ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ: Ο ΑΠΟΔΙΟΠΟΜΠΑΙΟΣ ΦΙΛΙΚΟΣ

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ Ο ΦΙΛΙΚΟΣ, Ελευθέριος Μωραιτίνης Πατριαρχέας, Εκδόσεις Κέδρος, 2002. Η ιστορία ενός από τους πρώτους και σημαντικότερους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας, που κατηγορήθηκε και τελικά εκτελέστηκε ως προδότης.

Οταν ο στοχασμός περί της ταυτότητας των Ελλήνων επαναπροσδιορίζεται στο ενδεδειγμένο πλέον ευρύτερο πλαίσιο που συνιστά ο χώρος των Βαλκανίων ή, κατά μία άλλη εκδοχή, μάλλον παγκοσμιοποιημένη, ολόκληρος ο μεσογειακός κόσμος, ιδιαίτερα όταν η εθνική ιστορία, ακολουθώντας το εθνικό νόμισμα, αναμένεται και αυτή οσονούπω να αποσυρθεί, ώστε να μεταγραφεί επί το ευρωπαϊκότερον, απορούμε ποια αξία μπορεί να έχει μια ιστορική μονογραφία γύρω από έναν Φιλικό και δη αποδιοπομπαίο.

Αν και ο συγγραφέας συνθέτει την ιστορία του προσώπου μετά μεγάλης επιμέλειας, ανατρέχοντας στις πηγές, προπαντός στηριζόμενος σε εκτεταμένο αρχειακό υλικό μέχρι πρότινος άγνωστο. Αλλά, αν αντιλαμβανόμαστε ορθά τις διαμάχες των ιστορικών, ήδη μια σημαντική μερίδα τους θεωρεί δευτερεύουσα την έρευνα σε πηγές και αρχεία, καθώς η παραγωγή της ιστορίας συντελείται σε μια διεθνοποιημένη πλέον κουζίνα, καταλλήλως εξοπλισμένη για μετανεωτερικές επαναπροσεγγίσεις. Οπότε καταλήγουμε πως παρόμοιες ιστορικές μονογραφίες, ομού μετά των απομνημονευμάτων των αγωνιστών – έτσι κι αλλιώς, εσαεί παραγκωνισμένα από την κοινότητα των ιστορικών -, προορίζονται μάλλον για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, το οποίο και προπορευόμενο των ειδικών αντιμετωπίζει την ιστορία ως αφήγημα, αφού δείχνει να την καταναλώνει εναλλακτικά με τα ιστορικά μυθιστορήματα. Μοναδικός ορατός κίνδυνος παρόμοιου συμφυρμού τυχόντα ιδεολογήματα να εκτιμώνται ενίοτε περισσότερο από την προσέγγιση της αλήθειας.

Το πάθος του τυχοδιώκτη

Στα λεξικά και στα ιστορικά βιβλία κατά κανόνα ο Νικόλαος Γαλάτης αναφέρεται ως ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας, του χειρίστου όμως χαρακτήρα, ουσιαστικά ένας τυχοδιώκτης που έπεσε τελικά θύμα της σφοδρότητας των παθών του. Με την κατηγορία πως απειλούσε να προδώσει τα μυστικά της Εταιρείας στους Τούρκους, αμέσως μετά τον θάνατο του Νικολάου Σκουφά, καταδικάστηκε από τους εναπομείναντες αρχηγούς και τελικά φονεύθηκε μαζί με τον ακόλουθό του, τον Φιλικό Δημήτριο Κουτμά, από τον σπαρτιάτη οπλαρχηγό Παναγιώτη Δημητρόπουλο, παρουσία του Αθανάσιου Τσακάλωφ, κοντά στην Ερμιόνη στις αρχές του 1819. Ωστόσο στις περισσότερες αναφορές η κατηγορία της προδοσίας μένει εκκρεμής και ανοικτό το ερώτημα, αν δικαίως ή αδίκως ελογίσθη ως ο Ιούδας των Φιλικών Αποστόλων. Μόνο κάποιοι μεταγενέστεροι, ορμώμενοι από τις ανάγκες της δικής τους εποχής, αποφαίνονται κατηγορηματικά, όπως, λ.χ., ο Γιώργης Λαμπρινός στο βιβλίο του Μορφές του Εικοσιένα (Καστανιώτης, 2002). «… Με ανθρώπους σαν το Γαλάτη, αριβίστες και φλύαρους, η Εταιρεία δε θα προκόψει… Η θανατική καταδίκη του Γαλάτη είχε κιόλας υπογραφτεί…» τονίζει ο Λαμπρινός, καθώς έγραφε στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, όταν οι κανόνες μυστικότητας αποτελούσαν και πάλι πρωταρχικό μέλημα.

