Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΕΝΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ (ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥΣ)

Καταμεσής τ ’Ατλαντικού με βρήκε ο νέος χρόνος
και χόρεψα και έζησα κι ’εγώ ευτυχισμένα
διασκέδασα και έπαιξα γιατί δεν ήμουν μόνος
οι ντάμες μου, τα κύματα, ήταν ,πολλές για μένα

η αφρισμένη θάλασσα ,όλη λυσσομανούσε
τ ’αστέρια δεν μας φώτιζαν είχαν κι ‘αυτά κρυφτεί
και μέσα στην συσκότιση ,ένα ταγκό ζητούσε
η δόλια η καρδούλα μου λίγο για να χαρεί

ο αέρας που εσφύριζε μ ’ακούραστη μανία
σαν του βιολιού παιάνιζε την όμορφη λαλιά
και μια βροχή συμπλήρωνε την τόση την μαγεία
μια ζηλευτή, χορταστική, καλή πρωτοχρονιά

οι ντάμες δεν κουράστηκαν ΣΕΙΚ να με χορεύουν
στα χίλια παρακάλια μου δεν λύγισε καμιά
κι ’αργότερα με την βροχή άρχισαν να ζηλεύουν
και θέλαν να με πάρουνε στην αρμυρ’αγκαλιά

πρωτοχρονιά στ’ Ατλαντικού την μανιασμένη αγκάλη
με βρήκε με χαιρέτησε και με ο νέος χρόνος
και στις ζωής την άνιση την πιο μεγάλη πάλι
θρονιάστηκε πρωτοχρονιά για μποναμάς ο πόνος

μόνο εσείς με νοιώθετε ,με ζείτε ,με πονάτε
μόνο εσείς που ζήσατε τέτοιες κακές στιγμές
μόνο εσείς που ολημερίς στα πέλαγ’αρμενάτε
μόνο εσείς που η ζωή σας στέρησε χαρές

μας λένε μας φωνάζουνε οι στεριανοί αλήτες
παντού μας κατακρίνουνε και μας κατηγορούνε
την άδικη την μοίρα μας δεν πρόβλεψαν προφήτες
και μόνο οι ανίδεοι έχουν κάτι να πούνε

αλήτες είμαστε μα με καρδιά γεμάτη καλοσύνη
ποτέ δεν αδικήσαμε κανέναν στην ζωή
η τύχη πάντοτε σε μας τις συμφορές της δίνει
ακούραστη μας κυνηγά και δεν μας συμπονεί

με κόπο και με δάκρυα με αίμα συμφορές
δουλεύουμε νυχτομερίς σε τίμια δουλειά
και είναι δυσκολότερο το αύριο απ’το χθές
μα το ψωμάκι βγάζουμε όλοι μας καθαρά

νομίζουν ότι πιάνουμε λιμάνια εξωτικά
με χάρη και με ομορφιά περίσσια και μεγάλη
και τα πλεονεκτήματα είναι σε μας πολλά
και τριγυρνούμε ολονυχτίς σε πληρωμέν’αγκάλη

μήνες 30 τριγυρνώ στις θάλασσας τα πλάτη
στεριά δεν πάτησα ποτέ λίγο για ν’αλητέψω
και ερωτώ που βρίσκετε τα ιδικά μας λάθη
γιατί δεν λάθεψα εγώ κοντεύω να χαζέψω

τριανταδυό μερόνυχτα οργώνω τα πελάγη
στου περσικού τις αγκαλιές φλέγετε το κορμί μου
πύρινη φλόγα κουβαλώ που θέλει να με φάγει
και κάνει δυσκολότατη και την αναπνοή μου

ίσως οι τολμηρότεροι φωνάζουν στο λιμάνι??
αυτοί που το φαντάζονται όλοι τους εξωτικό
χίλιες ευχές θα έκανα το πλοίο να μην φθάνει
γιατί δεν μού μείνε καιρός ούτε να κοιμηθώ

κι ‘όταν γυρίσω φίλτατοι καλοί μου στεριανοί
εις την πατρίδα και εγώ λίγο να ξαποστάσω
δεν έχω δικαιώματα στην άχαρη ζωή
τις τόσες τις στερήσεις μου κάπως να πλησιάσω?

αλήθεια δεν αμάρτησες μες την ζωή παπά
δεσπότη ,ιεροκήρυκα άψογε κύριέ μου
η δεν μετρούν τα σφάλματα που γίνονται κρυφά
τα μαζωμένα εσύ κοιτάς μονάχα στεριανέ μου

υπομονή αδέλφια της θάλασσας πονόψυχ’οδηπόροι
ίσως μας νοιώσουν κάποτε και μας οι στεριανοί
κι ‘όταν πιστέψουν της ζωής το δύσκολ’ανυφόρι
θα βρούνε μες τα σπλάχνα μας καρδιά ανθρώπινή

κι ‘αν στο δικό μας σύνολο το τόσο το μεγάλο
υπάρχουν σκάρτοι κι ’άχρηστοι κι ’άνδρες χωρίς πνοή
στην τάξη μας ανήμπορος είμαι για να τους βάλω
δεν είν’αυτά αδέλφια μας είν’οι περαστικοί

αλήτες κι’αλητόπαιδα δεν είμαστε εμείς
τίμια και με κίνδυνο βγάζουμε το ψωμάκι
είναι κι αυτό επάγγελμα όσο κι ‘αν το μισείς
και νοσταλγούμε πάντοτε κι ’εμείς ένα σπιτάκι

μια γυναικούλα , ένα μωρό , μια ήσυχη ζωή
το τελευταίο φίλημα στην πικραμένη μάνα
το ξέρω δεν μας νοιώθετε εσείς οι στεριανοί
δεν φταίτ’εσείς μα η ζωή τα όνειρα τα πλάνα

καλά ταξίδια αδέλφια της θάλασσας γιγάντιοι διαβάτες
ακούραστοι στον πόνο και στην θλίψη
γαλήνιες οι θάλασσες στου δρόμου σας τις στράτες
εγκάρδια σας εύχομαι τίποτε μη σας λείψει

ΚΛΙΚ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΒΙΝΤΕΟ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
S/T OLYMPIC TORCH
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1972

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.