ΟΙ ΕΝΔΟΞΟΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΠΛΑΤΡΕΙΘΙΑ – ΕΞΩΓΗ ΙΘΑΚΗΣ ΤΟΥ 1947

Μια προσέγγιση στην ιδιαίτερη υφή τους
το «Guiness» του τέλους ενός τέτοιου αγώνα μεσούντος του 1947.
Οι ποδοσφαιρικοί αγώνες Πλατρειθιά – Γκιάφας είχαν προσλάβει στην ιστορική τους διαδρομή μια συγκλονιστικότερη, συνθετότερη και ηρωικότερη μορφή και διάσταση που δεν ήταν εύκολο να ερμηνευθεί, αν δεν περαπέμπτονταν απ’ τα χωράφια της μπάλας στα χωράφια της ψυχοσύνθεσης και της ψυχολογίας με τα αντίστοιχα συμπλέγματα του «μπαλαδόρικου όχλου του βουνού», εκείνου της Εξωγής και του αντίστοιχου της πιο εφησυχασμένης και προπονημένης πλατρειθιώτικης πεδιάδας. Η «Γκιάφα» ατένιζε απ’ το ύψος της τους πάντες και τα πάντα με υπερηφάνεια κι ανωτερότητα κι απ’ αυτό το πρίσμα δεν εξαιρούσε ασφαλώς τα ποδοσφαιρικά δρώμενα που εκείνα τα χρόνια ήταν το διακριτικό γνώρισμα ή αντικατόπτρισμα των πεπραγμένων της νεολαίας και κατ’ επέκταση του χωριού.
Το ομαδικό παιχνίδι της μπάλας, όπου παρατάσσονταν δυο σειρές λουλουδιών και σκαμπαβλιών της ξωηάνικης και πλατρειθιώτικης νιότης για να διεκδικήσουν τη νίκη, ερέθιζε από τη φύση του, προκαλούσε και συνήγειρε υφαίνοντας με τις μπαλιές το στημόνι της σύγκρισης, της ανωτερότητας και της υπεροχής, όχι των ομάδων, μα των χωριών. Η έκβαση του αγώνα καθόριζε τον ισχυρότερο, τον καλύτερο, τον τυχερότερο ή τον εξυπνότερο κι αυτές τις ξέχωρες ιδιότητες οι ξωηάνοι του βουνού δεν ήταν τότε διετεθειμένοι να τις απεμπολήσουν, να τις απαρνηθούν ή το χειρότερο να τις εκχωρήσουν στους πλατρειθιώτες της πεδιάδας. Διεκδικούσαν πάντα τη νίκη με τρόπους πρωτότυπους αν όχι σκανδαλώδεις και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η ξωηάνικη λαϊκή σοφία απεργαζόταν σχέδια και σενάρια προβολής, υποβολής, έντιμης υποχώρησης και ηρωικής ήττας!
Ήταν πρωτόγνωρα σχέδια και σενάρια δυσεξήγητα και δυσκολοκατάτακτα στους γνωστούς τότε κανονισμούς, σενάρια που δεν εντάσσονταν στην τότε ποδοσφαιρολογία και κατά τους περισσότερους δεν ήταν παρά αυθεντικές, στιγμιαίες προσωπικές εμπνεύσεις και εξάρσεις, που όμως εκινούντο μέσα στο συγκεκριμένο ξωηάνικο πνεύμα. Το ελεύθερο, ηρωικό κι ανίκητο πνεύμα της Γκιάφας. Η Γκιάφα έβλεπε απ’ τη σκοπιά της αφ’ υψηλού το Πολυκτόριο ολόκληρο να κείτεται στα πόδια της κι αυτό της δημιούργησε και της ενίσχυε εκείνο το υπεροπτικό σύμπλεγμα του αδάμαστου, του άτρωτου και του αήττητου. Η νίκη, σαν επιβεβαίωση εκείνης της φύσει και θέσει ανωτερότητας, επιδιωκόταν πάση θυσία και φυλαγόταν ως κόρη οφθαλμού!
