ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΩΓΗΣ

Ότι κάτω από τα παλιά βερνικώματα και τα μεταγενέστερα αλλεπάλληλα χέρια ασβέστη υπήρχαν τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, ήταν ανέκαθεν γνωστό σε όλη την Ιθάκη. Άγνωστο ήταν μόνο το είδος και η καλλιτεχνική αξία των τοιχογραφιών αυτών. Η εκκλησιά είχε από χρόνια κηρυχτεί διατηρητέο μνημείο, αλλά μόλις πρόσφατα εξασφαλίστηκαν τα οικονομικά μέσα για την αποκάλυψη των τοιχογραφιών. Έπρεπε πρώτα να στερεωθεί η ζωγραφική επιφάνεια με ενέσεις στερεωτικών και συγκολλητικών ουσιών, ιδίως μεταξύ σοβά και τοιχοποιίας και έπειτα να αφαιρεθούν τα στρώματα από οξυδωμένα βερνίκια, κάπνα και ασβέστη για να αποκατασταθούν οι τοιχογραφίες στην αρχική τους, κατά το δυνατό, κατάσταση, την κατάσταση στην οποία τις παρέδωσε προς το τέλος του 17ου αιώνα (πιο συγκεκριμένα στα 1680, όπως αναφέρεται σε επιγραφή κατά μήκος του πέτρινου τέμπλου) ο Αγραφιώτης αγιογράφος Αντώνιος (Αντώνιος ο εξ Αγράφων) επί Μητροπολίτη Κεφαλονιάς και Ζακύνθου Παΐσιου Χοϊδά. Το οικονομικό πρόβλημα το έλυσε τελικά και αποτελεσματικά η γενναιοδωρία και φιλοπατρία του φίλου εφοπλιστή Πάνου Γ. Γράτσου, οι απώτεροι πρόγονοι του οποίου κατάγονταν από την Ανωγή, όπου είχαν και κτήματα, όπως φαίνεται και από το τοπωνύμιο «Γρατσάμπελα», δηλαδή «αμπέλια των Γρατσαίων». Με έξοδα, λοιπόν, του Π. Γ. Γράτσου, με έγκριση του αρμόδιου Υπουργείου και της Μητροπόλεως Λευκάδας και Ιθάκης, άρχισε το 1982 και προχώρησε σταδιακά, υπό την επίβλεψη του συντηρητή κ. Αν. Κουτσουρή, με τη βοήθεια ειδικών τεχνιτών.
Με τις επιτυχείς αυτές επεμβάσεις του κ. Κουτσουρή αποκαλύφτηκαν και αποκαταστάθηκαν αισθητικά όλες οι εμφανείς τοιχογραφίες που στη βόρεια και νότια πλευρά του κυρίως ναού είναι διατεταγμένες σε πέντε παράλληλες ζώνες.