Ο Πατριαρχέας ζητεί να δικαιώσει τον Γαλάτη, αποκαλύπτοντας τα πραγματικά αίτια της εκτέλεσής του πίσω από «το θρύλο της προδοσίας του», τον οποίο οι Φιλικοί έφτιαξαν εκ των υστέρων με τα απομνημονεύματά τους. Κυριότερη πηγή οι συγγραφές του Ιωάννη Φιλήμονα, εκδότη της εφημερίδος «Αιών» αλλά και γραμματέα του Δημητρίου Υψηλάντη και έμπιστου του Φιλικού Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Σημαντική όμως μαρτυρία προσφέρουν και τα Απομνημονεύματα του πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, που ελάνθαναν ως το 1900, όταν ο Δημήτριος Καμπούρογλους ανέσυρε από τους θησαυρούς της Εθνικής Βιβλιοθήκης το ανώνυμο, στη γαλλική, χειρόγραφο και το εξέδωσε. Τη μετάφραση στα ελληνικά, μαζί με εκτενή προλεγόμενα και σχόλια περί της ταυτότητας του συγγραφέα του χειρογράφου, την οφείλουμε στον Πατριαρχέα (Κέδρος, 1986). Υποθέτουμε μάλιστα πως θα πρέπει να στάθηκε η αφετηρία για την ιχνηλασία του Γαλάτη, καθώς στο πρόσφατο βιβλίο του διερευνά τη σχέση των Απομνημονευμάτων με τα δοκίμια του Φιλήμονα και με τις άλλες σχετικές μαρτυρίες, ως τα απομνημονεύματα του Γεωργίου Λεβέντη, πατέρα του μυθιστοριογράφου της Τασσώς (Νεφέλη, 2000) Αχιλλέα Λεβέντη, τότε διερμηνέα του ρωσικού προξενείου στο Βουκουρέστι. Τη δυνατότητα όμως για αυτό το τελικά συνεκτικό αφήγημα του βίου και της πολιτείας του Γαλάτη τού την έδωσε η δημοσιοποίηση το 1975 των ρωσικών και των αγγλικών αρχείων της εποχής.

Ο ατυχής νέος

Εν αρχή κατοχυρώνονται οι ισχυρισμοί του Γαλάτη περί ευγενούς καταγωγής του, που οι ιστορικοί, μεταξύ αυτών και ο Δ. Α. Κόκκινος, αποδίδουν σε νεανική ματαιοδοξία. Από τη μοναδική ιθακήσια οικογένεια που είχε προνόμια ευγενείας επί Ενετών, ο Γαλάτης γεννήθηκε μεταξύ 1790 και 1794, σύμφωνα με τις κατά καιρούς δηλώσεις του, φοίτησε στη Σμύρνη και στις Κυδωνίες, ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και το 1816 βρέθηκε στην Κέρκυρα συλληφθείς για ανεξακρίβωτη αιτία από τις αγγλικές αρχές. Η δράση του ως Φιλικού κράτησε από την άφιξή του στην Οδησσό, τον Ιούλιο του 1816, ως τις αρχές του 1819. Μέσα σε δυόμισι χρόνια θα γίνει ένας από τους τέσσερις αρχηγούς της Εταιρείας και θα μυήσει πλείστους όσους υψηλά ιστάμενους, ακόμη και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, όχι όμως και τον Καποδίστρια, με τον οποίο θα συναντηθεί στην Πετρούπολη. Από τη Ρωσία θα τον απελάσουν, όπως και από το Ιάσιο, ενώ από την Κωνσταντινούπολη θα τον απομακρύνουν με αποστολή στη Μάνη. Ατυχή νέο τον χαρακτηρίζει ο Καποδίστριας. Σε μια άλλη πρόσφατη έκδοση, Ιωάννης Καποδίστριας. Η χάραξη της σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς πολιτικής (Φρυδά, 2001), η Ντ. Πέππα σχολιάζει τη συνάντηση του Καποδίστρια με τον Γαλάτη μέσα από την αλληλογραφία του κατόπιν κυβερνήτη της Ελλάδος.

