Η ΤΡΑΤΑ ΚΑΙ ΨΑΡΕΜΑΤΑ ΣΤΟ ΘΙΑΚΙ!!!

Σκληρή η δουλειά της τράτας και εκείνα τα χρόνια, ήταν κάπως φτωχό το επάγγελμα. Πολλές φορές δεν έβγαινε το μεροκάματο, έβγαινε όμως πάντα το φαγητό. Όμως η τράτα είχε τη γοητεία της όταν σαλπάριζε από το λιμάνι το γλυκοχάραμα, με τη βόγα τραγουδώντας και τραβώντας ρυθμικά, σύμφωνα με το τραγούδι τα κουπιά.

«Η τράτα μας η κουρελού πότε εδώ και πότε αλλού».

Οι «τράτες» αποτελούνται από πολύ ψιλό δίχτυ στην αρχή (κιάρα) και στη συνέχεια από πιο πυκνό δίχτυ (κόντρα κιάρα). Περίπου 100 οργιές η κάθε μία, με μάτια μεγάλα όχι για να κρατούν τα ψάρια, διότι δεν υπήρχε λόγος γι’ αυτό, αλλά να ψαλιδίζουν (ανοιγοκλείνουν) με το τράβηγμα και τα ψάρια να φοβούνται, έτσι που λίγο λίγο καταλήγουν στο σάκκο.

Οι πάντες είχανε στο κάτω μέρος στρογγυλές μολυβήθρες περασμένες σε ένα σχοινί πολύ γερό, το μολυβόσχοινο ή πατόσχοινο, και στο επάνω μέρος φελούς στρογγυλούς περασμένους στο φελόσχοινο με πιο λεπτό σχοινί γιατί δεν είχε μεγάλο ζόρι. Με αυτό τεντώνανε οι πάντες από το βυθό της θάλασσας όσο ύψος είχε το δίχτυ της πάντας.

Δύσκολη τέχνη χρειαζόταν ο «σάκκος» που πλαισίωνε από τις δυο μεριές τις πάντες που αναφέραμε. Ο σάκκος με τα ματιδελιά ή παραμάσχαλα ήτανε από χονδρό και πυκνό δίχτυ και είχε μάκρος 15 οργιές και ο καθ’ εαυτός σάκκος που ήτανε από πυκνό δίχτυ από το μπούκο μέχρι το πετσάλι είχε μάκρος 10 οργιές. Το πετσάλι ήταν η κατάληξη του σάκκου, από πιο χονδρό και πυκνό δίχτυ διαμέτρου 9-10 χιλιοστά για να βαστάει το λιάνωμα (λιανομάριδο, γάβρο, αθερίνα κ.λπ.). Στο πετσάλι καταλήγανε τελικά όλα τα ψάρια που εγκλωβίζονταν στην τράτα.

Οι ψαράδες πιάνοντας και τραβώντας με τέχνη το σάκκο από το πατινό δίχτυ ανοίγανε τελικά το μπούκο που χοροπηδούσανε λαχταριστά τα ψάρια. Στο μπούκο του σάκκου, στο πάνω μέρος ήταν ένα μεγάλο μάτσο φελλοί καλοδεμένοι, σχήματος ορθογωνίου, η λεγόμενη μπάϊνα με σκαμμένο ένα σταυρό, δείγμα ευλάβειας στο Χριστό.

Στο κάτω μέρος του μπούκου, δηλαδή στη σαρδονάδα ήταν εκτός από τα στρογγυλά μολύβια που αναφέραμε και τα καστέλια, δηλαδή καρούλια από σκληρό ξύλο για να κυλάει ο σάκκος στον πυθμένα της θάλασσας.

Πλήρωμα

Συνήθως το πλήρωμα της τράτας αποτελείτο από 6 με 7 τρατολόγους από τους οποίους οι 2 λογίζονταν για μούτσοι. Όμως στα χρόνια της Κατοχής στο ψάρεμα συμμετείχαν από ανάγκη και 10 άτομα για να μοιραστούν την ψαριά.

