ΙΘΑΚΗΣΙΑΚΑ: Ο ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΣΚΑΛΑ

Η επιχείρηση ανεμόμυλος ήταν, κατά τα φαινόμενα, από πλευράς ρίσκου επένδυσης και διαχείρισης, μια καθόλου εύκολη υπόθεση, όταν μάλιστα οι εμπνευσταί και δημιουργοί επαφίονταν, ως προς τη λειτουργία και τη διαχείρισή του, στις «Πηνελόπες» τους που έμεναν πίσω, στο Θιάκι, φροντίζοντας τα του οίκου και «των παντοίων». Η εντύπωση που έχω από τις αφηγήσεις των δικών μου, ήταν πως η επιχείρηση ανεμόμυλος προεξοφλούσε και κατοχύρωνε την εξασφάλιση του ψωμιού, με την καταβολή στο βωμό του κόστους της λειτουργίας, όλων των διαθεσίμων αξιών των οικογενειών μας, δηλαδή της δικής μου, της Μακραίικης και της Σποζαίικης που μοιραζόντουσαν την ιδιοκτησία του. Ο δικός μας μύλος, που δεν είχε μυλωνάδες – ιδιοκτήτες, εξοπλιζόταν και δούλευε περιστασιακά για να καλύψει τις ελλείψεις των αλευριών, από καλλιεργούμενα, ντόπια χωράφια, στους αποκλεισμούς και τους πολέμους. Το «αμάρτωμα» του μύλου σε πανιά σκοινιά και αντένες ήταν, κατά την προσφιλή έκφραση της νόνας μου «το μεγάλο προικιό», και προϋπέθετε πόρους ανύπαρκτους για τα δεδομένα της εποχής. Θυμάμαι κι από μεθύστερες διηγήσεις της νόνας, οτι «το αρμάτωμα του μύλου» στον τελευταίο πόλεμο, το φθινόπωρο του 1942, στράγγισε τα πιθάρια από το λάδι απ’ τις προηγούμενες σοδιές – κουμπάνιες και υποθήκευσε την επόμενη παραγωγή. Στην περίοδο του λεγόμενου «αποκλεισμού», σύμφωνα και με τις τελευταίες επιβεβαιώσεις της θείας Μαγδαληνής «τα καραβόπανα του μύλου χρυσώθηκαν», με όσο χρυσάφι σε κοσμήματα και σε λίρες είχε εισρεύσει στο Διαμανωλαίικο καντζέλο, απ’ το Τάουνσβιλ της Αυστραλίας τις περασμένες δεκαετίες.
Κατά τα άλλα, ο μύλος της Παναγιάς ήταν για το σπίτι μας, όπως δήλωνε η Νόνα μου, «η ευλογία της Παναγιάς», κι όταν ανέβαινε με το «Λάο», τον υπομονετικό μας γάιδαρο για το «ξάι», εκεί όπου την καλούσαν τα «νιτερέσα» της, ήταν το καντήλι της Παναγιάς που άναβε πρώτο, και μετά εκείνο στο εικονοστάσι του μύλου. Το ότι η ευλογιά της Παναγιάς έφερνε τους ανύποπτους ανέμους στις μακρόσυρτες άπνοιες που κινούσαν τα φτερά, ήταν εδραιωμένη πεποίθηση. Το ευλογημένο αλεύρι, στη χάρη Της χρωστούσε τη νοστιμιά του και τη μοσχοβολιά του. Οι μυστηριακές δυνάμεις της ζωοδότρας φύσης από την ευλογία Της άρχιζαν και στη χάρη της κατέληγαν.
Για μένα, δέκα χρονών τότε, η γαϊδουροκαβαλαρία ως την Παναγιά στο μύλο, με τον Λάο να σέρνει αποφασιστικά τα πόδια του στον ίλιγγο του γκρεμνού προς τις Αφάλες, ήταν η πραγμάτωση της ιδανικής πρόσβασης στο παραμύθι του Δον Κιχώτη, αφού συνδύαζε τα στοιχεία της γαϊδουροκαβαλαρίας, του ανεμόμυλου, του σακουλιού και της κατσουρίδας της νόνας που συμπλήρωναν την εικόνα της Δονκιχωτικής πανοπλίας. Δεν ξέρω με ποιας ωρολογιακής ακρίβειας κοκόρια συνδυαζόταν το «πάσο του Λάου», μα σχεδόν πάντα φθάνοντας στην τελευταία στροφή, στη στέρνα, το άρμα του ήλιου μόλις αναδυόταν, ενώ ξεκολλούσαν τα τελευταία του χρυσάφια και βούλιαζαν στη θάλασσα. Το τραμπάλισμα της γαϊδουροκαβαλαρίας με τη δροσιά, το ξάφνιασμα της μέρας με την ανατολή, η θέα και το μούγκρισμα του ανεμόμυλου, το προσκύνημα της Παναγιάς, συνέθεταν την συναρπαστική εμπειρία, που πότισε και φώτισε το λιβάδι των παιδικών μου αναμνήσεων, εκεί όπου γιγαντώθηκε το δέντρο της ανυπέρβλητης αγάπης εκείνου του χώρου! Το θέαμα και το άκουσμα του μύλου, που αγκάλιαζε τις πρωινές ριπές του αέρα με τα πανιά του για να τις μετουσιώσει σε ενέργεια, η τιθάσευση του στοιχείου της φύσης, έχει τον δικό της παλμό, τον παλμό που συγκλονίζει αφού κινείται στα όρια της ανθρώπινης δυνατότητας, έτσι όπως δοκιμάζεται στην παντοδυναμία των ανέμων της φύσης.

