Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΩΝΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΙΑΚΙ *

Πολλοί διερωτώνται πως συμβαίνει ώστε ο Σμυρνιός και κατά συνέπεια Αιγαιοπελαγίτης Αριστοτέλης Ωνάσης να συνδεθεί τόσο στενά μ’ ένα μικρό νησί της δυτικής ελληνικής θάλασσας, το Θιάκι του Ιονίου Πελάγους. Η απάντηση βρίσκεται στο τηλεγράφημα που ακολουθεί σε φωτοαντίγραφο εν σμικρύνσει:
Δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις. Το τηλεγράφημα στάλθηκε από το Μπουένος Άϊρες στις 29 Νοεμβρίου του 1931 προς τον Γεώργιο Π. Καλλίνικο στο Λονδίνο από το φίλο του Βρασίδα Δεκαβάλλα και έφτασε στο Λονδίνο το πρωί της επομένης. Μεταφρασμένο έχει ως εξής: «Ο ΩΝΑΣΗΣ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΑΣ. ΣΑΣ ΤΟΝ ΣΥΝΙΣΤΩ ΕΝΘΕΡΜΑ. ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΤΟΝ. ΔΕΚΑΒΑΛΛΑΣ».
Ο Γ.Π.Κ. ήταν τα χρόνια εκείνα, και για την ακρίβεια από τα 1915 ως τα 1960, Αρχιμηχανικός και της εταιρείας Δρακούλη. Ο Βρασίδας Δεκαβάλλας είχε υπάρξει υπάλληλος της εταιρείας Δρακούλη (Dracoulis Ltd) ως τα 1920 περίπου, όταν και απεχώρησε αναζητώντας καλύτερη τύχη στην Αργεντινή. Εκεί φαίνεται γνωρίστηκε με τον Αριστοτέλη Ωνάση, μετανάστη κι αυτόν στην ίδια πόλη του Μπουένος Άϊρες από τα 1923.
Ο εφοπλισμός στάθηκε το όνειρο του Ωνάση από τα εφηβικά του χρόνια. Έτσι, αφού με τις πρώτες του επιχειρήσεις (καπνέμπορος και βιομήχανος σιγαρέττων κυρίως) αποταμίευσε κάπου 30.000 λίρες Αγγλίας, όπως ο ίδιος εμπιστεύτηκε αργότερα στον Γ.Π.Κ., αποφάσισε να επωφεληθεί της κατακόρυφης πτώσεως των τιμών των πλοίων με τη μεγάλη ναυτιλιακή και γενικότερα οικονομική κρίση γύρω στα 1930 για να σταδιοδρομήσει στον εφοπλισμό επενδύοντας ολόκληρο το ρευστό κεφάλαιό του σε παλιά βαπόρια, όπως εκείνα του τύπου «Standard» του Α’ παγκόσμιου πολέμου, κάτι το αντίστοιχο των «Liberties» του δεύτερου πολέμου. Την απόφασή του αυτή ανακοίνωσε μια μέρα στον Βρασίδα Δεκαβάλλα και του ζήτησε να τον συστήσει σε πρόσωπο της εμπιστοσύνης του στο Λονδίνο, με τη βοήθεια του οποίου θα εύρισκε και θα αγόραζε τα καταλληλότερα σκάφη. Ο Δεκαβάλλας του συνέστησε αμέσως τον παλιό συνάδελφο και φίλο του Γ.Π.Κ., προς τον οποίο στάλθηκε το παραπάνω τηλεγράφημα. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ οτι η αποστολή του τηλεγραφήματος έγινε προγραμματισμένα, έτσι ώστε να συμπέσει σχεδόν η επίδοσή του στον παραλήπτη με την άφιξη του Ωνάση στα γραφεία Δρακούλη του Λονδίνου, στον αρ. 101 Leadenhall Street, όπου λογάριαζε ο Ωνάσης πως θα συναντούσε τον Καλλίνικο, λίγο αφού ο τελευταίος θα είχε λάβει και διαβάσει το συστατικό τηλεγράφημα του Δεκαβάλλα και καταστεί έτσι γνώστης των προθέσεων του μέλλοντος εφοπλιστή.
