Ο ΦΟΝΟΣ ΑΓΙΟΥ(;) ΠΑΤΕΡΑ ΕΞ ΙΘΑΚΗΣ(;)!!!!

Μετά δε ταύτα όλον το σώμα σχεδόν των Τούρκων εχύθησαν κατά τον κάμπον και τον δρόμον των Τριποτάμων. Ένα δε απόσπασμα καβαλλαραίων και μερικοι Τούρκοι Λαλαίοι ομού, γνωρίζοντες καλώς τον τόπον εκείνον, επήγαν εις τα Τριπόταμα, όπου είναι το μοναστήρι το λεγόμενον του Αγίου Πατέρα, τον οποίον εσκότωσαν ως και δύο τρεις άλλους, οι οποίοι έμειναν εκεί, και αιχμαλώτισαν και την μοναχήν Χρυσαυγήν. Τα δε κατά τον βίον του Αγίου Πατέρα, και τον θάνατον αυτού, έχουσιν ως εξής:

Κατά τας αρχάς της επαναστάσεως εις το Καστρί, χωρίον κείμενον μεταξύ Δρεπάνου και Ρίου, υψηλότερα του οποίου είναι τα Σελά, άλλο χωρίον, όπου ήτο εστρατοπεδευμένος ο στρατηγός Λόντος και επολιόρκει το Ρίον και τας Πάτρας, εφανερώθη το πρώτον ένας μοναχός με δύο γυναίκας, επίσης μοναχάς, φορών καλογερικά ενδύματα, ονομαζόμενος δε με το μοναστικόν όνομα Ευγένιος, και έπειτα από τον λαόν μετονομασθείς «Άγιος Πατέρας» και κοινώς «Παπουλάκος».

Αυτός κατήγετο από την νήσον Ιθάκην, ήτο άγνωστος και φυγάς εκ Πατρών, και προ της επαναστάσεως εδιακόνευε ζητών από τον λαόν κερί και λιβάνι, δια το μοναστήρι, ως έλεγε, του Αγίου Νικολάου, το οποίον ήτο όλως ανύπαρκτον. Ο δε στρατηγός Μελετόπουλος ύστερα μας εβεβαίωσεν, οτι ο μοναχός αυτός επήγε και εις το Αίγιον και εκεί ανακατώνετο με τους απλούς Έλληνας, και επειδή η διαγωγή του δεν ήτο καλή, εδιώχθη εκείθεν. Αλλά τούτο έγινε προ της επαναστάσεως.

Από δε το χωρίον Καστρί επήγεν εις το χωρίον Διακοφτόν. Έξωθεν του χωρίου τούτου υπήρξεν ερημοκλήσιον του Αγίου Ιωάννου, το οποίον αμέσως με τας μοναχάς το εκαθάρισε, το εσκέπασε και έκτισε και μικρόν κελίον, και εκεί εμόναζαν ομού και οι τρεις. Η μία των καλογραιών κατήγετο από το Βλατερόν των Πατρών, και είχε φήμην βίου όχι καλού. Επειδή δε εις το χωρίον Διακοφτόν ήτο και άλλο στρατόπεδον του Λόντου, οι στρατιώται επήγαιναν και ενόχλουν τον μοναχόν και τις μοναχές τοσούτον, ώστε τούτο έγινεν αιτία σκανδάλου.

Ο δε καπετάν Γεώργιος Γαλάνης γνωστός από το χωρίον Λεχούρι ηγάπα πολύ τας γυναίκας. Βλέπων δε με πολύν του θαυμασμόν ένα καλόγερον, έχοντα δύο γυναίκας ωραίας εις τα μαύρα ενδεδυμένας, και μάλιστα εις καιρόν, κατά τον οποίον όλοι οι Έλληνες αφήκαν τας γυναίκας των και επήραν τα όπλα κατά των Τούρκων, επήγεν εις το ρηθέν ερημοκκλήσιον, έδειρε τον καλόγερον Ευγένιον ανηλεώς, του επήρε την μίαν μοναχήν και του αφήκε την άλλην, η οποία πρώτα μεν ωνομάζετο Ζαχαρούλα, έπειτα δε Χρυσαυγή.

