (κάποτε και προς το χάραμα του Σαββάτου). Λαογραφικά στοιχεία: η αυστηρότατη νηστεία (μερικοί δροσίζουν μόνο με ξίδι τα χείλη τους, σαν το Χριστό), η επίσκεψη στα νεκροταφεία, (όπου και οι ψυχές συμπενθούν), τα άφθονα άνθη για τον Επιτάφιο με τον ανταγωνισμό του στολισμού, και η γραφική περιφορά των Επιταφίων, το βράδυ.

Η «Αποκαθήλωση» μέσα στη κατάμεστη πάντα εκκλησία, προς το μεσημέρι, είναι μια από τις πιο αναπαραστατικές σκηνές της ορθόδοξης τελετουργίας. Ο ιερέας παριστάνει τον Ιωσήφ (από Αριμαθαίας), ανεβαίνει με μικρή σκάλα στον στημένο Σταυρό, αποκαθηλώνει τον «Εσταυρωμένο» και τον πηγαίνει σεβαστικά στο Άγιο Βήμα, απ’ όπου θα ξαναβγεί κρατώντας το ξαπλωτό νεκρό σώμα του Χριστού (τον Αμνό), για τον Επιτάφιο. Με πομπή θα το αποθέσει στο ανθοστολισμένο κουβούκλιο. Στο διάστημα αυτό ψάλλεται συνοδευτικά ένα αφηγηματικό και ποιητικότατο Δοξαστικό των Αποστίχων («Σε τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον…»), σε ήχο πλάγιο πρώτου, που, όταν ο ψάλτης είναι ικανός, αποτελεί ένα από τα αρχαιοπρεπέστερα και συγκινητικά μουσικά μελωδήματα των Παθών. Κι ο ιερέας προσαρμόζει θεαματικά τις κινήσεις του, με τα αντίστοιχα λόγια: -«Πως σε κηδεύσω, Θεέ μου;…» κτλ. Λεμονανθοί και ραντίσματα, την ώρα εκείνη, δίνουν στο πρώτο προσκύνημα του νεκρού Ιησού ανθρώπινο νόημα…

Η βραδινή ακολουθία του Επιταφίου ψάλλεται με λιγότερο πένθος. Ο διάκοσμος, τα λουλούδια και τα φώτα της εκκλησιάς, μαζί με την παριστάμενη νεότητα και την περιβάλλουσα άνοιξη, δημιουργούν μιαν αισιόδοξη ατμόσφαιρα, που προοιμιάζει την Ανάσταση. Τα άμφια των ιερέων είναι πανηγυρικά, κι η όλη Υμνολογία (ο κανόνας και τα εγκώμια) ψάλλεται με ρυθμό ζωηρό και εναρμόνιο. Το «Αι γενεαί πάσαι» γίνεται για όλο το εκκλησίασμα ένα πολυφωνικό άσμα, που το χαίρονται κι οι πιο αυστηροί ρινόφωνοι ψαλμωδοί.

Η περιφορά του Επιταφίου έπειτα, έξω στις συνοικίες και στο ύπαιθρο, είναι ένα ελληνικό, τελετουργικό, αλλά και ανταγωνιστικό για τις ενορίες και τα χωριά γεγονός, που θέλουν να επιδείξουν το ωραιότερο στόλισμα και την επιβλητικότερη πομπή. (Αποκορύφωμα της ψυχολογίας αυτής είναι ο υπερβολικά επίσημος χαρακτήρας του Επιταφίο της πρωτεύουσας, που μοιάζει με στρατιωτική και κρατική πομπή). Στα παλιότερα χρόνια γίνονταν και συγκρούσεις ανάμεσα σε Επιταφίους, που διεκδικούσαν ένα διάβα, ή δεν δέχονταν προσβλητικά λόγια για το στόλισμα και τη σημασία τους. Ήταν έντονο τότε και το θρησκευτικό «φιλότιμο» των παραμικρών συνοικιών. (Αλλά και το ανοιξιάτικο συμβολικό πάλαιμα υποφαίνεται επίσης).