Τη συνέχεια θα μας την αφηγηθεί τώρα ο τότε υπάλληλος του γραφείου Δρακούλη του Λονδίνου Άγγλος Hugh Barnes σε γράμμα που απεύθυνε στον υπογράφοντα με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1964, για να τον συλλυπηθεί για το θάνατο του πατέρα του (9.10.1963).
Μεταφράζουμε μόνο τη σχετική με τον Ωνάση παράγραφο. Ο Barnes γράφει στα 1964 και ο νους του τρέχει πίσω κάπου τριάντα χρόνια:
«Συχνά αναθυμάμαι την ημέρα που ο κύριος Ωνάσης πρωτοεμφανίστηκε στο Λονδίνο από το Μπουένος Άϊρες και δεν μπορώ να βγάλω από το νου μου την προσοχή με την οποία μεθόδευσε με τόση ακρίβεια την ώρα της αφίξεώς του στα γραφεία. Πρέπει να ήταν γύρω στα 1932 (1). Θυμάμαι μπήκε στα γραφεία του «101» κατά τις 9.45 το πρωί και ρώτησε αν μπορεί να δει τον κύριο Καλλίνικο, που όπως ξέρεις δεν συνήθιζε να μας έρχεται τόσο ενωρίς. Του απάντησα αρνητικά, οπότε ο κύριος Ωνάσης με ρώτησε αν δεν είχε ληφθεί εκείνο το πρωί και ένα τηλεγράφημα για τον κύριο Καλλίνικο. Κατά περίεργη σύμπτωση είχα προσέξει οτι με την αλληλογραφία του κ. Κ. υπήρχε πράγματι και ένα τηλεγράφημα και άρχισα να διερωτώμαι γιατί ο άγνωστος επισκέπτης μου υπέβαλε αυτή την ερώτηση. Του είπα πως θα μπορούσα να τηλεφωνήσω στον πατέρα σου και ο κύριος Ωνάσης συμφώνησε».
Θ’ αφήσουμε τώρα το φίλο μου τον Μπάρνς στο τηλέφωνο του 101 Leadenhall Street και θα πάμε στην άλλη άκρη του τηλεφωνικού καλωδίου στο Bayswater, συνοικία του δυτικού Λονδίνου, όπου κατοικούσε τότε ο Γ.Π.Κ. με την οικογένειά του.
Τον θυμάμαι να φωνάζει του Μπαρνς να επαναλάβει το άγνωστο και ασυνήθιστο όνομα του κυρίου που τον ζητούσε και, τέλος, μη μπορώντας να το καταλάβει, να παρακαλεί τον Μπαρνς να συλλαβίσει ή ακριβέστερα να «σπελλάρει» κατά τον αγγλικό τρόπο, δηλαδή γράμμα προς γράμμα, το περίεργο επώνυμο. Μ’ ένα μολύβι ο Γ.Π.Κ. σημείωνε: όου, εν, έι, ες, ες, άι, ες: O-N-A-S-S-I-S, με δύο σίγμα στην αγγλική για να προφέρεται Ωνάσης και όχι Ωνάζης. «Καλά», είπε τότε του Μπαρνς, «πες στον κύριο πως θα βρίσκομαι εκεί κατά τις έντεκα».
Ποιος θα φανταζόταν τότε οτι το άγνωστο και παράξενο τούτο επώνυμο (2) θα γινόταν σε μερικά χρόνια γνωστότατο σε παγκόσμια κλίμακα, «a household word», κατά την αγγλική έκφραση.