Στην πρώτη από κάτω σειρά έχουμε απλώς διακοσμητικές τοιχογραφίες. Η δεύτερη ζωνή, ξεκινώντας πάντα από το δάπεδο της εκκλησιάς, δείχνει μια σειρά ολόσωμων αγίων. Μέρος της ζώνης αυτής του δυτικού τοίχου, απέναντι από τη σημερινή κύρια είσοδο του ναού, θυμίζει κάπως, επιφανειακά πάντως και ως πρώτη εντύπωση, τα μωσαϊκά του San Vitale της Ραβέννας και τοιχογραφίες των Μετεώρων. Τις τελευταίες θα είχε σίγουρα γνωρίσει ο Αγραφιώτης αγιογράφος. Το μωσαϊκό της ένστολης Θεοδώρας με την αυλή της στη Ραβέννα αντιστοιχεί προς την αγιογραφία του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης της Παναγίας της Ανωγής. Στην περίπτωση της Ανωγής, μεταξύ Κωνσταντίνου και Ελένης, ο αγιογράφος παρεμβάλλει ένα διπλό σταυρό, το σταυρό που σήμερα είναι ευρύτερα γνωστός ως «σταυρός της Λωρραίνης», που υπήρξε το έμβλημα του Γάλλου στρατηγού Ντεγκώλ στα χρόνια του δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Την κατά παράλληλες οριζόντιες ζώνες διάταξη των εικονιζόμενων παραστάσεων βρίσκουμε και στα μωσαϊκά της Ραβέννας, όπως έξαφνα στους ναούς Sant’ Apollinare Nuovo και Sant’ Apollinare in Classe. Στην τρίτη σειρά έχουμε αγίους και οσίους σε δακτύλιους με διακοσμήσεις αγράμπελης. Στην τέταρτη παραστάσεις από τη ζωή της Παρθένου και από τη ζωή μαρτύρων της Εκκλησίας. Στην πέμπτη και τελευταία σειρά, η οποία κόβεται δυστυχώς στη μέση από την τοποθέτηση μεταλλικής ψευδοροφής στα 1910, ο αγιογράφος παραθέτει σκηνές από τη ζωή του Χριστού.
Στο σύνολό τους οι αποκαλυφθείσες από τον κ. Κουτσουρή και το συνεργείο του τοιχογραφίες, εκτός των διακοσμητικών της πρώτης από το δάπεδο του ναού ζώνης, αποτελούνται από καλαίσθητες παραστάσεις (ιστορήσεως, εξυμνήσεως και τελετουργικής) ηπειρωτικής τεχνοτροπίας με επίδραση της κρητικής σχολής (όπως και σε άλλες εκκλησιές του Ιονίου) και ίσως των περίφημων μωσαϊκών, όπως αναφέραμε ήδη, των βυζαντινών ναών της Ραβέννας (ιδιαίτερα οι τοιχογραφίες της σειράς με τους ολόσωμους αγίους), που πρέπει να ήταν αρκετά γνωστά σε ορισμένους αγιογράφους μας λόγω των δεσμών και της στενής επικοινωνίας της δυτικής Ελλάδας με τη βόρεια Ιταλία και ιδιαίτερα τη Βενετία. Πρόκειται δηλαδή για ένα αγιογραφικό έργο βυζαντινής ιεραρχικής μεγαλοπρέπειας, που καθιστά την περιφρονημένη τα τελευταία χρόνια Ανωγή τόπο άξιο προσοχής και επισκέψεως και υπογραμμίζει τον πολιτισμό της Ιθάκης εκατό χρόνια μετά τη μεγάλη σύγκρουση σταυρού και ημισελήνου ανάμεσα Εχινάδες, Πάτρα και Ιθάκη (ναυμαχία Ναυπάκτου, 1571), τον καιρό που η Ανωγή δεν ήταν απλό κεφαλοχώρι μόνο, αποτραβηγμένο στο υψίπεδο του Νηρίτου, αλλά και πρωτεύουσα της Ιθάκης, και η εκκλησιά της, η αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μητρόπολη του νησιού.
Η πρώτη, ή αν προτιμάτε η παλιότερη Ανωγή, γιατί Κύριος οίδε πότε ιδρύθηκε η πρώτη, βρισκόταν στην τοποθεσία «Καμμένη Χώρα». Η λέξη χώρα σημαίνει μεγάλο χωριό και στην περίπτωση των νησιών το μεγαλύτερο χωριό, άρα η πρωτεύουσά του. Μετά την καταστροφή της παλιάς αυτής πρωτεύουσας (χώρας) της Ιθάκης, έπειτα από πολεμική μάλλον (λόγω της εκτάσεώς της), παρά πειρατική επιδρομή, χωρίς να αποκλείεται και το δεύτερο, ο οικισμός μεταφέρθηκε λίγο πιο ψηλά, όπου και χτίστηκε ο ναός της Παναγίας (διαστάσεων τώρα 38Χ8Χ8 μέτρων) προς το χαμηλότερο μέρος του οικισμού, αφού ερείπια παλιών σπιτιών σώζονται ως σήμερα προς την πλαγιά του βουνού από πάνω από το σημερινό χωριό. Ακόμα ως τα 1804 ο Άγγλος περιηγητής William Gell στο γνωστο βιβλίο του Η Γεωγραφία και οι αρχαιότητες της Ιθάκης (βλ. το κεφαλαιο «Πως έχουν δει οι Άγγλοι την Ιθάκη») αναφέρει πως η «κωμόπολη» του Κιονιού «μεγαλώνει από τη μια μέρα στην άλλη με την προσθήκη οικογενειών από την «πόλη» (sic) της Ανωγής, ψηλά στο βουνό».