Γραφικοί όμως απομένουν πάντα οι Επιτάφιοι των ενοριών, στις πόλεις και στα χωριά, με το καλλιτεχνικό ανθοστόλισμα και τους πιστούς που ακολουθούν με αναμμένα (κίτρινα) κεριά. Τώρα συνηθίζουν να συγκεντρώνονται όλοι μαζί οι Επιτάφιοι (ειρηνικά), σε κεντρικό χώρο, όπου αναπέμπουν και κοινή δέηση, ιδιαίτερα με την παρουσία του Επισκόπου. Γραφικότεροι όμως γίνονται στα Νησιά μας, όπου περνούν πλάι από τη θάλασσα (και σκέφτονται τους ναυτικούς και τους ξενιτεμένους), ή στα ορεινά κι απομονωμένα χωριά, όπου βγαίνουν στα ξάγναντα και πέμπουν τη θρησκευτική συγκίνηση κι ευλογία τους στους άλλους ανθρώπους και χώρους.

Η βαθύτερη και πιο λαϊκή σημασία της περιφοράς του Επιταφίου είναι ο αξαγιασμός του όλου χώρου των σπιτιών και των κτημάτων του χωριού και η ντόπια αναπαράσταση της «κηδείας» του Χριστού, που θα κατοχυρώσει το χωριό από κοινούς θανάτους. Οι κάτοικοι συμμετέχουν με θρησκευτικές τιμές και λιβανίσματα στην εκφορά αυτή, και δεν ξεφεύγει από τη σκέψη τους η διδασκαλία της Εκκλησίας, οτι ο Χριστός, κατεβαίνοντας στον Άδη, θα συναντήσει και τους δικούς των νεκρούς. Γι’ αυτό κι οι πονεμένοι θυμιάζουν και θρηνούν την ίδια ώρα τους νεκρούς των, γι’ αυτό σε μερικά νησιά βγάζουν στην πόρτα τις φορεσιές των ναυτικών που χάθηκαν, να περάσει από κοντά τους ο Επιτάφιος. Νεκρολατρικό είναι και το έθιμο, στη Β. Ελλάδα (Σέρρες), να βγάζουν στην πόρτα των σπιτιών εφήμερη πρασινάδα από φακές ή στάρι (Αδεώνιδος κήποι), συμβολική ενέργεια για τους νεκρούς και την ανάστασή τους (1).

Οι Επιτάφιοι συγκεντρώνουν όλη τη δύναμη της Μεγαλοβδομαδιάτικης ευλογίας. Είναι το αποκορύφωμα του μεγάλου γεγονότος του θανάτου του Χριστού, πριν από την Ανάσταση. Γι’ αυτό και όταν είναι να μπει στην εκκλησιά ο Επιτάφιος, περνούν από κάτω του οι αδύναμοι κι οι άρρωστοι, για να γερέψουν. Και στο τέλος τρέχουν «ν’ αρπάξουν» από τα λουλούδια κι από τα κεριά του, να κρατήσουν όλοι κάτι στα σπίτια τους φυλαχτικό, για τον κεραυνό, για τις θύελλες και για τις αρρώστιες.

Την αυστηρή νηστεία της Μ. Παρασκευής επιβάλλουν παλιές εκκλησιαστικές διατάξεις, που, όπως γράφονται στο Τριώδιο:

«ουδέ τράπεζαν ιστώμεν ούτε εσθίομεν… Ει δε τυχόν εστί τις ασθενής και υπέργηρως και αδυνάτως έχων… δίδοται αυτώ άρτος και ύδωρ, μετά την δύσιν ηλίου».

Είχαν πάρει τόσο στα σοβαρά την ασκητική αυτή απαγόρευση οι παλιότερες γενεές, που αναφέρεται (σαν ανεκδοτική υπερβολή) από τους Έλληνες του Πόντου, οτι η Μεγάλη Παρασκευή «εφτά χρονών παιδί εφτά φορές λιγώθηκε, και νερό δεν του δώκαν να πιεί».