Το πρωινό εκείνο ήταν η πρώτη τους συνάντηση. Αφού τα είπαν σε πολύ γενικές γραμμές στο γραφείο Δρακούλη, πήγαν κι έφαγαν το μεσημέρι μαζί στου Πατρινού, ένα από τα δυο ελληνικά εστιατόρια του City της εποχής εκείνης (το άλλο ήταν του Λάμπρου), και κατά τις 7 το βράδυ αντάμωσαν πάλι στο Savoy Hotel, ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία του Λονδίνου, όπου είχε κλείσει δωμάτιο ο Ωνάσης. Οι συναντήσεις αυτές κράτησαν με τον ίδιο ρυθμό αρκετές ημέρες: το πρωί στο City, το βράδυ στο Savoy ή στο σπίτι του Γ.Π.Κ. στο Bayswater. Θέμα: η αγορά πλοίων όχι ενός ή δυο, αλλά όσων επέτρεπε ν’ αγοραστούν το όχι ευκαταφρόνητο ποσό των 30.000 λιρών Αγγλίας του καιρού της μεγάλης εκείνης παγκόσμιας οικονομικής κρίσεως. Πλοία φορτηγά Standard κόστιζαν από 3.500 έως 5.000 λίρες Αγγλίας το καθένα, ανάλογα με την ηλικία τους και την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν. Ο Γ.Π.Κ. άρχισε αμέσως το ψάξιμο. Κινητοποίησε τα αρμόδεια γραφεία – πρακτορεία αγοραπωλησίας πλοίων του Λονδίνου, έφερε βόλτα πολλά αγγλικά, σκωτικά και ουαλλικά λιμάνια, επιθεωρώντας πλοία που περίμεναν αγοραστή. Δε βρήκε τίποτε που να τον ικανοποιούσε, έμαθε όμως οτι πολλά πλοία «Standard» σκούριαζαν δεμένα στο ποτάμι του Αγίου Λαυρεντίου στον Καναδά. Τα πλοία αυτά ανήκαν στο κράτος του Καναδά και μερικά παρουσίαζαν ενδιαφέρον, αν κρίνουμε από τις περιγραφές των γραφείων που τα πρακτόρευαν. Αφού τα μελέτησε ο Γ.Π.Κ., εισηγήθηκε στον Ωνάση να πάνε στον Καναδά για να τα επιθεωρήσει.
Έκαναν δύο ταξίδια στον Καναδά, διασχίζοντας τον Ατλαντικό με τα μεγάλα υπερωκεάνεια της εποχής εκείνης. Το δεύτερο, αν δεν με απατά η μνήμη, ταξίδι, την άνοιξη του 1932, το έκαμαν με το «Europa»της Norddeutsches Lloyd. Πέρασαν πρώτα στην Αμερική και από εκεί με το τραίνο ανέβηκαν στο Halifax και το Montreal μένοντας στο «Halifax Hotel» και στο «Windsor Hotel», σύμφωνα με τα γράμματα, τηλεγραφήματα και σημειώσεις του αρχείου του Γ.Π.Κ., που σώζονται ως σήμερα. Στον Καναδά διαπραγματεύτηκαν με την «Canadian National Steamers» έξη πλοία.
΄Ενα από αυτά τα έξη, το «Canadian Commander»(δε θυμάμαι αν ήταν «Standard»), έκανε κατ’ εξαίρεση 9.000 λίρες Αγγλίας, τα άλλα πέντε, το «Canadian Inventor», το «Canadian Pioneer» κ.λ.π. γύρω στις 3.500 με 4.000 λίρες Αγγλίας. Η Καναδική Κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να τα πουλήσει. Ξαφνικά όμως οι διαπραγματεύσεις σκόνταψαν στην απροσδόκητα τεράστια κατακραυγή της αντιπολιτεύσεως στην Καναδική Βουλή που κατηγόρησε την Κυβέρνηση πως αγνοούσε τα εθνικά συμφέροντα με το να πουλήσει καναδικά πλοία (έστω κι αν σάπιζαν στο ποτάμι) σε ξένους ανταγωνιστές της καναδικής εμπορικής ναυτιλίας – και άλλα πατριδοκαπηλικά παρόμοια. Έτσι ο Ωνάσης πρόλαβε και αγόρασε μόνο δυο από τα πέντε φθηνότερα, στα οποία και έδωσε τα ονόματα των γονιών του, «Ωνάσης Σωκράτης» το ένα, «Ωνάση Πηνελόπη» το άλλο. Ένα – δύο χρόνια αργότερα απέκτησε και τρίτο καναδικό σκάφος, το «Ωνάση Μαρία». Ορισμένες συνεδριάσεις της Καναδικής Βουλής τις παρακολούθησε ο Ωνασης και ο μηχανικός σύμβουλός του από τα θεωρεία των ξένων.