Η Γκιάφα δεν εννοούσε καμιάς μορφής πτώση και ήττα γιατί είχε ξεμείνει κι επέμενε στο ιστορικό της άπαρτο, αλλά της διέφυγε πως η ήττα της στην περίπτωση της μπάλας γινόταν στα Πλατρειθιώτικα πεδία των Λιμνών, όπου για εύλογους και ισχυρούς λόγους δεν μπορούσαν, τουλάχιστον, να αποκλεισθούν οι εκπλήξεις. Η ποδοσφαιρική δύναμη και δυναμική του Πλατρειθιά ήταν μεγαλύτερη, περισσότερο και καλά προπονημένη σε δική της έδρα αλλά και μακριά από σύνδρομα και συμπλέγματα όντας προσγειωμένη στην πεδιάδα.

Σε κείνο τον ποδοσφαιρικό αγώνα, το 1947, που ξεκίνησε με πλατρειθιώτικη υπεροχή σ’ όλα τα επίπεδα, οι ξωηάνοι, που όπως συνήθιζαν κατέβηκαν «συγκάρτσελοι» με σημαία, λάβαρα και ντενεκέδες, δεν διέβλεπαν να διαγράφεται λογικά η νίκη. Οι πλατρειθιώτες ήταν αποφασιστικοί, συντονισμένοι κι ένα αόρατο νήμα μπαλικών συνδυασμών συνένωνε διαβολικά κι απειλητικά για την ξωηάνικη εστία την μπάλα με τα πόδια του Γιαννίκου και του Αλέκου, των δυο μεγαλοκυνηγών του Πλατρειθιά. Η ομάδα του Πλατρειθιά, εκείνη τη φορά, φιλοξενούσε έναν απρόσμενο λόγω καταγωγής «guest star», όπως θα λέγαμε σήμερα, τον Κωστάκη τον Πατρίκιο κι ήταν απ’ τις λίγες φορές που εκείνο το ταλέντο αντιπαρατιθόταν σε καίριο αγώνα με τον φίλο του, επίσης ταλαντούχο, τον Πάνο τον Μαγγανά που ενίσχυε τους ξωηάνους. Και οι δυο τους τότε κόντευαν να φθάσουν στο ζενίθ της ποδοσφαιρικής τους καμπύλης κι ήταν περιζήτητοι και ποδαροδεικτούμενοι στους ντόπιους ποδοσφαιρικούς κύκλους!
Οι ξωηάνοι ψύχραιμοι κι αποφασισμένοι αντιδρούσαν στις πλατρειθιώτικες επελάσεις, αλλά το οχυρό τους δεν άντεξε και το πρώτο γκολ δεν άργησε να σημειωθεί. Ήταν απρόσμενο, αφού τους ήρθε από μακριά με φαλτσαριστό δυνατό σουτ του Μίμη του Κωστήρη, που ξετίναξε τη λιθιά πίσω απ’ το τέρμα, ξεδιπλώνοντας έτσι το ένα φτερό της πλατρειθιώτικης νίκης.
Αντήχησαν οι πλατρειθιώτικοι τενεκέδες στον δικό τους νικητήριο ρυθμό, σήμανε κι ο Ταξιάρχης ερήμην των βουλήσεων του Παπά – Κώστα κι οι ξωηάνοι προσπάθησαν ν’ αντιδράσουν, αλλά η τροπή του παιγνιδιού επιβεβαίωνε την ξωηάνικη αδυναμία να ανατρέψει την εις βάρος της δυναμική του παιγνιδιού. Το σκηνικό προμήνυε ξωηάνικη συμφορά και κατά διαβολική συγκυρία και συμβολισμό, αρχές Φθινοπώρου ήταν, ένα βαρυφορτωμένο σύννεφο κρεμάστηκε στα Περναράκια και κάθισε απειλητικό στην Εξωγή.