Το συμπέρασμα του Πατριαρχέα είναι ότι ο Γαλάτης ούτε πρόδωσε ούτε καν εκβίασε, ανεξάρτητα αν ο βίος του στάθηκε άτακτος. Αφορμή του εξοστρακισμού του οι πιθανώς υπερβολικές ηγετικές αξιώσεις του. Πάντως, όσοι πρωτοστάτησαν στον αφανισμό του, κυρίως ο Τσακάλωφ, σιώπησαν. Την αμαύρωση του ονόματός του άλλοι, όπως ο «σκοτεινός» Θεόδωρος Νέγρης, τη μηχανεύτηκαν προς ίδιον όφελος και άλλοι αγαθής προαίρεσης, όπως ο Ξάνθος ή ο Λεβέντης, πιστεύοντες πως πράττουν «εν ονόματι της ελευθερίας της πατρίδος». Παρεμπιπτόντως, ο Πατριαρχέας σκιαγραφεί τους Φιλικούς, κυρίως τον «οραματιστή» Σκουφά, και εξετάζει τη δράση ενός αδελφού του Γαλάτη, του χωλού αρχιμανδρίτη Ευστάθιου, που θέλησε να εκδικηθεί τον θάνατό του. Να σημειώσουμε ότι ένας άλλος αδελφός του, ο Κωνσταντίνος του Κωνσταντίνου Γαλάτης, αναφέρεται από τον Α. Ρ. Ραγκαβή ως δάσκαλός του στη Στεφανούπολη τις παραμονές της Επανάστασης. Πρόκειται για τον κατόπιν δήμαρχο Αθηναίων, ο οποίος πέθανε στο μέσον της θητείας του, στις 24.3.1857.

Εκτός από την αποκατάσταση της αλήθειας που επιχειρεί ο Πατριαρχέας και για την επάρκεια της οποίας θα αποφανθούν οι ιστορικοί, συναρπαστική αποβαίνει η αφήγηση της έρευνας καθώς ο συγγραφέας παρουσιάζει τα τεκμήρια, εντοπίζει τα αμφιλεγόμενα σημεία τους και στη συνέχεια παραθέτει τη συλλογιστική του. Μια ιστορική μονογραφία που διαβάζεται και ως αστυνομικό μυθιστόρημα. Παραδόξως, οι θιασώτες του μυθιστορήματος ντοκουμέντων, καθηλωμένοι σε ιστορικά μυθιστορήματα ή και μυθιστορίες εποχής, δεν έχουν ακόμη εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες μιας αστυνομικής πλοκής. Οπως πληροφορηθήκαμε, ο Ελ. Μωραϊτίνης Πατριαρχέας απεβίωσε στις αρχές Φεβρουαρίου του 2003, όταν το βιβλίο του βρισκόταν στο βιβλιοδετείο. Πλήρης ημερών, είθισται να λέγεται σε αυτές τις περιπτώσεις, αφήνοντας ωστόσο στη μέση τις φροντίδες του για παραγνωρισμένες μορφές του ’21 και παραχωμένα χειρόγραφα.

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