Αυτά τα τρία πλοία που αγόρασε ο Ωνάσης με τον Αρχιμηχανικό του Γ.Π.Κ. στάθηκαν το προζύμι της καταπληκτικής εφοπλιστικής σταδιοδρομίας του. Ο Κ., που τότε δεν ήταν μόνο Αρχιμηχανικός της εταιρείας Δρακούλη αλλά και υπεύθυνος για τα πληρώματα των πλοίων της εταιρείας, επάνδρωσε και τα πλοία αυτά του Ωνάση, όπως και πλείστα άλλα αργότερα, με Θιακούς κατά το πλείστο αξιωματικούς (ο Γιώργος Τριλίβας και ο Σ.Α. Φερεντίνος ήταν οι πρώτοι – πρώτοι Θιακοί Πλοίαρχοι του Ωνάση) και καλύτερα, όσο μπορούσε να βρει, μέσα στα πλαίσια πάντα της αξιοκρατίας, πληρώματα. Έτσι ως τα 1960 πάμπολλοι Θιακοί ναυτικοί είχαν υπηρετήσει σε καράβια του Ωνάση. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε από το γιο του Γ.Π.Κ., Νίκο Καλλίνικο, επίσης Αρχιμηχανικό του, αφότου ο Ωνάσης παράτησε τις αγορές παλιών σκαφών και επιδόθηκε σε ναυπηγήσεις, κυρίως πετρελαιοφόρων, αρχίζοντας με το «Άριστον» που έφτιαξε στη Σουηδία. Αργότερα, όταν λόγω πληθώρας πλοίων έγινε συστηματικότερος καταμερισμός εργασίας και ευθυνών, η τακτική που είχε εγκαινιάσει και κρατήσει ο Γ.Π.Κ. βρήκε άξιους συνεχιστές από τους Αρχιπλοιάρχους Γιάννη Καλλιμάνη, Ευθύμιο Βαλλιάνο, Ευγένιο Ρωμάη, Γιωργη Κουτσουβέλη, Γιάννη Παΐζη και Δ. Βλησμά, όλους από το Βαθύ και το Κιόνι της Ιθάκης, καθώς και από άλλα ανώτερα στελέχη της εταιρείας, τους επίσης Θιακούς Κώστα Γ. Γράτσο, το οξύτατο αυτό μυαλό που τροφοδοτούσε τον Ωνάση με ιδέες εφοπλιστικού δυναμισμού και το φιλικό του περιβάλλον με ευτράπελες αν και συχνά αμοραλιστικές παραδοξολογίες και Κώστα Βλασσόπουλο (του καπετά Λευτέρη), που συνδυάζει την ιεροφαντική της εφοπλιστικής τελετουργίας με τη δραματογραφία – κάπου οκτώ βιβλία δημοσιευμένα όλα τον τελευταίο καιρό, με δυο – τρία θεατρικά έργα στο καθένα,έργα με συναρπαστικό ουάλδειο και σαβιανό (Shavian) διάλογο, συχνά με διαξιφισμούς σαφούς νεοδιαλεκτικής αποχρώσεως, του σαλονιού δηλαδή, αλλά και με βαθιά οικονομική και κοινωνική κριτική της κωμικοτραγικής φάρσας που είναι η σύγχρονη ζωή μας.
Στην αρχή της εφοπλιστικής σταδιοδρομίας του Ωνάση σημαντικό μέρος στην υποστήριξη Θιακών ναυτικών έπαιξε και ο αλησμόνητος Περικλής Δρακούλης, διευθυντής του γραφείου Λονδίνου Dracoulis Ltd, στα χρόνια του οποίου η ατυχήσασα έκτοτε εταιρεία Δρακούλη γνώρισε μέρες δόξας και τιμής. Άνθρωπος ήθους, μέτρου, αξιόλογης μορφώσεως, αγνού πατριωτισμού, στάθηκε πάντα πρόθυμος στην υποστήριξη των άξιων συμπατριωτών του. Στην ακμή της θαλασσοκρατείας του Ωνάση, μια οποιαδήποτε στιγμή, υπηρετούσαν στα καράβια του κάπου 350 διαλεγμένοι Θιακοί ναυτικοί, από τους οποίους γύρω στους σαράντα Πλοίαρχοι. Συνολικά κάπου εξήντα με εβδομήντα Θιακοί πλοίαρχοι πέρασαν, για λίγο ή πολύ, από πλοία του Ωνάση. Σημαντικό ποσοστό, αν ληφθεί υπόψη ο μικρός πληθυσμός της Ιθάκης.