Η προετοιμασία για την καλάδα

Ο καπετάνιος μαζί με τους άλλους του πληρώματος της τράτας παίρνανε την απόφαση που να ρίξουν την καλάδα και η τράτα ξεκινούσε σιγά σιγά από το λιμάνι. Μόλις έφταναν εκεί, η πρώτη τους δουλειά ήταν το σκανταγιάρισμα των νερών ρίχνοντας στη θάλασσα κομμάτια μπομπότας (καλαμποκίτικο ψωμί) που οι παλαιότεροι το θυμόμαστε από την εποχή της Κατοχής. Προτιμούσαν το καλαμποκίσιο, διότι σαν βαρύτερο δεν έπλεε, αλλά βούλιαζε σιγά σιγά δείχνοντας ποια κατεύθυνση και ορμή είχαν τα ρέματα. Όταν σιγουρευόταν πια για την καλή τοποθεσία το καΐκι (τράτα) άκριζε στα ρηχά, όσο ήταν επιτρεπτό για να πηδήξει έξω στο γιαλό ο μούτσος κρατώντας την άκρη ενός σχοινιού, ενώ από το καΐκι οι τρατολόγοι με τη σία – βόγα, δηλαδή το μισά κουπιά να τραβάνε πίσω και τα άλλα μισά μπροστά, κάνανε επιτόπου στροφή του καϊκιού και συνέχιζαν το τράβηγμα όλων των κουπιών ομοιόμορφα προς τα ανοιχτά, ενώ το σχοινί ξετυλίγονταν. Όταν τέλειωνε το πρώτο ματίζανε δεύτερο και κάθε δύο σχοινιά δένανε ένα ντενεκέ του πετρελαίου και κοντά στο δίχτυ (στην μάτσα) ένα ξύλινο βαρελάκι κατσοβάρελο. Το τελευταίο σχοινί που το δένανε στην άκρη της πάντας λεγότενε γρίπος.

Το κάθε σχοινί ήταν μακρύ 50 οργιές πάνω κάτω. Οι ντενεκέδες και τα βαρέλια είχαν διπλή αποστολή, να κρατάνε ψηλά τα σχοινιά, δηλαδή μετέωρα στη θάλασσα, αλλά να χρησιμεύουν και σαν σημαδούρες. Έτσι ώστε όλο το συγκρότημα της τράτας να τραβιέται ασένιο, δηλαδή συμμετρικά και σε κανονική θέση, αλλιώς μια τράτα που τραιβόταν «μονή πάντα» δεν μπορούσε να πιάσει ψάρια κι άκουγες καμιά φορά, όταν ξέφευγε η τράτα από την πρέπουσα θέση να φωνάζουν οι τρατολόγοι της μιας πάντας στους τρατολόγους της άλλης: «η πάντα σας, έμεινε η πάντα σας».

Μόλις τελειώνανε τα σχοινιά, 5 με 10 ανάλογα με την καλάδα, πιο πολλά ήταν στην καλάδα για σαρδέλα (στις δικές μας καλάδες σπάνια έβγαινε σαρδέλα) και λιγότερα στις άλλες καλάδες , άρχιζε το ρίξιμο της καθεαυτό τράτας, δηλαδή των διχτυών, ενώ το καΐκι διέγραφε ένα ημικύκλιο. Πρώτη η μία πάντα, η λεγόμενη αλαμπάρκα, στη συνέχεια ο σάκκος και κατόπιν η δεύτερη πάντα, η δίτερα, και τελικά τα σχοινιά της δεύτερης πάντας με τις ίδιες σημαδούρες. Αυτό γινόταν ώσπου να φτάσουν στο γιαλό, να σαλπάρει ο άλλος μούτσος με την άκρη του σχοινιού, να βγούνε έξω οι ψαράδες και να αράξει το τρατοκάϊκο ρίχνοντας άγκυρα.

Έτσι όπως έπεφτε η τράτα σχημάτιζε ένα τεράστιο ημικύκλιο, ενώ οι δυο άκρες των σχοινιών στη σπιάτζα (αμμουδιά) απείχαν μεταξύ τους αρχικά 100 με 150 μέτρα και το μάκρος του συγκροτήματος της τράτας, σχοινιά, πάντες και σάκκος έφτανε στα 500 με 1000 μέτρα μόλις τέλειωνε η πρώτη φάση. Με το ρίξιμο της τράτας άρχιζε η πιο κουραστική και χρονοβόρα διαδικασία, ο κρόκος. Ο κρόκος ήταν ο εφιάλτης των τρατολόγων και εκείνων που δούλευαν χρόνια στην τράτα, επειδή παραμόρφωνε (σκέβρωνε) το σώμα τους από την εντατική προσπάθεια.