Ο ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΣΚΑΛΑ (2)
Όσο κι αν προσπαθούσαν οι μυλωνάδες εκείνου του μύλου, ο μπάρμπα – Νίκος ο Τριτσαρόλης, (ο σοφός μυλωνάς), κι οι βοηθοί του, ο κουμπάρος ο Πάνος ο Σπηλιάτσος (ο ποιητκός μυλωνάς), κι ο Δημητράκης ο Κουβέντας (ο πολυλογάς και πολύξερος μυλωνάς) να με μυήσουν στο «θαύμα» της κατασκευής και λειτουργίας του μύλου, έμενα πάντα με τη γεύση του ακατάληπτου, του μυστηριώδους, του υπερφυσικού, που εντούτοις υπάκουε συσσωρευτικά και αρμονικά σε φυσικούς κανόνες. Ο ανεμόμυλος είναι όραμα και ποίηση, και δημιούργημα μιας εμπνευσμένης αλληλουχίας απλοϊκών, όσο και ιδανικών τεχνικών λύσεων – εφαρμογών. Μια απ’ τις ιδανικές και πρωτόλειες μορφές εκμετάλλευσης των στοιχείων της φύσης.
Η μυθική μορφή του μπάρμπα – Νίκου με την αλευρωμένη σκούφια, τα τσίνορα και τα φρύδια, που χαμογελούσε ήρεμα και κυρίαρχα στα τερτίπια και τις προκλήσεις του αέρα, που δοκίμαζε κάθε τόσο την ποιότητα της παραγωγής του με την πεπειραμένη του ψηλάφηση, που είχε πάντα έτοιμη στα χείλη κάποια μελίρρυτη φράση, μέσα στον ορυμαγδό των αντενών και το γδούπο των λιθαριών, που δοκίμαζε και τρόμαζε τον πρωτάρη, παραμένει ανεξίτηλα γραμμένη στη μνήμη μου, συνυφασμένη πάντα με τη δύναμη του ανέμου και του μετά τον Θεό Μυλωνά, τον Δον Μυλωνά, γιατί έτσι καταλάβαινα τότε τον Δον Κιχώτη. Η αίσθηση του κινούμενου ανεμόμυλου στο χώρο της «σκεπαστής», όπου όλα τρέμουν, όλα κινούνται, όλα βοούν, όλα τρίζουν, εκεί όπου δαμάζεται κι εξημερώνεται μεταλλαγμένη, μετουσιωμένη η δύναμη τ’ ανέμου, εκεί που «η μάντρα, το ξόνι, το φανάρι, η ρόδα κι οι μυλόπετρες» συνθέτουν την ευεργετική τους δημιουργία, είναι η αίσθηση ενός συνεχούς σεισμού, είναι ο μεγαλειώδης ρόγχος της τιθάσευσης του στοιχείου της φύσης, που πάλλεται δημιουργικά κάτω απ’ τις ψύχραιμες κινήσεις της μπαγκέτας του Μυλωνά.
Εκείνος μιλούσε με την κυρά – Μαρία, τη νόνα μου, για δύστροπους πελάτες, για προβλήματα του μύλου, για «την αντένα πούθελε άλλαγμα, για την ρόδα και το φανάρι, τα συρτίκια και την κοφινίδα, για σφήνες και σφηνώματα», ενώ έξυνε ξύλινα καρφάκια, από κάποιο σκληρό ξύλο με το λεπίδι του, γιατί όπως έλεγε «μόνο ξύλινες είναι οι πρόκες του μύλου, Δημητράκη μου». Λέξεις, τότε, για μένα πρωτάκουστες που συνέθεταν τον μυστηριώδη γρίφο του ανεμόμυλου, αυτού που έκλεβε τον αέρα, κι έβγαζε πολύτιμο αλεύρι. Τον θυμάμαι τον μυλωνά ν’ αφουγκράζεται και να ξεχωρίζει τους θορύβους, πότε να χτυπά σφήνες με τη ματσόλα του, και πότε να τροφοδοτεί με ξύγκι τα κινούμερα μέρη, να μαζεύει πανιά και ν’ απλώνει το χέρι του κάθε τόσο από το παραθυράκι, λες για να χαιρετίσει ή για να ψαύσει τον αέρα Του, τον αέρα του Θεού και να προετοιμάσει τους επόμενους χειρισμούς και κινήσεις. Εγώ έπνιγα την περιέργειά μου στον ορυμαγδό, άκουγα όσο εκείνος μου το επέτρεπε και πάντα άφηνα το τελευταίο σκαλοπάτι με δέος, θαυμασμό κι άλυτα ερωτήματα, εκστασιασμένος απ’ την ομορφιά εκείνης της σύνθεσης της δύναμης του μυαλού και της φύσης κι ανίκανος να προσεγγίσω τους νόμους της.