Το Θιάκι τίμησε τον Ωνάση επί δημαρχίας Ν. Κολυβά, ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο δημότη Ιθάκης. Αναφέρθηκε τότε με λίγα λόγια και ο ρόλος που έπαιξε ο Γ.Π.Κ. στο δεσμό του Ωνάση με το Θιάκι. Ο Γ.Π.Κ. υπήρξε ο βασικός κρίκος του δεσμού αυτού. Συμπληρώνουμε εδώ κάπως λεπτομερέστερα το ιστορικό της υποθέσεως αυτής, γιατί πρόκειται για δεσμό που εξυπηρέτησε πολύ τους Θικαούς, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά (αφού, αν δεν υπήρχαν τα βαπόρια του Ωνάση, πολλοί Θιακοί θα έπαιρναν αναγκαστικά το δρόμο της μακρινής Αυστραλίας, όπου, σύμφωνα με το κικερώνειο αξίωμα «Ubi bene ibi patria», οι κατιόντες τους θα εξαυστραλίζονταν και θα τους έχανε για πάντα το Θιάκι και η Ελλάδα, αλλά και τον ίδιο τον Ωνάση με το «know how», το «savoir faire», και τη ναυτοσύνη γενικά των Θιακών)

Π.Γ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ
Μοντεκάρλο, Δεκέμβριος 1989

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Από αδημοσίευτο κείμενο με τον τίτλο «Ωνάσσεια – σκόρπια φύλλα σχετικά με τα έργα και τις ημέρες του Αριστοτέλη Σ. Ωνάση».
1. Ο Barnes δεν έπεσε πολύ έξω. Ήταν, όπως είδαμε από τη σφραγίδα του τηλεγραφήματος, η 24η Νοεμβρίου του 1931.
2. Το ασυνήθιστο όνομα «Ωνάσης», ιδιαίτερα ασυνήθιστο, ξωτικό θα λέγαμε, στους ναυτιλιακούς κύκλους της εποχής εκείνης, είχε κάμει τέτοια εντύπωση του πατέρα μου, που λίγο αφού γνώρισε τον εικοσιπεντάχρονο (;) τότε Ωνάση δε δίστασε να ρωτήσει τον ίδιο τι θα πεί. Ο Ωνάσης, στην απάντησή του, του είπε πως πρέπει να σημαίνει ουσιαστικά «έμπορος», αφού σχετίζεται με τις αρχαιοελληνικές λέξεις ώνιος, ωνέομαι = αγοράζω. Ο πατέρας μου , καίτοι μηχανολόγος, δηλαδή τεχνοκράτης, ενδιαφερόταν πολύ για την ιστορία και ακριβή σημασία των λέξεων. Κι έτσι κατέφυγε και στα δικά μου τα φώτα για ν’ ακούσει την πλήρη διαφωνία μου για τα ώνια και ψώνια, με τα οποία ο Ωνάσης επιθυμούσε, φαίνεται, να συνδέσει το επώνυμό του.
