Ο ΩΜΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΛΗ

Πέρασε υγραμένο το στρογάρμπι (η ήτανε τα πλημμάρια, δεν θυμάμαι) και σκόρπισε απλόχερα τα αναθεματισμένα τα ρευματικά στη βαθυσάνικη λεκάνη. Όσοι όδευαν στα χρόνια τση μαϊμούς τόχανε να το λένε και κολλάανε στην περιστασιακή ουρά του Λευτέρη του Καραβία για τα αναλγητικά της εποχής. Τα μπλάστρια και τα ανακόλια σκέπαζαν πάνω απ τους μισούς βαθυσάνικους γοφούς που περπάτησαν την ιστορική διαδρομή «Μύλο-Μπαράκα» για πάνω από 70 χρόνια.
Στο καφέ θεραπευτήριο του Μεμά –πρώην Λιάκου- ο Μητσόλης, «άτυπος άρχοντας των Κανελαίων», είχε αυτοκρατορικά αποθέσει τα μέλη του σε τρεις καρέκλες σε στάση ιδανικής χορανάπαυσης και οργανά-παυσης, μετα το προχθεσινό ξεφάντωμα στο Μορφωτικό.
o-omos-tou-mitsoli-2
Στην παρέα ο Λατινιέρης που έπαιζε τάβλι με το Μπίλια πίνοντας τον τρίτο βαρύγλυκο της ημέρας. Ο Μεμάς στο όνομα της συναδελφικής αλληλεγγύης του πρόσφερε το αγαπημένο του κατατόπι, αλλά ο έρμος ο πόνος του αριστερού του ώμου παρέμενε πόνος! Οι παρεμβάσεις και τα γιατροσόφια του Μεμά του Σκάρου για τον εθνικό σαξοφωνίστα δεν απέδιδαν πια. Το χέρι της ταλαίπωρης αριστεράς πλευράς, συμβολικό κουτσούμπι αγκάλιαζε τη πλάτη της δεξιάς καρέκλας της διπλανής παρέας με μετεμφυλιακή ανακούφιση! Είχε αφήσει μερικά χρόνια πριν, τα «φωνακλάδικα χρόνια του σκύλου», τα εξήντα όπως αρεσκόνταν να διαλαλεί, και περπατούσε ανεβοκατεβαίνοντας χαριτωμένα για καλά στα εβδομήντα. Ανέβαινε τη σκάλα του Γαρδελακιού με τα ίδια δυνατά πνευμόνια και την ίδια ευκολία που ανέβαινε τη κλίμακα του σολ (κανείς ακόμη δεν αμφισβητούσε τις ορχηστρικές και άλλες προς υπερηφάνειαν κρυφο-επιδόσεις του), αλλά ο «έρμος ο ώμος» του κτυπούσε για καλά την έλευση της ερημιάς του πόνου! Τα ασπιρινοειδή, όπως το καλμόλ που φύσηξαν ελπίδες αποδεικνύονταν ανενεργά πια. Θυμήθηκε το συγχωρεμένο τον πατέρα του που του σύστηνε «την ασπιρίνη-τηγανόψωμο για το μεγάλο του ξεροκέφαλο που άκουε και τρεφότανε με τσι νότες», αλλά τόσο ο Λευτεράκης όσο κι ο Μπαρούνος οι φαρμακοποιοί αγνοούσαν, ακόμα και τότε, την ύπαρξη τέτοιας ασπιρίνης.
Κι εκεί που άφησε το κουτσούμπι κάτω, μπας κι αλλάξει ο πόνος με τη στάση (άλλο πάλι ετούτο, γιατί… άλλα ήξερε ως τώρα!), νάσου και εμφανίζεται ο από μηχανής γιατρός ο Σουμίλας που τον κτυπά ασυναίσθητα και συμπτωματικά στον αριστερό ώμο. –«Γειά σου, Μητσόλη λεβεντιά!» του λέει. –Μωρέ μου παρα-πονάει ο ώμος που χτύπησες, γιατρέ. Δεν σηκώνεται το έρμο μου το χέρι». –«Είναι τα καλούδια της ηλικίας» του απαντά, «δεν καβεντζάρησες τα εβδομήντα» -«Τι λες βωρέ γιατρέ και το άλλο, που είναι κι αυτό εβδομήντα πέντε γιατί δε μου πονάει». Εύλογο το ερώτημα, αλλά ιατρικά αναπάντητο.

Αφηγηματικός πυρήνας του Μητσόλη στο Δημήτρη Παίζη-Δανιά
Φωτογραφίες Αρχείο Σταύρου Δελλαπόρτα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.