Κατεβαίνοντας έριχνα μια λοξή ματιά στο πρόχειρο στρώμα, όπου ο μυλωνάς ξεκουραζόταν, σαν ένιωθε πως ο Αίολος και τα ξύλα των μηχανισμών δεν θα συνωμοτούσαν εναντίον του, κι όπου «κουρμαίνοντας» την καρδιά και την αναπνοή του μύλου του, έπαιρνε ένα ήρεμο και βαθύ μπούρμπουλο, που τον ξεκούραζε σαν την ανατολή! Θυμόμουνα τον μπάρμπα – Νίκο, χρόνια μετά στην θάλασσα, που σαν καπετάνιος «έκλεβα», δίπλα στη γέφυρα, τους βαθύτερους, λυτρωτικούς σύντομης διάρκειας ύπνους, με το νανούρισμα της παλλόμενης καρδιάς του καραβιού μου, έτσι όπως το συνέθεταν η πρόωση και τα στοιχεία της φύσης.
Στο ισόγειο, τα σακιά με τα στάρια, τα γεννήματα και τα καλαμπόκια απ’ την μια μεριά, η μεγάλη ζυγαριά με τα σιδερένια ζύγια και το καντζέλο με το «ξάι» και τα αλεύρια απ’ την άλλη, και η πόρτα της εξόδου που σε προσγείωνε στην ήρεμη ταπεινότητα της γης από την υπέρβαση των πανιών και της περιστροφής της μυλόπετρας.
Κατά περίεργο κι όμως αναμενόμενο τρόπο ήταν η ανακούφιση που συνόδεψε τόσο το άνοιγμα όσο και το κλείσιμο, και μάλιστα για πάντα, του μύλου, κάπου εκεί γύρω στο 1946-47. Ανακούφιση γιατί με το άνοιγμά του έδωσε λύση στο μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης του αλευριού και του ψωμιού στη διάρκεια των πολέμων. Ανακούφιση γιατί το κλείσιμό του ήταν απόρροια του τέλους ενός φοβερού πολέμου, κι οι άνεμοι της ειρήνης και των μεγάλων προσδοκιών ξανάφεραν τ’ άσπρα τσουβάλια της «UNRRA» και των μεγάλων αλευρόμυλων που στοιβάχτηκαν περίσσια κι ανακουφιστικά στους φούρνους και τα σπιτικά.
Η Νόνα, που είχε την οικονομική, διαχειριστική ευθύνη, θυμάμαι πως υπολόγιζε τα κέρδη και τις ζημιές με την φράση «ίσα καράβια, ίσα νερά και χώρια οι λαχτάρες», αλλά πρόσθετε ανακουφιστικά πως «τουλάχιστον σ’ εμάς και τα σόγια μας, κι όσους κινούνταν ανήμποροι γύρω μας, δεν έλειψε ούτε το ψωμάκι, κι από κοντά το τηγανόψωμο κι η μπομπότα, τα λαδοκούλουρα και τα κρασοκούλουρα κι όλα τα καλά τ’ αλευριού» και τέλειωνε πάντα με τη φράση: «Θεός σχωρέστ’ τον Παναή τον Διαμανώλη, που όλα τάδε και τα προνόησε».
Το κουφάρι εκείνου του μύλου, μόνο και τελευταίο απ’ τους τριανταένα (31) μύλους του Θιακιού, στέκεται ακόμα ολόρθο, απολαμβάνοντας παθητικά τις θωπείες των ανέμων, και δείχνει ν’ αναμετρά και ν’ αναπολεί τις χιλιάδες στροφές που πήρε και τους μυριάδες κόκκους που σύνθλιψε, παγιδευμένος στο φθοροποιό του πεπρωμένο. Την τελευταία φορά που ανέβηκα ως εκεί τον είδα, απ’ τα δυτικά, να σκιάζει τον ανατέλλοντα ήλιο, περιβεβλημένο λες με το δικό του φωτοστέφανο και σκέφτηκα πως αν είναι να γκρεμιστεί ας γκρεμιστεί με τραμουντάνα, μια τέτοια ώρα. Έτσι θα του ταίριαζε!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΪΖΗΣ – ΔΑΝΙΑΣ
Πηγή: «Ιθακησιακά», σελ. 255 – 258

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.