Τοιουτοτρόπως λοιπόν ο Ευγένιος φοβηθείς έφυγεν εκείθεν και επήγεν αγνώριστος εις τις Λαπάτες. Εκεί δε πάλιν προσποιούμενος τον ενάρετον και ευλαβή άρχισε πάλιν να κτίζη μοναστήρι, και οι κάτοικοι έδιδαν εις αυτόν, χάριν ψυχικής σωτηρίας, άφθονα τα τρόφιμα και τα άλλα προς το ζην αναγκαία. Αλλά και εκεί υποπτεύσας μήπως του πάρουν την Ζαχαρούλαν, φεύγει και μεταβαίνει εις το χωρίον Καρδαρίτσι της Γόρτυνος, και εκείθεν πάλιν εις το Λεχούρι των Καλαβρύτων, όπου ευρών υποδοχήν ανέβη εις το πλησίον βουνόν, όπου υπήρχεν ναός του Αγίου Γεωργίου και κελία κατερειπωμένα, και δια συνδρομής των κατοίκων ανήγειρε τον ναόν και τα κελιά. Ο δε ναός αυτός εχρησίμευσεν έπειτα εις καταφύγιον των κατοίκων κατά τον εμφύλιον πόλεμον, και εκεί επάνω οι Λεχουρίται είχαν όλα τα κινητά των πράγματα, τα οποία διέσωσαν από την αρπαγήν των στρατιωτών του Κωλέτη και Γκούρα.

Αλλά πάλιν και εκείθεν ο Ευγένιος έφυγε, και η φυγή του έκαμε μεγάλην εντύπωσιν εις τα πέριξ χωρία. Αλλ’ η τοιαύτη εντύπωσις έπειτα έπαυσεν αφού έμαθαν, οτι ο καλόγερος επήγε και αποκατεστάθη εις τα Τριπόταμα, όπου ήσαν ερείπια εκκλησίας και τα αρχαία της πόλεως Ψωφίδος ερείπια (1). Ευρών δε εκεί κτίστας άρχισε να κτίζη και το υλικόν πρόχειρον εκ του παλαιού τείχους της πόλεως, και τοιουτοτρόπως εν ολίγω χρόνω η οικοδομή έγινε μεγάλη και ωραία δια την θέσιν της, διότι η θέσις αυτή κείται εν τω μέσω τριών κοιλάδων και ποταμίων μικρών εχόντων πάντοτε νερόν και ψάρια μικρά, πέστροφες, χαμοσούρτια και τριχιούς, έχοντα την γεύσιν γλυκυτάτην.

Κατά δε το βορειοδυτικόν μέρος είναι βουνόν, όπου είναι η ακρόπολις της αρχαίας Ψωφίδος, και κύκλω του βουνού αυτού φαίνονται τα ερείπια του περιβόλου της πόλεως, και πολλά άλλα ίχνη κτιρίων μεγάλης εκτάσεως. Θέσις ορεινή και τερπνή, εις την οποίαν ο περιηγητής μαγεύεται, και θαυμάζει βλέπων την ιδίαν φύσιν υπερασπιζομένην μόνην τον εαυτόν της. Το δε μοναστήριον τούτο ονομάζεται της Παναγίας και σώζεται μέχρι της σήμερον, πανηγυρίζον τη 23η Αυγούστου. Είναι δε καλοκτισμένον και δυνατόν, έχον και πλησίον βρύσιν με καλόν νερόν, και με ψιλόν τουφέκι καθίσταται απόρθητον.

Ενταύθα δε ο καλόγερος εγκατασταθείς επροσποιείτο έτι περισσότερον τον ενάρετον και τον θεοσεβή, και ούτως ολίγον κατ’ ολίγον εκέρδισε τας καρδίας των πλησιοχώρων ανθρώπων. Έλεγε δε, οτι τα χρήματα, τα οποία μαζεύει τα θέλει δια την οικοδομήν του μοναστηρίου. Μετά δε ταύτα ακούσθη έξω και επιστεύθη μάλιστα από τους απλούς ανθρώπους, οτι η αγία καλογραία η Χρυσαυγή βλέπει την Παναγίαν και συνομιλεί μετ’ αυτής, διότι αύτη εις τα τοιαύτα είχε πολλήν τέχνην και προσποίησιν.