Η εκκλησιά της Παναγιάς της Ανωγής έχει ασφαλώς υποστεί, αφότου χτίστηκε, πολλές δοκιμές και άλλες επεμβάσεις, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της. Τα σημερινά πορτοπαράθυρα δεν υπήρχαν παλιότερα. Υπήρχε μια μόνο πόρτα και δυο πολύ μικρά παράθυρα στη βόρεια και νότια πλευρά της. Η μεταλλική ψευδοροφή της είναι σχετικά πρόσφατη, ακόμα και το παλιό νεκροταφείο, που βρισκόταν πλάι στην εκκλησιά, μεταφέρθηκε (τρόπος του λέγειν, ουσιαστικά καταστράφηκε, όπως και εκείνο του Κιονιού) έξω από το χωριό.
Στο χτιστό πέτρινο τέμπλο της εκκλησιάς διαβάζουμε την εξής επιγραφή, που είναι και η μόνη παλιά ιστορική μαρτυρία σχετικά με την παλιότερη αυτή εκκλησιά της Ιθάκης : «ΤΟ CΤΕΡΕΩΜΑ (Τ)ΩΝ ΕΠΙ CΟΙ ΠΕΠΟΙΘΟΤΩΝ CΤΕΡΕΩCΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗCΙΑΝ ΗΝ ΕΚΤΙCΩ ΤΩ ΤΙΜΙΩ CΟΥ CΩΜΑΤΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑC ΚΑΙ ΙΘΑΚΗC ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΪCΙΟΥ ΧΟΪΔΑ 1680 Κ ΕΠΙΒΛΕΨΟΝ ΕΞ ΟΥΡΑΝΟΥ Κ’ ΕΠΙCΚΕΨΑΙ ΤΗΝ ΑΜΠΕΛΟΝ ΤΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙCAI (ΑΥ)ΤΗΝ ΗΝ ΕΦΥΤΕΥCEN Η ΔΕΞΙΑ COY [μια λέξη δυσανάγνωστη] ΦΙΛΟΝ ΠΟΝΟΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΓΡΑΦΩΝ ΙCΘΙ» (η τελευταία λέξη είναι προστακτική του οίδα και σημαίνει «μάθε»).
Το ξύλινο δωδεκάπορτο είναι της εποχής του Εικοσιένα. Στην πρόσοψη του γυναικωνίτη υπάρχει μακρόστενος πίνακας των αρχών του 19ου αιώνα, ζωγραφισμένος σε ξύλο, που παριστάνει τη λεγόμενη «Θεία Κρίση». Αριστερά μας δείχνει τον Παράδεισο και δεξιά την Κόλαση. Η Κόλαση είναι το ολάνοιχτο στόμα ενός εφιαλτικού δράκου, όπου διάβολοι με τρίαινες ρίχνουν μέσα τους αμαρτωλούς. Πρώτοι στη σειρά των αμαρτωλών (προφανώς αιρετικών) έρχονται, όπως συνήθως σε πίνακες αυτού του είδους, οι παπάδες. Ο γυναικωνίτης έχει δυο ορόφους.