Μια μάλλινη ζώνη, σαν αυτή που βάζουν ίγλες στα νέα άλογα για να μάθουν αραβάνι, με φάρδος 5 πόντους και μάκρος όσο έφτανε να περιβάλλει το δεξί ώμο μεταξύ λαιμού και ωμοπλάτης, έκλεινε μπροστά στο ύψος του στήθους. Από το σημείο του κλεισίματος άρχιζε ένα αρκετό χοντρό σχοινί, με μάκρος από 30 μέχρι 40 πόντους, που κατέληγε ή σε ένα ξύλινο καρέλι ή σε περίπτωση ελλείψεως καρελιού σε ένα χονδρό κόμπο, καρυδόκομπο. Αφού βγαίνανε όλοι οι τρατολόγοι στο γιαλό και χωρίζονταν σε δύο πάντες, τρεις δύο στην κάθε πάντα, εκτός από τους δύο μούτσους που στο μεταξύ τραβάγανε τα μπόσικα από τα σχοινια της τράτας όσο να τεζάρουν, αρχίζανε να δουλεύουν τον κρόκο.

Την άκρη του σχοινιού τη διπλώνανε τεχνικά στο σχοινί της τράτας για να παγιδευτεί στον κόμπο, στηλώνανε τα γυμνά τους πόδια στην άμμο και τραβάγανε πισοπατώντας. Κάθε ψαράς που έφτανε στην άκρη, εκεί που ο μούτσος μάζευε κουλούρα τα σχοινιά όπως τραβιόταν, έλυνε τον κόμπο του κρόκου και έτρεχε στη θάλασσα. Με τον ίδιο τρόπο έπιανε πάλι το σχοινί δίνοντας αμέσως ένα πολύ δυνατό τράβηγμα και στη συνέχεια τραβούσε πιο σιγά, πάντα πισοπατώντας. Έτσι, ο κάθε τρατολόγος με τη σειρά του έπιανε πιο μέσα τα σχοινιά που λίγο λίγο τραβιόταν στη στεριά, σέρνοντας και την κυρία τράτα που τα δίχτυα σάρωναν το βυθό.

Πρέπει να σημειωθεί οτι στο κάθε απότομο και δυνατό στην αρχή τράβηγμα, με τη σειρά του καθε τρατολόγου, το δίχτυ από τις πάντες ψαλίδιζε, δηλαδή ανοιγόκλειναν σαν το ψαλίδι, και ήταν αυτό βασικό στοιχείο στην τεχνική της τράτας. Στο μεταξύ οι τρατολόγοι βημάτιζαν λίγο λίγο, η μια ομάδα προς την άλλη, κι έτσι η αρχική τους απόσταση των 100 – 150 μέτρων λιγόστευε. Όταν είχαν τραβήξει τα σχοινιά και φτάνανε στα δίχτυα, κλείνανε στα 10 περίπου μέτρα και τότε πάλι με τον κρόκο τραβούσανε τις πάντες με περισσότερη ορμή που κέντριζε η απαντοχή των ψαριών. Φτάνοντας στα μικρά δίχτυα, τα ματιδέλια ή παραμάσχαλα του σάκκου, παρατούσανε τον κρόκο. Πιάνανε με τα χέρια τα δίχτυα και τα τραβούσαν με τέχνη και προσοχή μη φύγουν από κάτω τα ψάρια.

Αρχίζει τώρα η αγωνία των ψαράδων, ύστερα από την πολύ κουραστική προσπάθεια που κράτησε κοντά δυο ώρες κι αρχίζουν τα προγνωστικά εάν έχουν πιάσει ψάρια και πόσα περίπου. Εν τω μεταξύ τα γλαρόνια, βουτάνε σαν σαΐτες στη θάλασσα και αρπάζουν τα μικρά ψαράκια, το μαγιάρισμα (λιανό ψάρι που αιχμαλωτίζεται στο δίχτυ πριν αυτό φτάσει στο σάκκο που εγκλωβίζονται τα μεγαλύτερα ψάρια). Το ξεμαγιάρισμα γίνεται με απότομο τίναγμα του διχτυού. Τέλος οι τρατολόγοι πελαγώνανε και τραβούσανε το σάκκο. Είναι κρίσιμη η στιγμή αυτή και πολλές φορές απογοτεύονταν διότι δεν είχαν πιάσει ψάρια, μα δεν ήταν και σπάνιες οι επιτυχίες, οι καλές καλάδες.

Η άλμπα έπιανε αρκετές φορές τη διπλάσια ποσότητα από το σεγόντο, γιατί στο μεταξύ είχε ζεστάνει ο ήλιος τα νερά της θάλασσας και τα ψάρια ακρίζανε. Για το ξεμαγιάρισμα τραβούσαν το κάτω δίχτυ του σάκκου έτσι που να ανοίξει, λύνανε την μπάϊνα να μην τους ενοχλεί και φτάνανε στο πετσάλι, το άκρο του σάκκου. Εκεί με τις απόχες μαζεύανε τα ψάρια που σπαρτάριζαν και τα έριχναν στις κουβέρτες (τα δύο στενόμακρα καταστρώματα του καϊκιού), που πολλές φορές γέμιζαν μέχρι τα μπούνια από λαχταριστά ψάρια.

Άλμπα: Από το ιταλικό «αυγή», η πρώτη καλάδα πριν ακόμα βγει ο ήλιος.

Σεκόντο: Η δεύτερη καλάδα.

Τσιτσίλιο: Η τρίτη καλάδα.

Μόλις η πρώτη άλμπα τραβούσε τα μικρά σχοινιά, μπαλιγάριζε (έριχνε) η δεύτερη και στη σειρά η τρίτη.

Πολλές φορές οι τρατολόγοι στην ακρογιαλιά, ιδίως όταν έκανε πολύ κρύο, άναβαν μεγάλες φωτιές με ξύλα που έπαιρναν από τους βράχους και κόπουλα που βρίσκονταν στην αμμουδιά. Ζεσταινόντουσαν και συγχρόνως έριχναν στα κάρβουνα ψάρια ζωντανά, μαρίδες, καλαμαράκια, σαρδέλες, όλα με τα λέπια. Μόλις ψηνόντουσαν τα ψάρια τα βουτούσαν στη θάλασσα για να είναι νόστιμα και τα έτρωγαν με ψωμί από το σακκούλι τους με μεγάλη όρεξη. Όταν τέλειωνε η δουλειά, πολλές φορές εν πλω ρίχνανε στις πινιάτες τους τη μαγειρειά τους, μια με δυο λίτρες (λίτρες ήταν τότε) ανάλογα με το ψάρεμα. Αυτό ήταν χωριστά από το κανονικό μερτικό τους.

Στην τράτα όλοι δούλευαν συνεταιρικά με μερτικό. Οκτώ μερτικά βγαίνανε για την τράτα (τα δίχτυα), δύο για το τρατοκάϊκο και από ένα μερτικό για τον κάθε τρατολόγο. Οι δύο μούτσοι παίρνανε από μισό μερτικό. Στον ειδικό τεχνίτη που μπάλωνετα δίχτυα (συνήθως ο πιο παλιός και έμπειρος τρατολόγος) που έκανε και τον μαϊτζαδώρο (τον αφέντη) της τράτας, των διχτυών και των σχοινιών, δίνανε ακόμη μισό ή και ένα μερτικό, γιατί αυτός δούλευε περισσότερο στις βαρυχειμωνιές, όταν οι άλλοι καθόντουσαν. Τύχαινε ακόμη να πάθει ζημιά η τράτα και δούλευε στα ανανέωμα των παλιών κομματιών με νέα που ματίζανε (ενώνανε), αφού πρώτα ξηλώνανε και πέταγαν τα παλιά και χαλασμένα.

Είχανε οι τρατολόγοι και μερικά τυχερά, κάνα χταπόδι, καμιά σουπιά, κανένα σαμπιέρο (1). Ο τρατολόγος που έβλεπε πρώτα φώναζε «κότα μου, το χταπόδι αυτό». Το ψαράδικο έθιμο του έδινε το δικαίωμα να το πάρει παραπανήσιο.