Τοιουτοτρόπως δε από ημέρας εις ημέραν διεδόθη η αγιότης και τα θαύματα του Παπουλάκου σχεδόν καθ’ όλην την Πελοπόννησον εγένοντο πιστευτά. Προτού δε ο Ιμβραήμ πασάς ο Αιγύπτιος έλθη εις την Πελοπόννησον, ο καλόγερος ούτος συχνά εις τας διδαχάς του έλεγεν εις τον λαόν, οτι:

-Καθώς εσείς κάμνετε και δεν φυλάττετε τας εντολάς του Θεού, και δια τας άλλας αμαρτίας σας, Αραπάδες θα στείλη ο Θεός δια να σας παιδεύση!

Παλαιότερα δε, και τώρα ακόμη εις την Πελοπόννησον, όταν οι γυναίκες μαλώνουν εις τα χωριά, η μία την άλλην λέγουν και άλλας πολλάς κατάρας, αλλά λέγουν και αυτήν: «Αραπάδες να σε σύρουν από τα μαλλιά».

Αφού δε ύστερα ήλθεν ο Ιμβραήμ και έφερε τους Αραπάδες, είπε τότε ο κόσμος:

-Καλά μας έλεγεν ο Άγιος Πατέρας, ιδού οι Αραπάδες ήλθαν!

Ταύτα δε αυτός μαθών επροσποιείτο και έλεγεν έτι περισσότερα, οτι δηλ. ο Ιμβραήμ θα έλθη εις το κέντρον της Πελοποννήσου εις την Τριπολιτσάν, οτι θα καύση όλον τον τόπον και θα αιχμαλωτίση κόσμον πολύν δια τας αμαρτίας των. Όσοι δε δεν πιστεύσουν εις τα λόγια του θα αιχμαλωτισθούν από τον Ιμβραήμ. Αυτός όμως και όσοι τον πιστεύσουν θα σωθούν, διότι η Παναγία δεν θα αφήση τους Αραπάδες να έλθουν εις το μέρος εκείνο, διότι προσεύχεται εις τον Θεόν ν’ αποκαρώση τους Τούρκους. Όσοι δε θελήσουν να υπάγουν εκεί εις το μοναστήρι του θα σωθούν, και τούτο εν μέρει αλήθευσε. Διότι ο Ιμβραήμ κατά το έτος 1825 ελεηλάτησε μεν τα πέριξ του μοναστηρίου χωρία, αλλ’ εις το μοναστήρι δεν επλησίασε.

Τότε δε πλέον ο καλόγερος βλέπων, οτι όσα προείπεν έγιναν, πάλιν εκήρυττε περισσότερα, βεβαιών τον λαόν, οτι ο Θεός τον ακούει, και μεταξύ των άλλων εκήρυξε και τούτο, οτι όστις έχει λάφυρα από τους Τούρκους, και άλλα πολύτιμα πράγματα, επειδή όλα ταύτα είναι μολυσμένα, και ο έχων αυτά θα αιχμαλωτισθή και θα χαθή από τους Τούρκους, πρέπει να τα δώση εις αυτόν ως αφιερώματα δια το μοναστήριον. Ούτως έγινε κακή παρακίνησις και πολλά λάφυρα και ζώα ακόμη εδόθησαν από τους ανθρώπους δήθεν δια να σωθούν. Έπειτα δε διεδόθησαν και άλλαι φήμαι εις τον λαόν, οτι δηλαδή αυτός προλέγει το δείνα και γίνεται, και ούτως απέκτησε και όνομα αληθινού προφήτου, και τέλειος λαοπλάνος εγένετο. Φροντίζων δε επιτηδείως να μανθάνη από τον ένα και από τον άλλον πολλά μυστικά πράγματα, έλεγε κατόπιν αυτά δημοσίως χωρίς ν’ αναφέρη τα ονόματα των ανθρώπων, οι οποίοι τα έπραξαν, ο δε λαός φοβισμένος από τους Τούρκους, επίστευεν εις τα θεία και εις τους λόγους του, νομίζων, οτι άνωθεν εμπνέεται και γνωρίζει τα μέλλοντα, και οτι από αυτόν θα εύρουν την σωτηρίαν των.