Κι ήταν τότε που, λες μέσα απ’ το σύννεφο της Εξωγής ή της δεισιδαιμονίας που κατάτρωγε τη σκέψη του Μπούγιου, του Φιλάρετου, του Ματσή και του μπάρμπα Δημήτρη του Κλώνη, ξεπήδησε ο (στημένος) «από μηχανής Θεός» στο πρόσωπο του Θιακομήτσου. Ο Θιακομήτσος ήταν κάτι σαν το αγριο – σκάμπαβλο του ξωηάνικου μπαξέ ποτισμένο με τα νάματα της ξωηάνικης λεβεντιάς και τα κατακάθια των κρασιών των βαρελιών της, που μόνος του ή μετ’ άλλων είχε ή έφκιαξε τη λύση στο πρόβλημα του ποδοσφαιρικού αδιέξοδου της συντριβής. Στην κατάλληλη στιγμή και με κάποιο καθοδηγητικό νεύμα βγήκε λάβρος, ανάμεσα από μια συστάδα ξωηάνους, γκαρίζοντας το περιώνυμο «βάρδα ξωηάνοι», πέταξε μια μπάλα που κάπνιζε στην μέση του γηπέδου, πάνω σε μια απειλητική για το ξωηάνικο τέρμα πλατρειθιώτικη κατεβασιά, κι εξαφανίστηκε τρέχοντας ξυπόλυτος κατά τις Αφάλες. -«Μπόμπα – μπουρλότο»! φώναξαν κάποιοι…. «με βραδυφλεγές φτίλι», φώναζαν κάποιοι άλλοι και παίχτες και θεατές κι οπαδοί και παράγοντας κατρακύλησαν και ρήμαξαν τη φράχτη τ’ αμπελιού του Ντίνου, σκαρφάλωσαν στις λιθιές και κρύφτηκαν στις ελιές περιμένοντας την έκρηξη! «Κουρλαθήκανε οι ξωηάνοι ή κουρλάθηκε ο Θιακομήτσος;» ήταν το ερώτημα που πλανήθηκε δίχως απάντηση στις Λίμνες, όσο τρέχανε οι περισσότεροι να σωθούνε.
Η βόμβα, που λειτούργησε καταλυτικά στην διεργασία της διάλυσης του αγώνα, ήταν στο μέγεθος μικρής μπάλας, περιτυλιγμένη με πολλή σπαρτσίνα και το μακρύ της φυτίλι να καπνίζει γερά. Όρθιοι μείναν μόνο λίγοι τολμηροί, όπως ο Φιλάρετος, ο Καλφάκης, ο Τσέντσας, οι Κουγιανέοι κι ο Μάσος ο Σαρλής (σαν κάτι να ξέρανε), αλλά κι αυτοί σε κάποια γραμμή οπισθοχώρησης και με την έκπληξη να επισκιάζει τις άλλες σκέψεις.

Μέσα στις Λίμνες κείτονταν ακίνητες οι δυο μπάλες, εκείνη της βόμβας κι εκείνη του παιγνιδιού και τα λεπτά μάκραιναν αλλά περνούσαν. Η βόμβα κάπνιζε του καλού καιρού κι η αγωνία κορυφωνόταν. Γύρω – γύρω στις Λίμνες ξεπρόβαλαν πίσω απ’ τις ελιές και τις λιθιές και τις φράχτες αινιγματικά κεφαλάκια με περίεργο ύφος που αναρωτιόνταν για το είδος της βόμβας και του βραδύκαυστου φυτιλιού. Οι παρόντες μπουρλοτιέρηδες των ψαριών, όπως ο μπάρμπα – Νίκος ο Τσέντας, ο Κολιώνης κι ο μπάρμπα – Νίκος ο Μεταξάς άρχισαν ν’ αμφιβάλλουν ζωηρά. Δέκα λεπτά κάπνισμα της μπάλας δεν δικαιολογούσε καμιά γνωστή μορφή τροτύλης, μπαρουτιού ή άλλης γόμωσης και κανένα βραδυφλεγές φυτίλι δεν θ’ αργούσε τόσο να μεταδώσει την θρυαλλίδα του στο εκρηκτικό υλικό.