Στα δεκατέσσερα χρόνια που χρημάτισα ιδιαίτερος γραμματέας του και «επί του τύπου» του Ωνάση στο Monte – Carlo είδα πλείστα γράμματα συγγενών του ή υποτιθέμενων συγγενών του που υπογράφονταν με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς του όμικρον και του ωμέγα, του -ίδης και του -όγλου, του ενός ή των δύο σίγμα: Ωνάσης, Ονάσης, Ωνασίδης, Ονασίδης, Ωνάσογλου, Ονάσογλυ κ.λπ. Το συμπέρασμα είναι οφθαλμοφανές. Κάποιος πρόγονος του Ωνάση θα λεγόταν Ιωνάς. Στην Καππαδοκία, όπου και η κοιτίδα των Ωνάσηδων, τα βιβλικά και τα αρχαία ελληνικά ονόματα αποτελούσαν ένδειξη ελληνικότητας και χριστιανοσύνης. Ο γιος του Ιωνά σε περιοχή όπου οι έλληνες δε μιλούσαν πια ελληνικά, αλλά μόνο τούρκικα, θα ειπώθηκε Ιωνάσογλου. Το άτονο αρχικό γιώτα με τον καιρό ξέπεσε και το όνομα έγινε Ωνάσογλου και αργότερα, από άλλα μέλη της οικογένειας, Ωνασίδης ή Ονασίδης ή απλώς Ωνάσης.
Οι Καππαδόκες χριστιανοί συνήθιζαν, όπως αναφέραμε, αρχαιοελληνικά και βιβλικά ονόματα (Αριστοτέλης ο ίδιος ο Ωνάσης, Σωκράτης ο πατέρας του, Πηνελόπη η μητέρα του, Όμηρος ο θείος του, από το ένα μέρος, και Ιωνάς ο παλιός πρόγονος, Βηθλεέμ η γιαγιά του). Κοιτίδα της οικογένειας ήταν το χωριό Ταλάς (τούρκικα) ή Μουταλάσκι ή Μπουταλάσκι (ελληνοπροσφυγικά), κοντά στο βυζαντινό Ανδρονίκιον (σήμερα Εντερνίκ), σε μικρή απόσταση από την Καισάρεια (Kayseri), δηλαδή μέσα στην καρδιά της Καππαδοκίας. Η μετακόμιση στη Σμύρνη ανάγεται σε πολύ μεταγενέστερα χρόνια. Σημειώνω ακόμα πως οι περισσότεροι Καππαδόκες μιλούσαν κυρίως ή αποκλειστικά τούρκικα. Τα ελληνικά αποτελούσαν προνόμιο των λίγων, ενώ για τους πολλούς ήταν ένα είδος καθαρεύουσας που δεν μπορούσαν ή δυσκολεύονταν να χρησιμοποιήσουν. Στο σπίτι των Ωνάση ο ελληνιστής ήταν ο θείος του Αριστοτέλη, αδερφός του Σωκράτη, Όμηρος. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήξερε τούρκικα πολύ καλά, ιδίως τα λαϊκά τούρκικά. Έμαθε επίσης άριστα ισπανικά, πολύ καλά αγγλικά (αμερικανίζοντα κάπως και ελαφρώς νομικίζοντα), πολύ καλά επίσης γαλλικά, καλά ιταλικά, ακόμα και λίγα σουηδέζικα χάρη σε μια liaison του με νεαρή Σουηδέζα.
Τα περί Ιωνά μου θυμίζουν και κάτι άλλο. Πάνω στον πάγκο του μπαρ της περίφημης θαλαμηγού του «Χριστίνας» είχε δώσει εντολή και του έφτιαξαν ένα μηχανικό παιχνίδι με φάλαινες μεγέθους «καρυδιού» η καθεμιά. Πατούσες ένα κουμπί και οι φάλαινες άρχιζαν να κουνιούνται μέσα στο νερό. Δεν έλαχε να τον ρωτήσω ποτέ τι ακριβώς έδωσε αφορμή στην παραγγελία αυτού του περίεργου μηχανικού παιχνιδιού. Μήπως η ρίζα του ονόματός του ο Ιωνάς που τον κατάπιε η φάλαινα, χωρίς όμως να τον φάει, ή μήπως οι φαλαινοθηρικές επιδόσεις του που κόντεψαν ν’ ανάψουν έναν ιδιωτικό πόλεμο του Ωνάση με το Περού και οδήγησαν σε ατέλειωτες προστριβές και σκοτούρες με τους Νορβηγούς ανταγωνιστές του και τον διεθνή οργανισμό για την προστασία του μεγάλου μαστοφόρου;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.