Τότε δε πλέον άρχισαν να έρχωνται να τον προσκυνούν από μακρυνάς επαρχίας με σέβας και με ευλάβειαν, προσφέροντες συγχρόνως χρήματα και άλλα διάφορα αφιερώματα. Έλεγαν δε ο ένας εις τον άλλον τα θαύματα, τα οποία δήθεν είδε και άκουσεν, οτι, παραδείγματος χάριν, ένας έκρυψεν ένα πρόβατον κλεμμένον, και όταν επήγεν να το πάρη έγινε φίδι να τον φάη. Άλλος δε από την φαντασίαν του φανατισμού του έλεγεν, οτι είδεν ένα πρόβατον κολλημένον εις τον ώμον του κλέπτου, και τέλος άλλος έλεγεν, οτι την Τετράδην ένας έτρωγε κρέας και κόκκαλον εκόλλησεν εις το στόμα του. Αι τοιαύται φήμαι διεδίδοντο με παράξενα σπερμολογήματα, και οι λαοί έγιναν προληπτικοί και δεισιδαίμονες, και πολλοί των Ελλήνων και ιδίως μικροί καπεταναίοι επέταξαν τα όπλα και έγιναν μοναχοί. Ένας δε Ηπειρώτης καπετάν – Σταύρος ονομαζόμενος, εξάδελφος δε του εν Αθήναις ιατρού Γούδα, έγινε και αυτός καλόγερος και μετωνομάσθη Στέφανος, και έζη μονάζων εις το αυτό μοναστήρι μέχρι του 1853.

Αφού δε εσωρεύθησαν εις το μοναστήρι μεγάλα πλούτη εις χρήματα και πολύτιμα πράγματα, και πολλοί των Ελλήνων στρατηγών τότε από τα Βέρβενα και Αργείοι επήγαν εις προσκύνησιν του Παπουλάκου, ο Παναγιωτάκης Νοταράς είπεν εις αυτούς να εξετάσουν πως είναι δυνατόν να πάρουν από τον μοναχόν τούτον τα αφιερώματα. Αλλά καθώς ούτοι έφθασαν εις τα Τριπόταμα, ο Άγιος Πατέρας προείπεν εις αυτούς τον σκοπόν των, και τους εκάλεσε με τα ονόματά των, και τοιουτοτρόπως ούτοι τον εθεώρησαν πλεόν ως τέλειον άγιον άνθρωπον, αφιέρωσαν εις το μοναστήρι τα όπλα των όλα αργυρά και μεγάλης αξίας, ου μόνον αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη. Ένας δε μάλιστα από αυτούς παρήτησε τον πόλεμον και έγινεν ιερεύς, και ήδη ευρίσκεται εις το Άργος και ονομάζεται Δαρονάς, η δε καταγωγή του είναι από το χωρίον Χέλι. Ο δε Άγιος Πατέρας επώλει εις δημοπρασίαν και εις τους προσκυνητάς όλα τα αφιερώματα, και το ψωμί ακόμη και αυτό επληρώνετο.

Οι δε ιερείς των πέριξ χωρίων και αυτών ακόμη των μακροτέρων, φορούντες την ιερατικήν των στολήν, έχοντες τας αγίας εικόνας των εκκλησιών και ψάλλοντες εξήρχοντο των χωρίων, ακολουθούμενοι από πολύ πλήθος ανθρώπων και από γυαναικόπαιδα, έφεραν αυτάς εις τον Άγιον Πατέρα, όστις εξερχόμενος από το μοναστήρι, έχων μαζύ του και την καλόγριαν, εδέχετο τας εικόνας γονυκλιτώς και με προσποιημένην ευλάβειαν εδάκρυε και ευλόγει τας εικόνας, τας οποίας εκράτει εις την μονήν έως εικοσιτέσσαρας ώρας, και έπειτα πάλιν η ιδία συνοδεία μετέφερεν τας εικόνας εις τα χωρία των. Οι Έλληνες των μερών εκείνων αφήκαν τα όπλα των και ενασχολούντο εις τοιαύτας τελετάς και λιτανείας, και κανείς εκ των επισήμων ανδρών του καιρού εκείνου, ούτε εκκλησιαστικός, ούτε πολιτικός, ούτε στρατιωτικός ετόλμα να είπη τι κατά τούτου του λαοπλάνου, διότι είχε βοηθόν την αμάθειαν και την δεισιδαιμονίαν του όχλου.

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΑΣ

Τοιουτοτρόπως δε ο ψευδοπροφήτης αυτός υπέρπλούτησεν. Ο δε Νικήτας Σταματελόπουλος επανερχόμενος από την εξορίαν του, από το Μεσολόγγι εις την Πελοπόννησον, ηθέλησεν χάριν περιεργείας, και προσέτι από σεβασμόν να υπάγη εις τα Τριπόταμα. Επειδή δε, ως είπαμεν, ο Άγιος Πατέρας είχεν μυστικήν αστυνομίαν, δια της οποίας εγνώριζεν όλα, όσα εγίνοντο, ως και ονόματα και τον σκοπόν των προσερχομένων, και πόθεν ήτο έκαστος, καθώς έμαθε και τα του Νικήτα, άμα είδεν αυτόν πλησιάζοντα εις το μοναστήρι επροσποιήθη τάχα, οτι τον εγνώρισε και αμέσως εμάλωσεν αυτόν δημοσίως, αποκαλέσας αυτόν ασεβή και παγκάκιστον. Ο δε Νικήτας δεν εθύμωσεν, αλλ’ εσιώπησεν. Αναχωρήσας δε εκείθεν, και ανταμώσας τον θείον του Κολοκοτρώνην διηγήθη προς αυτόν τα πάντα, και την αγυρτίαν του ψευδοκαλογήρου. Ο δε Κολοκοτρώνης συνεννοήθη με τον Ανδρέαν Ζαΐμην περί του πρακτέου δια της ακολούθου προς αυτόν επιστολής:

Προς τον εκλαμπρότατον κ. Ανδρέαν Ζαΐμην!

Αναγκαίον κρίνω να σας ειπώ ένα λογισμόν, όπου με ενοχλεί, όστις είναι περί του Αγίου Πατέρα. Τα έργα του και αι διδασκαλίαι του ευρόντα τας ψυχάς των λαών μαλακωμένας και συντετριμμένας από τον φόβο του Ιμβραήμ έκαμαν, τα οποία βλέπομεν ηθικά αποτελέσματα και αν το τέλος είναι ομοίως αθώον ως και αι αρχαί του είναι δώρα του Ουρανού. Υποπτεύω όμως, κύριε, υποπτεύω, οτι τα πράγμα δεν είναι αθώον, διότι και πολλά άλλα απήντησα. Μα και αθώον αν είναι κατά τας αρχάς του, πάντοτε όμως θέλει έχει εν τέλος από εκείνα τα τερατώδη, όπου κάμνει ο φανατισμός. Φοβούμαι και εν έτερον, το οποίον με κάμνει μία διλημματική ανάγκη να το φοβούμαι, και σου το εξομολογούμαι, και είναι το εξής: Όταν ο Ιμβραήμ ήλθεν εις Τριπόταμα μετά το τσάκισμα των Μαγουλιάνων κλπ., εκείνος δεν εσάλευσεν από την θέσιν του, και έπειθε και τους λαούς να μη ταραχθούν εκείθεν. Πιθανόν και τώρα, όπου ο Ιμβραήμ έρχεται από το μέρος της Γαστούνης να έλθη έως εκεί και πιθανώτερον να μη σαλεύση πάλιν εκείθεν ο Άγιος Πατέρας, και να πείση τους περί αυτόν λαούς να μην ταραχθούν, και αν τότε δεν τον ήκουσαν, τώρα θέλει τον ακούσουν, και αν τούτο συμβή, έπεται ή μετ’ εκείνου σύμφωνος να είναι, ή τα συναγμένα μέχρι τούδε εκείσε να ληφθούν από τον Ιμβραΐμην και οι λαοί να αιχμαλωτισθούν. Το να πιστεύωμεν εις όλα εκείνα, όσα ο φανατισμός του λαού διαφημίζει, είναι ίδιον προληπτικών εσχάτου βαθμού, από εκείνα, όπου αν τα ακούωμεν αλλαχού, ηθέλαμεν τα περιγελά, και αν ακολουθήση τι παρόμοιον, οποίον το υποπτεύω, στοχάσου, οποίον όνειδος θέλει επισύρομεν κοντά εις τον φωτισμένον κόσμον.

Τούτον τον στοχασμόν κάμνω εγώ επάνω εις τούτο, και ο λογισμός του με ενασχολεί. Το στοχάζομαι έναν Γορδιανόν Κόμπον, διότι μάλιστα διεφημίσθη, οτι ο Άγιος Πατέρας προφητεύει, οτι θέλει συλληφθή με από τους εχθρούς, πλην θέλει πάλιν γλυτώσει. Σκέψου καλά και ώριμα επάνω εις τούτο, και επινοήσου πως ημπορεί να λυθή ο κόμπος ούτος. Ει δυνατόν πείσε τον να μετατοπίση τα αφιερώματά του εις κανέν ασφαλές και άφες τον να διατελή ει δε μη μεταχειρίσου φρονίμως την Αλεξάνδρειον δραστηριότητα. Πάντοτε όμως με τρόπον, ώστε αι πράξεις σου να μην επισύρουν όνειδος κοντά εις τους λαούς μας. Συλλογίσου καλλίτερα επάνω εις ταύτα, και γράψε μου και εμένα.

Στεμνίτσα τη 9 Οκτωβρίου 1825.

                                                                                       Ο αδελφός σας
                                                                                       Θ. Κολοκοτρώνης

Εκτός δε τούτου, και μεταξύ πολλών άλλων ακόμη έγινεν αρκετή αλληλογραφία περί του Αγίου Πατέρα, δια να ημπορέσουν να εύρουν τον τρόπον να του πάρουν τα αφιερώματα, και να δείξουν εις τον λαόν, οτι είναι λαοπλάνος και ούτω να τον συχαθούν. Ο δε Ανδρέας Ζαΐμης απεφάσισε και επήγεν εκεί επίτηδες, και μάλιστα εις μίαν διδαχήν του καλογέρου γενομένην κατάκαμπα, εστάθη ξεσκούφωτος ο Ζαΐμης και τον έψησεν ο ήλιος, δεν ετόλμησεν όμως να κάμη τίποτε φοβούμενος μη πέση εις την οργή του μωρού λαού.

Προς τούτοις δε και ο στρατηγός Κανέλος Δεληγιάννης διερχόμενος εκείθεν, είδε τους στρατιώτας του πλησιάσαντας την εκκλησίαν και την θέσιν, όπου εκάθητο ο Άγιος Πατέρας, ρίψαντας αμέσως τα όπλα των και τρέξαντας να υπάγουν να ασπασθούν την δεξιάν του. Εις μάτην δε ο Κανέλος εφρόντισε να τους εμποδίση. Ο δε καλόγερος εθύμωσε κατά του στρατηγού και του είπεν, οτι είναι ασεβής και Τουρκολάτρης και Αλή Φαρμάκης, διότι εγνώριζε φαίνεται και αυτό το επίθετον, με το οποίον επωνόμαζαν τότε τον Κανέλον, διότι και ωμοίαζεν ολίγον με τον Τούρκον Λαλιώτην Αλή Φαρμάκην, επίσημον και γνωστόν εις την Πελοπόννησον. Ο δε Δεληγιάννης έγραψεν όλα ταύτα προς την Κυβέρνησιν, και ο επίσκοπος Βρεσθένης ως Αντιπρόεδρος της Βουλής έστειλεν έναν μοναχόν Ιωακείμ καλούμενον από την μονήν των Αγίων Θεοδώρων της Νυμφασίας δια να τον πείση, αλλά και αυτός δε ημπόρεσε να κατορθώση τίποτε.