Ένα ψιλό αεράκι που κατέβασε το ξωηάνικο σύννεφο έφερνε σιγά – σιγά τον καπνό προς τη μεριά του παπαδαίικου σπιτιού και τότε ο Μπάερας κι ο Μάσος ο Διγαλέτος, οι μεγαλοπαράγοντες του Πλατρειθιά, άρχισαν να μυρίζονται τον καπνό υποψιασμένοι και διερωτούμενοι… -«Βωρέ σεις, σα βουνιά μυρίζει», φωνάζει ο Γιάννης τση Κορίνας… Κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει κι όλοι μυρίζονταν τροτύλη και μπαρούτι. Και τότε ο Γιάννης τση Κορίνας, πιο υποψιασμένος, μαζεύει γρήγορα – γρήγορα γαϊδουροβουνιές, που’ ταν γεμάτος ο τόπος, τους βάζει φωτιά και φωνάζει: «Ελάτε δω, ωρέ λεβέντες, να μυριστείτε!» Κι άρχισαν πέντε – έξι να τρέχουν πέρα – δώθε από καπνό σε καπνό και να συγκρίνουν τις μυρουδιές. Το θέαμα ήταν καταπληκτικό όσο και η έκπληξη που ακολούθησε με την ομόθυμη ιαχή των παρατρεχόντων. «Ρε παιδιά, βουνιά για βουνιά μυρίζει… μας την έφεραν οι μπάσταρδοι».
Και τότε συνέβη το απρόσμενο και τολμηρό. Ο Βαγγέλης τση Νικήτως μ’ ένα μπουγέλο νερό απ’ την παπαδαίικη στέρνα, σερνόμενος πλησιάζει σε απόσταση τη βόμβα και την περιλούει με το νερό, οπότε ο καπνός φούντωσε κι η βόμβα φάνηκε να εκπνέει… Ο Βαγγέλης πιο ψυχωμένος τώρα, πλησιάζει τη βόμβα, την καλοκοιτάει, την στραβοκοιτάει, την καλομυρίζεται, βγάζει αποφασιστικά τον κολοκοτρωναίικο σουγιά του, την ξεκοιλιάζει και τότε ξεχύνεται αποκαλυπτικά το βρωμερό μυστήριο! Κάπου δυο κιλά μισοκαμμένες γαϊδουροβουνιές σκόρπισαν τη βρώμα τους στις Λίμνες.
Ακούστηκαν πρωτότυπες βλαστήμιες και φωνές προκλητικές κι ήταν η πρώτη φορά που οι ξωηάνοι χωρίς ν’ αντιδράσουν, κοσμήθηκαν μ’ επίθετα μειωτικά κι απαξιωτικά της λεβεντιάς τους. Κι ήταν η πρώτη φορά στα παγκόσμια ποδοσφαιρικά χρονικά (ρεκόρ Γκίνες) απ’ ό,τι μάθαμε τότε, που ένας αγώνας είχε τέτοιο τέλος. Ο αγώνας εκείνος θεωρήθηκε από τους ψυχραιμότερους «ως μηδέποτε πραγματοποιηθείς», με άγραφο συμβόλαιο τιμής μεταξύ Μπάερα, Μάσου Διγαλέτου από πλευράς Πλατρειθιά και Μάσου Σαρλή και Μπούγιου απ’ την πλευρά της Εξωγής.
Κι αυτό έγινε στις Λίμνες του Πλατρειθιά, όταν το Οδυσσειακό πνεύμα στην ξωηάνική του έκδοση συνέλαβε «το δούρειο ίππο» της ψευτοβόμβας του Θιακομήτσου, για να περισώσει την Εξωγή απ’ τον διασυρμό της ήττας (και να τη ρίξει απερίσκεπτα, και ουδόλως ξωηάνικα, στο διασυρμό του Θιακομητσαίικου ευρήματος, που δεν το βρήκε μόνος), στα πλατρειθιώτικα αλώνια της ποδοσφαιρικής δόξας!