Στους καιρούς μας η νηστεία περιορίζεται το πολύ ως το λάδι. Πολλές όμως αυστηρά θεοσεβείς γυναίκες δεν τρώνε τίποτα όλη μέρα, μόνο προς το τέλος πίνουν λίγο ξίδι, ή ζωμό από βρασμένους κοχλιούς (Κρήτη), για να συμμερίζονται «το όξος και τη χολή» που ήπιε ο Χριστός. Ελαφρότερο είναι να φάνε μόνο χαλβά και ψωμί και να περάσουν με τον καφέ της παρηγοριάς. Αλλά το λογικότερο, για τις οικογένειες, είναι να μαγειρέψουν όσπριο χωρίς λάδι, με τα γνωστά νηστίσιμα της Καθαράς Δευτέρας. (2) (Βλ. σ. 13, 16 κ.ά).

Η απογευματινή επίσκεψη στα Νεκροταφεία (ιδιαίτερα των μεγαλοπόλεων) εξηγείται με τη γενική ατμόσφαιρα του πένθους. Η θύμηση των νεκρών (υποσυνείδητη πίστη μας στην αθανασία) είναι κάτι ανθρώπινο, πολύ περισσότερο σήμερα, με τον μεγάλο συμβολικό θάνατο του Χριστού. Η «εις Άδου κάθοδος» με τις γνωστές περιγραφές των Ευαγγελίων, της υμνογραφίας και των εικονογραφιών, εδημιούργησαν πλήθος δοξασίες για την άνοδο στη γη των νεκρών, που βγαίνοντας με τον Χριστό θα παραμείνουν επάνω, ως την Ανάληψη ή την Πεντηκοστή. Η ίδια η ανθοφορία της γης οδηγεί τη σκέψη μας στο ανέβασμα αυτό, που είναι χαρούμενο και ελπιδοφόρο. (3)

Τα ανθοπωλεία έχουν σήμερα επισημάνει την εθιμική αυτή έξοδο των ανθρώπων στους τάφους κι έχουν στήσει πρατήρια με στεφάνια, φυσικά ή τεχνητά, στην είσοδο των νεκροταφείων, όπου επίσης συγκεντρώνονται και πλήθος ζητιάνοι, για το «ψυχικό» της ημέρας. Γραφική είναι το βράδυ κι η περιφορά Επιταφίων στους τάφους, που γίνεται από τις εκκλησίες των νεκροταφείων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Βλ. Γεωργίου Α. Μέγα. Οι «Αδώνιδος κήποι» των Σερρών. Ανακοίνωση – μελέτη στο Α’ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειο – Ελλαδικού χώρου. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1975. (Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου) σελ. 183-189.
  2. Αυστηρότατο πένθος κρατεί ο λαός κι από μόνος του την ημέρα αυτή, στις ψυχαγωγίες και στις διασκεδάσεις του. Σήμερα δεν δίνουν παραστάσεις τα Θέατρα κι οι Κινηματογράφοι. Χαρακτηριστική είναι κι η αποχή από το χαρτοπαίγνιο στα καφενεία. «Κρεμάνε τον Φάντη», όπως λένε, από τη Μ. Πέμπτη το βράδυ ως το πρωί του Μ. Σαββάτου.
  3. Όσοι άρχισαν, επιπόλαια, να ζητούν (για απλούστευση) την καύση των νεκρών μας, ξεχνούν όλες αυτές τις «ζωντανές» διασυνδέσεις των οικείων με τους νεκρούς των κι όλη τη μακραίωνη παράδοση των δοξασιών της στοργής και της ελπίδας, για κάποια υλική παρουσία των πεθαμένων ανθρώπων τους. Οι Παργινοί, το 1819, δεν έκαψαν τα οστά των πατέρων, που ξέθαψαν. Τα πήραν στην προσφυγιά, σε σάκκους, για νέα ταφή.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΟΥΚΑΤΟΣ