ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΟΛΥΒΑ

….Σήμερα, πέταξα με το ελικόπτερο της NITCO από το TERMINAL»18″ στο TERMINAL»14″.

Διαβήκαμε, πάνου απόνα πέλαο, που πλιά δεν έχει λόγο ν’ ανατριχιάζει και το ξανασασμό του τον αιστάνθηκα, σαν ζεστόν αχό στην αέρινη μάζα.

Περάσαμε πάνου από τα χτυπημένα «SEAWISE GIANT» και «BARCELONA». Το T.T. ARGOSI, τόχουνε σκώσει.

Το «BARCELONA» απαρατημένο σε μια ρήχα κοντά στο LARAK. Τ’ όνομα θυμίζει Πικάσο. Ε, και να ζούσε, νάτανε μαζύ μου λέει, ν’ αθανάτιζε μιαν άλλη μικρή Γκουέρνικα.

Το νησί LARAK; ένα κομμάτι στεριάς που το διαπερνάς με το μάτι σε μάκρος και πλάτος, όλο σωρούς κοκκινόχωμα σκαψίματα και τρύπες. Πρέπει νάναι μετάλλευμα, γιατί κοντά στους σωρούς δέρνονται ανελέητα από τον σκληρό Ήλιο του Περσικού μπαράγκες κατοικιές, που από ψηλά φαντάζουν σα σπιρτόκουτα. Διαβρωμένο κοκκινοπέτρωμα τρύπιο μεριές – μεριές, μπορεί φωλιές ποντικών και φαρμακερής σκορπίνας, που κατεβαίνει στο βράχο το σούρουπο και σμίγει με το μαλλιοκάουρα. Δεν έχει ένα πράσινο φύλλο, να χτίσει πετούμενο φωλιά. Διασχίζεται από δρόμους και πάνε σε μιαν άκρη πούναι μια μάζωξη από χτίσματα, σκεπασμένα από τις αμμοθύελλες στο χρώμα της εγκατάλειψης και της έρημος.

Κάποιοι μερακλήδες φτέψανε δεντράκια, που τα μαντρώσανε κι από κει πάνω φάνταζαν πράσινες φωλίτσες της ελπίδας. Αντέστε, τώρα με την ΕΙΡΗΝΗ να γίνουν φωλιές του άσπρου περιστεριού. Ένα καμπουρωτό μπαστούνι παρασταίνει το μώλο, κι εδεκεί η πλατφόρμα της  NITCO. Τίποτα δεν περσέβει, τίποτα δεν λείπει από το τοπίο με το κοκκινωπό μινεράλι, σκαμμένο σα γεροπρόσωπο που τόδειρ’ ο αγέρας κι οι Ήλιοι.

Το «BARCELONA», μισοπνιγμένο, σαν άθαφτος νεκρός εδεκεί σε μια ρήχα. Φαίνεται πράμα, από το BOAT DECK κι απάνου το κατακαμένο ACCOMMODATION του με στραβωμένα σίδερα, σπασμένα φιλιστρίνια λιανισμένος ο καθρέφτης, να μπενοβγαίνει το φως σα λιωμένο χρυσάφι π’ αχνίζει. Κι οι θαλασσοκουρούνες. Αχρείαστο το φως, φέγγει την ερημιά και γυρεύει το χαμένο πλήρωμα. Χελιδόνια δεν πατάνε γιατί εδωκάτου έχουνε καταργηθεί οι Άνοιξες.

Εχτος από το καμπούνι και κομμάτι της πλωριάς κουβέρτας πούναι «ίσα καράβι – ίσα νερά», όλο τ’ άλλο, το σκεπάζει το κύμα που σκάει σ’ ότι ξενερίζει, σα σε βράχια αχτής της ερημιάς. Εκεί κάτου, οι εκρήξεις πήρανε κομμάτια του καραβιού που χάθηκαν στ’ άπατα νερά μαζύ με ναυτεργάτες. Το δεξί φτερό της γέφυρας, ολάκαιρη βαρειά σιδεριά με τις κολώνες της, έχει στραβώσει έχοντας ξαπομείνει ένα καψαλισμένο λυωμένο απομεινάρι που ακουμπάει στη μαύρη κουβέρτα. Δεν έχει απιθαμή λαμαρίνας, που να μην είναι λαβωμένη καμένη τιναγμένη, οτι παλιά είτανε το  «BARCELONA».

Κάποτε, στο περήφανο σκαρί με τη θαλασσομάχα πλώρη ζούσαν ανθρώποι, σύντροφοι ναυτεργάτες που χάθηκαν στις 14 Μάη 1988. Στ’ αλαργινά κονάκια τους καίει μέρα – νύχτα το καντήλι, κλαίει τις νύχτες η κουκουβάγια, κι οι Σπανιόλιες κιθάρες, μοιρολογάνε στο αφέγγαρο caminito de Amor.

Το καράβι και η κόλαση, έχουν ένα κοινό σημείο.

Έχουν και τα δυο, καζάνια.

Τώρα το «BARCELONA», είναι μια κόλαση σβυστή.

Το περήφανο «SEAWISE GIANT» ο Κινέζος γίγαντας απαρατημένος στο φουντάγιο του, τον λιώνει η Αιώνια Σιωπή. Τίποτα δεν μένει άκαο. Εκεί που κατοικούσαν Ανθρώποι, τώρα από τις καψαλισμένες τρύπες και την αβέρταν ερημιά σφυρίζει ο άνεμος, σωριάζοντας τη σταχτιά μαντήλα της αμμοθύελλας. Οι δυο μπίγες του ολόρτες, πελώρια δάχτυλα δείχτουν τον «Ουρανό της εξ ύψους παρηγορίας». Και τις νύχτες δίχως φεγγάρι, οι ανατολίτες ναυτεργάτες με τα λοξά μάτια ανεβαίνουν από τ’ άπατα μαζύ με ανεράϊδες του βυθού, κι αναστημένοι με τα κούτσουρα χέρια τους και τα λειψά ποδάρια, ρεμεντζάρουν ανύπαρκτα καράβια. Και τότε σειέται το πέλαο, σα να γυρίζουν τα πεθαμένα βίντζα.

Στις μακρινές τους γειτονιές, στις μαύρες νύχτες, ένα σκυλί αλιχτουριέται, κι ο μικρός Βούδας στην γωνιά του, κλαίει. Πάνου από τετρακόσιες χιλιάδες τόνους πετρέλαιο λαμπάδιαζε λυώνοντας σίδερα κι Ανθρώπους, μη περσεύοντας μια στάλα γαίμα, για Άγιο Μύρο.

Ο captain MAHINPOORIAN απά στην κουβέντα, έφερε μιαν είδηση, γιατί τώρα θ’ αρχίσουν να ξενερίζουν όσες βουλιάξανε με τα νερόφιδα.

Χτυπήσανε τότε, λέει, ένα καράβι οι Ιρακινοί κι έπιασε φωτιά. Μπήκανε στη βάρκα οι ναυτεργάτες, κι όπως κατέβαινε για το πέλαος, ματαγύρισε τ’ αεροπλάνο και τους σκότωσε όλους, μες στη «σωσσίβια λέμβο», ακόμα κρεμασμένη στα παλάγκα της.

Αυτούς ποιος στόλος τους περασπίστηκε;

Γιατί πλάκωσαν οι στόλοι στον Κόλπο;

Κατακαϋμένε, καπετάν Κωσταντή Κανάρη μπουρλοτιέρη της Τιμής,

ετούτοι είναι φονιάδες, ετούτοι είναι ψεύτες.

Ετούτοι είναι τρομοκράτες….

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΥΒΑΣ
10/8/1988

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.