Συμπαγές και ωραίο, από γνήσια νηρίτια πέτρα, σταχτί τώρα με το πέρασμα του χρόνου, είναι το καμπαναριό της εκκλησιάς σε απόσταση από τον κυρίως ναό για να μη τον καταπλακώσει σε περίπτωση που θα γκρεμιζόταν από καταστρεπτικό σεισμό. Τι ιστορικές στιγμές θα γνώρισε το καμπαναριό αυτό της Παναγίας, όπως και το γειτονικό του στα Καθαρά!
Οφείλω χάριτες για ορισμένες πληροφορίες που ενσωματώνω εδώ στον αείμνηστο Ανωγησάνο φίλο μου Γιάννη Χρ. Παΐζη, συμβολαιογράφο Βαθιού Ιθάκης επί πολλές δεκαετίες, που πρώτος μου γνώρισε το ωραίο εκκλησάκι του χωριού του, και στο φίλο κ. Γιάννη Χρ. Καντηλιώτη, δικηγόρο Βαθιού Ιθάκης. Ευχαριστώ επίσης και τον κ. Κουτσουρή, που είχε την ευγενή καλοσύνη να ρίξει μια ματιά στο κείμενό μου προτού το παραδώσω στο τυπογραφείο και να μου δώσει ασπρόμαυρες φωτογραφίες των τοιχογραφιών, μερικές από τις οποίες παραθέτουμε εδώ. Μόνο έγχρωμες όμως θα μας επέτρεπαν να εκτιμήσουμε πλήρως την αισθητική αξία των εικόνων, η οποία προάγεται βέβαια από τη χρωματική της αρμονία. Ως προς το σύνολό τους οι τοιχογραφίες της Ανωγής δεν έχουν την αλεγρία των μωσαϊκών της Ραβέννας, είναι δηλαδή πολύ πιο σκούρες.

Π. Γ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ
Leigh-on-Sea, Essex Αγγλίας, 28/8/89

Υ.Γ. Τοιχογραφημένοι ναοί υπήρξαν και στα γειτονικά μας και ομότυχα με την Ιθάκη μας νησιά. Οι περισσότεροι καταστράφηκαν από τους ολέθριους σεισμούς του 1953. Στην Κεφαλονιά ιδιαίτερα υπήρξαν πολλές, σώθηκε όμως μόνο η Παναγία στο Βαρύ της Ερίσου και υπολείμματα άλλων. Μάλιστα, στην περίπτωση δύο ναών του Κάστρου του Αγ. Γεωργίου τα υπολείμματα αυτά τα αποτείχισε (κατά το ωραιότατο βιβλίο του φίλου κ. Ντίνου Κονόμου Η Χριστιανική Τέχνη στην Κεφαλονιά, Αθήνα 1966) ο συντηρητής Κ. Κουτσουρής, πατέρας υποθέτω του κ. Α. Κ. Κουτσουρή που έκαμε τόσο καλή δουλειά στη δική μας Παναγία της Ανωγής. Αξιόλογες είναι και οι τοιχογραφίες (υπολείμματα, δυστυχώς, κι αυτές) του Αγίου Ανδρέα της Μηλαπιδιάς (Περατάτα), έργα της ίδιας περίπου εποχής με τις τοιχογραφίες της Ανωγής. Κάποιος ειδικότερος από εμέ θα έπρεπε κάποτε να εξερευνήσει το θέμα των εκκλησιστικών τοιχογραφιών της Επτανήσου, όχι μόνο για να υπογραμμίσει την ελληνικότητά τους, αλλά και τις τυχόν δυτικές τους επιδράσεις.
Μοντεκάρλο, Μάρτιος 1990

ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΩΓΗΣ (2)
Ανωγή 1950, Εκκλησία Κοίμηση της Θεοτόκου, Φωτογραφία Κωνσταντίνου Ροσσόλυμου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.