[Για την ιστορία, έτσι όπως μου την καλοξεσκόνισε η τρομερή μνήμη του Σπύρου του Φουκαλιά, του πάλαι ποτέ ξωηάνικου ποδοσφαιρικού αστέρα και μέλους της «μικτής Βορείου Ιθάκης», οι ομάδες Πλατρειθιά – Εξωγής παρατάσσονταν συνήθως με τις παρακάτω συνθέσεις. Ας ειπωθεί πως οι αναμνήσεις των όσων επιζούν είναι αρκετά συγκεχυμένες και τ’ αποτελέσματα που θυμόμαστε είναι μάλλον τα επιθυμητά, παρά τα ουσιαστικά. Ο φίλος μου ο Σπύρος ο Βλασσόπουλος, Φουκαλιάς ή τση Δημητρούλας θυμόταν μόνο τις Ξωηάνικες νίκες κι ο άλλος φίλος μου ο Μίμης ο Κωστήρης, του Ποσόρη, θυμόταν μόνο τις Πλατρειθιώτικες. Να λοιπόν η σύνθεση της Ξωηάνικης ομάδας, κατά Φουκαλιά: Τερματοφύλακες: Τάκης Δευτεραίος – Μπακογιάννος, Ανδρέας Ανδριανάτος, τση Νιόνιας. Μπακ: Σταύρος Ραυτόπουλος, τση Νίτσας, Γεράσιμος Νουτσάτος – Μητσάτος ή Κούνος. Χαφ: Γιώργος Αλεξανδράτος, τση Σταθίας, Μαρίνος Δρακόπουλος, τσ’ Αγαθής, Άγγελος Φιλιππάτος του Τσέντσα και Πάνος Δρακόπουλος τση Δώρας. Κυνηγοί: Μάσος Στανίτσας, Έκτορας Πεταλάς – Πουρδάλας, Σπύρος Βλασσόπουλος τση Δημητρούλας, και Νιόνιος Νουτσάτος τση Σάνης.
Η Πλατρειθιώτικη είχε περισσότερες εναλλακτικές λύσεις και συνήθως παρέτασσε τους παρακάτω: Τερματοφύλακες: Γιάννης Βλασσόπουλος – Κορίνης, Μήτσος Μαυροκέφαλος – Μπαζίνας. Μπακ: Μίμης Κωστήρης του Ποσόρη, Άγγελος και Θεόφιλος Κουγιανός, Ανδρέας Κοκόσης (τσ’ Αγγέλιακας). Χαφ: Γιαννίκος Ραυτόπουλος – Μποτίλιας, (τση Χρυσούλας), Αλέκος Βλασσόπουλος τση Κορίνας, Μεμάς τση Νικήτως, Μάκης Δρακόπουλος – Τζάρας, Αλέκος Αργύρης τση Πολύμνιας. Κυνηγοί: Θωμάς Αργύρης τση Πολύμνιας, Κώστας Κουγιανός, Μιχάλης Βαρβαρήγος του Παπά και το τότε αστεράκι Πάνος Μαυροκέφαλος – Μαγγανάς, με διχασμένη ποδοσφαιρική τοποθέτηση, αφού ήταν κάτι μεταξύ Πλατρειθιωτο – Ξωηάνου και Ξωηανο – Πλατρειθιώτη].

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΪΖΗΣ – ΔΑΝΙΑΣ

Φωτογραφία του 1933 στο Βαθύ Ιθάκης. Η νικήτρια ποδοσφαιρική ομάδα της Εξωγής κατά την συναντησιν της με την ομάδας Βαθεως. Όρθιοι εξ αριστερών: Κωστής Ραυτοπουλος, Χαραλ. Πουλατος, Κωνστ. Λεκατσας, Γεωργ. Ραυτοπουλος, Παν. Πεφανης.
Καθημενοι: Νικ.Δευτεραιος, Παν.Μαυρομματης, Μιχ. Μαυροκεφαλος, Παν. Βαρβαριγος, Διον. Δευτεραιος, Πητας Κουβαρας, Νικ.Λεκατσας, Νικ.Φιλιππατος πριν 85 χρόνια! (Αρχείο Νίκου Μαρκάτου)