Ο καπετάνιος της τράτας εκτός από το κουμάντο, την κυβέρνηση του καϊκιού με τη βοήθεια του μαϊτζαδώρου, είχε και την ευθύνη να πέσει η τράτα κανονικά στην πρεπούμενη θέση, για να μην πάθουν τα δίχτυα ζημιά και φυσικά να μην βγάλουνε και ψάρια. Αυτή τη δουλειά την έκανε ο καπετάνιος μόνος του, όταν τύχαινε να μην έχει μαϊτζαδώρο, αφήνοντας στο τιμόνι να κυβερνά με τις οδηγίες του ο ένας μούτσος, ενώ ο άλλος βγαλμένος στη στεριά κράταγε την άκρη του σχοινιού. Οι μούτσοι όπως είπαμε, την ώρα της καλάδας μαζεύανε τα σχοινιά κουλούρες, αγατζάροντας κι αυτοί στο τράβηγμα και μετά το καλάρισμα μεταφέρανε τις κουλούρες στα σβέλτα στο τρατοκάϊκο και το τακτοποιούσαν για να είναι έτοιμο για την επόμενη καλάδα. Τέτοιες καλάδες ήταν στο Περιβόλι, στις Αφάλες, στο Ρομποτή, στις Αλυκές, μέσα στις Φρίκες και στον Αετό.

Βάψιμο των διχτυών

Εκτός από το μπάλωμα των διχτυών, πολλές φορές ολόκληρα κομμάτια μπάντες (πετσάλια) θέλανε και βάψιμο. Μέσα σ’ ένα μεγάλο καζάνι με νερό που έβραζε έριχναν φλούδες από πεύκο (έπαιρναν το υλικό συνήθως από τον «Καβαλάρη» όπου υπήρχε μεγάλος πευκώνας) και έπρεπε να βράσουν 2 με 3 ώρες. Δίπλα στο έδαφος, που κατά προτίμηση έπρεπε να ήταν σκληρό, φτιάχνανε ένα στενό αυλάκι που κατέληγε σε λόμπα (λακούβα) όπου σώριαζαν πρώτα τις κουλούρες με τα σχοινιά.

Όταν το νερό έβραζε και έπαιρνε ένα βαθύ καστανό χρώμα, το μετέφεραν σε άλλο δοχείο (καζάνι ή σκάφη) για να κρυώσει λίγο ώστε να μην κάψει τα δίχτυα. Τότε δύο τρατολόγοι στέκονταν στη μια και στην άλλη μεριά του δεύτερου δοχείου και αφού πρώτα έκαναν το σταυρό τους και την προσευχή «έλα Χριστέ και Παναγιά» άναβαν ένα κερί που το κολούσανε σ’ ένα κεραμίδι. Ο πρώτος τρατολόγος σήκωνε τα δίχτυα από το σωρό που τα είχαν ποστιάσει και λίγο λίγο τ’ αμόλαγε με γοργό ρυθμό να βουτήξουν μέσα στο καζάνι με τι ζουμί του πεύκου να ποτίσουν καλά, ενώ ο δεύτερος τραβούσε και τα πόστιαζε πάνω στις κουλούρες με τα σχοινιά. Το ζουμί του πεύκου σούρωνε από τα βρεγμένα δίχτυα στο έδαφος, αφού πρώτα περνούσε στις κουλούρες με τα σχοινιά που ήταν στον πάτο να βαφτούν κι αυτές. Όταν τέλειωνε το βάψιμο σκεπάζανε τα δίχτυα με το καραβόπανο αρκετές ώρες για να κρυώσουν και ύστερα τα μπάρκαραν στο καΐκι και ήταν έτοιμα για καλάρισμα.

Τα δίχτυα ήταν μπαμπακερά και το βάψιμο τα έκανε αόρατα στα ψάρια, τα σιδέρωνε, δηλαδή τα σκλήραινε έτσι που η θάλασσα δεν τα σάπιζε.