Ο δε Κολοκοτρώνης έκτοτε είχε πολλάς υποψίας περί του λαοπλάνου τούτου, μήπως είχεν απόκρυφον με τον Ιμβραήμ συνεννόησιν και δια τούτο εκολάκευε τους μωρούς λαούς δια να τους σπρώξη να προσκυνήσουν, ή να τους απατήση να πέσουν αιχμάλωτοι. Εν τούτοις όλα τα μέσα μεταχειρίσθησαν, αλλ’ εστάθη αδύνατον να εύρουν ανθρώπους να υπάγουν να του πάρουν τα αφιερώματα και να τα μεταχειρισθούν εις τας ανάγκας του έθνους. Ο δε Κολοκοτρώνης ως Γενικός Αρχηγός έγραψε και αυτός προς τον καλόγερον γράμμα παρακαλών και προσκαλών αυτόν να πάρη τον σταυρόν και να υπάγη μαζύ του δια να πολεμήσουν τον εχθρόν της πίστεως και της πατρίδος, αλλ’ αδύνατον εστάθη να εισακουσθή. Τοιουτοτρόπως ο Κολοκοτρώνης φοβηθείς δεν ηθέλησεν άλλως πως να εγγίξη το ιερόν αυτό, το οποίον ο μωρός λαός ελάτρευε.

Κατά δε την 14ην Σεπτεμβρίου του 1826, ως ανωτέρω είπαμεν, οι Τούρκοι επήγαν εις τα Τριπόταμα, και σχίσαντες την πόρταν της μονής, και της εκκλησίας ηύραν μέσα εις το ιερόν τον Άγιον Πατέρα, τον οποίον κατέσφαξαν, τη δε μοναχήν Χρυσαυγήν αιχμαλώτισαν. Ευρέθησαν δε εκεί πολλοί και ηθέλησαν να αντισταθούν, αλλά τίποτε δεν κατώρθωσαν και έφυγαν. Δύο δε γυναίκες και ένας άνδρας από το χωρίον Στρέζοβαν ευρεθέντες εκεί χάριν προσκυνήσεως, έπεσαν εις την στέρναν του λαδιού της μονής και ούτως εσώθησαν.

Οι δε Τούρκοι, αφού επήραν όλα τα χρήματα, τα αφιερώματα, και την άλλην περιουσίαν του Ευγενίου, εμοίρασαν αυτήν εις 45 μερίδια. Τα δε χρήματα εμοίρασαν με ένα μεγάλο φέσι Μισυργιώτικος, το οποίον γεμάτον, εχώρει περί τας πέντε οκάδας και έκαστος Τούρκος επήρεν ένα εξ αυτών. Ο Σπαγάκος, Τούρκος Λαλιώτης, έτυχε και αυτός εκεί και επήρε το μερίδιόν του, και αμέσως έφυγεν εις την Σμύρνην, όπου είχε πρότερον μετακομίσει την οικογένειάν του, και από αυτόν ύστερον εμάθομεν, όσα περί του φόνου και της αρπαγής των χρημάτων και των άλλων πραγμάτων και της διανομής αυτών διηγήθημεν. Αυτός ερχόμενος εις ομιλίας με τους Έλληνας περί του Αγίου Πατέρα, εσυγχώρει και εμακάριζε αυτόν, διότι επήρε χρήματα και έζησε τα παιδιά του, ενώ οι Έλληνες τον αναθεμάτιζαν, διότι έχασαν τα πράγματά των και τα αφιερώματα. Τοιουτοτρόπως έζησε και απέθανεν ο Άγιος Πατέρας των Τριποτάμων.

ΦΩΤΙΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (ΦΩΤΑΚΟΣ)
Πρώτος υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη 
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.