Το μπραγάνι

Το μπραγάνι (2) ήταν η τράτα σε μικρογραφία. Αυτό ψάρευε συνήθως τη νύχτα με λίγο προσωπικό από την τράτα, τους μισούς περίπου ψαράδες, και μπορούσαν να ρίξουν σε πιο πολλά μέρη μικρές καλάδες και έπιαναν εκτός από τη μαρίδα και ποικιλία ψαριών. Όταν οι τράτες γύριζαν με το κάθισμα του ήλιου στο λιμάνι, πολλοί χωριανοί μαζεύονταν για να πάρουν καμιά μαρίδα ή λιανόψαρα και άλλοι από περιέργεια για να θαυμάσουν τα λαχταριστά ψάρια. Όταν οι τράτες είχαν πολλά ψάρια, τα έπαιρναν οι μεταπράτες και τα πήγαιναν στα γύρω χωριά για να τα πουλήσουν φωνάζοντας: «Μαρίδα – Μαρίδα». Πρώτοι και απαραίτητοι πελάτες στο άκουσμα «ψάρι – ψάρι μαρίδα» ήταν οι γάτες που έτρεχαν από κάθε κατεύθυνση.

Τράτες και τρατολόγοι

Οι τρατολόγοι σηκώνονται νύχτα για να βρεθούν χάραμα στη θάλασσα, όπου είναι η τράτα. Ιδιαίτερα οι Εξωγησάνοι που ήταν πολύ μακριά, τόσο από την Πόλη (πολλοί πήγαιναν σε Σταυριώτικες τράτες, όπως του Βασίλη Μπαμπάτσικου και του Τηλέμαχου Κοντηλάτου) όσο κι από τις Φρίκες. Από την Εξωγή, τράτα είχαν οι Τρομπονέοι, ο Νικολής ο Παμεινώντας, ο Διονύσης Φουής και ο Γιάννης Πάλμος – Κουτσούκας. Στο Κιόνι ήταν η τράτα του Σιγιάννη (που αργότερα είχε και μπραγάνι), η τράτα του Μωρού και του Μυρίνη που μετά την έδωσε στον Τερλέση.

Οι ψαράδες, είτε επαγγελματίες είναι, είτε ερασιτέχνες, είναι όλοι προληπτικοί. Για παράδειγμα, αν το χάραμα που θα φύγουν από το σπίτι τους για την ψαρική συναντήσουν στο δρόμο κάποιον ανεπιθύμητο περαστικό και μάλιστα τους μιλήσει, το θεωρούν γρουσουζιά και τους «κομπιάζουν» και τους εξορκίζουν, πολλοί δε γυρίζουν πίσω και δεν πηγαίνουν για ψάρεμα, γιατί πιστεύουν οτι θα έχουν αποτυχία στη ψαριά. Επίσης, αν απαντήσουν μαύρη γάτα ή ακούσουν κανένα νυχτοπούλι, το θεωρούν γρουσουζιά.

Μερτικό

Η μοιρασιά της ψαριάς γινόταν ως εξής: Τα μισά ψάρια τα έπαιρνε η τράτα και ο καπετάνιος που συνήθως ήταν ο ιδιοκτήτης της τράτας, τα άλλα μισά τα μοιράζονταν το πλήρωμα.

Καλάδες

Οι καλάδες που έριχναν οι τράτες γύρω στο Θιάκι ήταν πολλές. Αναφέρω αυτές όπου συνήθως ψάρευαν οι τράτες από τον Πλατρειθιά, την Εξωγή και το Σταυρό. Αυτές είναι: Στο κυρά – Μαριώ, στο Περιβόλι, στις Αφάλες, στον Πηλό, στου Ψαρά, στη Μέλισσα, στο Νεράκι, στις Αλυκές, στο Ρομποτή, στη Βουκέντη, στο Βαθύ, στο Αμμούδι, στα Λιμένια, στις Φρίκες, στην Πόλη, στο Πορί, στο Χωνί, στα Καλάμια, στο Μελιτερό, στο Λαούρι, στον Κέδρο.

Ξέρες

Δυο μεγάλες ξέρες υπάρχουν που προσέχουν οι ψαράδες και τις έχουν σαν σημάδι. Εκεί τριγύρω από αυτές βγαίνουν (τσιμπούν) πετρόψαρα όπως πέρκες και χάνοι. Αυτές είναι: Η ξέρα του Κορκάλη στο Μάρμακα και η ξέρα του Άη Γιάννη στον Άσπρο Γιαλό.

Ονοματολογία

Τράτα, Βόγα (κωπηλασία καθισμένοι στους πάγκους), Άρσα παν (σύνθημα για ξεκίνημα, τα κουπιά βουτούν στη θάλασσα), Καλάδα, Γαΐτα, Κιάρα, Κόντρα – κιάρα, Ψαλίδισμα, Μολυβδόσχοινο, Φελός, Φελόσχοινο, Ματιδελιά, Παραμάσχαλα, Μπούκο, Πετσάλι, Πατινόδυχτο, Μπάϊνα, Σαρδουνάδα, Καρέλι, Καρυδόκομπος, Μαγιάρισμα, Μαϊτζαδώρος, Καστέλια, Καρούλια, Πλήρωμα, Σάκκοι, Σκανταγιάρισμα, Σία Βόγα, Μούτσος, Βαρέλι, Ματσοβάρελο, Γρίπος, Ασένιο, Αλαμπάρκα, Διτέρα, Σημαδούρες, Σπιάντζα, Κρόκος, Ιγλές, Αραβάνι, Άλμπα, Απόχη, Τριτσίλιο, Μπραγάνι.

Διάφοροι τρόποι ψαρέματος

Τράτα, Μπραγάνι, Παλαμιδόδιχτο, Δίχτυα, Μανωμένα, Καθετή, Παραγάδι, Αρμίδι, Κοφινέλα, Φάκλες, Συρτή, Δυναμίτες (μπουρλότα).

Βάρκες

Γαΐτα, τραμπάκουλο, κανώ, καΐκι, φελούκα, ψαρόβαρκα, μαούνα.

Ψάρια και θαλασσινά που ψαρεύονται στην Ιθάκη

Αθερίνα, Γαύρος, Γλώσσα, Γουβιές, Γουλάδα, Γόππα, Δροσίτης, Καλογρίτσες, Κέφαλος, Κεφαλικά (όπου δεις ψάρι, κότσα τα άλλα ψάρια κλώτσα), Λαυράκι, Λιθρίνι, Μαρίδα, Μόκος, Ορφός (ολφός), Παλαμίδα, Πέρκα, Φαγκρί, Συναγρίδα, Σαρδέλα, Τόνος, Χελούτα, Χάνος, Σμέρνα, Χέλι, Χταπόδι, Σουπιά, Πίνες, Χάβαρα, Πεταλίδες, Αχινιοί.

Τα ψάρια διακρίνονται συνήθως σε τρεις κατηγορίες: Χοντρά ψάρια, Λιανόματα, Πετρόψαρα (του βράχου όπως η Πέρκα και οι Χάνοι). Καθαρά λένε τα ψάρια της πρώτης ποιότητας που είναι και πιο ακριβά. Μύδια, Χάβαρα και Καποσάντες δεν βγαίνουν στα νερά της Ιθάκης και ήταν εισαγόμενα από την Πρέβεζα.

  1. Το γνωστό χριστόψαρο που η παράδοση λέει πως οι δυο βούλες του στην κάθε πλευρά γινήκανε όταν ο Απόστολος Πέτρος το έπιασε με τα δυο του δάκτυλα να το ευλογήσει και να πάψει να είναι φαρμακερό.
  2. Μπραγάνι είχε ο Γιάννης Μαυροκέφαλος – Πλατίκας, το οποίο έριχνε συχνά στις Φρίκες.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΤΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πολλά στοιχεία για την τράτα και το ψάρεμα μου τα ανέφεραν οι Στάθης Μαυροκέφαλος Κανάς, Μπάμπης Ραυτόπουλος Μπουρμπουρέλης, Χαρίλαος Μπαμπάτσικος. Επαγγελλματίες ψαράδες από τα χωριά Εξωγή και Σταυρό.

29

1934 Ιθάκη (Δεξα) — ΠΕΖΟΤΡΑΤΑ —Τρόπος ψαρέματος , που έριχναν την τράτα από τη στεριά όπου τα νερά δεν ήταν βαθιά κι είχαν ομαλό βυθό, την έδεναν με σχοινιά και σιγά-σιγά την τραβούσαν με τα χεριά προς τη στεριά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.