ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ: Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ο Δήμος Ιθάκης, τιμώντας τη μνήμη του Παναγή Λεκατσά, διοργανώνει Επιστημονικό Συνέδριο στην Ιθάκη (1-2 Ιουλίου 2017) με τη συμμετοχή ειδικών επιστημόνων που θα αναπτύξουν την προσφορά και την απήχηση του έργου του στο πλαίσιο των πολιτισμικών και ιστοριογραφικών δεδομένων των τελευταίων 70 χρόνων. Με αφορμή λοιπόν τη διεξαγωγή του Επιστημονικού αυτού Συνέδριου θα παρουσιάζουμε από το αρχείο μας διάφορα άρθρα, δημοσιεύματα, αναλύσεις, φωτογραφίες, ντοκουμέντα για την προσφορά του Παναγή Λεκατσά στο χώρο της εθνολογίας και της θρησκειολογίας.
Τ. Κ

ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ: Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Παναγής Λεκατσάς θα δει για πρώτη φορα το φως του ήλιου στις 5 Αυγούστου του 1911 στο Σταυρό της Ιθάκης. Ήταν το δεύτερο από τα πέντε παιδιά του ζεύγους Γεωργίου και Μαριγώς Λεκατσά, μιας μέσης αστικής οικογένειας. Ο πατέρας του, που καταγόταν από πλούσια οικογένεια, ήταν δημόσιος υπάλληλος και στα νεανικά του χρόνια είχε ζήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην Αυστραλία. Η μητέρα του εθεωρείτο από τις πιο μορφωμένες γυναίκες της Ιθάκης και διακρινόταν για το ήθος και την εξαιρετική της ευγένεια και ευαισθησία.
Ο Π. Λεκατσάς, ο «Παναγάκης» όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν οι δικοί του άνθρωποι, έδειξε από μικρός την έφεση που είχε στα γράμματα. Παιδί συνεσταλμένο και απορροφημένο στη σκέψη του, περνούσε τις ώρες του διαλείμματος στην αίθουσα του σχολείου, διαβάζοντας ή γράφοντας, τη στιγμή που οι συμμαθητές του έπαιζαν στο προαύλιο. Όπως αποκάλυψε η γυναίκα του αδερφού του, όσο φοιτούσε στο Δημοτικό είχε μελετήσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Σχολαρχείου. Φτάνοντας δε στο Σχολαρχείο ζητούσε από τον πατέρα του να του αγοράζει επιστημονικά συγγράμματα, επιθυμία που επραγματοποιείτο, παρά το όποιο οικονομικό κόστος.

Σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του Π. Λεκατσά, αλλά και του επιστημονικού προσανατολισμού στη μετάπειτα πορεία του, άσκησε ο θείος του, Γεράσιμος Λεκατσάς. Ο τελευταίος ήταν ένας εξαίρετος φιλόλογος, με σπάνια μόρφωση, κριτική σκέψη και ρητορική ικανότητα. Ήταν ο άνθρωπος που υπέθαλψε τις πνευματικές ανησυχίες του μικρού Παναγή και του μεταλαμπάδευσε την αγάπη του για τη φιλολογία, μιλώντας του για τον αρχαιοελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό.

Τελειώνοντας το Σχολαρχειο, ο Π. Λεκατσάς μετέβη με τον πατέρα του και τον μικρότερο αδερφό του Σπύρο στη Μελβούρνη της Αυστραλίας – τόπο μετανάστευσης πολλών Ιθακήσιων, όπου οι θείοι του είχαν επικερδείς επιχειρήσεις. Θα παραμείνει μόνο για δύο χρόνια, οπότε και θα γυρίσει για να συνεχίσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Αυτή θα είναι και η μόνη φορά στη ζωή του που θα περάσει τα σύνορα της χώρας, το «μόνον της ζωής του ταξείδιον». Πράγμα περίεργο και συνάμα τραγικό για έναν άνθρωπο που μίλαγε έξι γλώσσες και άλλες τόσες νεκρές και που μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν από τους λίγους Έλληνες που είχαν τόσο καλή ενημέρωση για την παγκόσμια πνευματική κίνηση. Και είναι ασφαλώς άξιο σχολιασμού το οτι, παρ’ όλα αυτά, το έργο του γνώρισε μεγαλύτερη αποδοχή στο εξωτερικό απ’ όσο στην ημεδαπή.

Τις δύο πρώτες τάξεις του – τετραετούς τότε φοίτησης – Γυμνασίου, ο Π. Λεκατσάς τις κάνει στη Λευκάδα. Το 1928 βρίσκεται στην Κέρκυρα, όπου και θα ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Φύση καλλιτεχνική, πάντα χαρωπός, με μακριά, ατημέλητα μαλλιά και εμφάνιση αντίθετη με τα κλισέ και τα αυστηρά ήθη της εποχής, θα κερδίσει τη συμπάθεια των συμμαθητών και των καθηγητών του με το ήθος και την ευφράδειά του. Στα χρόνια της πρώιμης εφηβείας του θα δεχτεί την επιρροή του καθηγητή του, Κωνσταντίνου Αράπη, ανθρώπου που διεκρίνετο για την σπάνια καλλιέργεια, αλλά και τα προοδευτικά του φρονήματα. Συχνές οι κοπάνες από το μάθημα, τον οδηγούν στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της πόλης, όπου και θα έχει την πρώτη ουσιαστική επαφή με την αρχαία γραμματεία, ίδιως με τα έργα του Πινδάρου.

Οι φιλοπρόοδες ιδέες του Κ. Αράπη, αλλά και το αρνητικό πρότυπο του ναζιστή καθηγητή Γρηγόρη Μάμαλου, ώθησαν τον έφηβο Παναγή στον ενστερνισμό των μαρξιστικών ιδεωδών από τα σχολικά κιόλας χρόνια. Οι ιδέες του, αλλά και οι πληροφοριοδότες της Ασφάλειας, θα τον οδηγήσουν, μαζί με τους συμμαθητές του, κατά την τελευταία μαθητική χρονιά στο τμήμα, προκειμένου να υπογράψουν το «Ιδιώνυμο». Ευτυχώς η ευγλωττία του Λεκατσά έσωσε τη νεανική συντροφιά από τα δεινά που της επεφύλασσε ένα ανάλογο «φακέλωμα»… Λίγα χρόνια αργότερα, σε μια καλοκαιρινή επίσκεψή του στη γενέτειρα, θα μιλήσει σε μια συγκέντρωση εργατών, για τα δικαιώματα και τις δυνατότητες της εργατικής τάξης. Η αστυνομία όμως θα τον διακόψει κάπως βίαια, αφού πρώτα είχε ειδοποιηθεί σχετικά από κάποιον «καλοθελητή» του νησιού. Κι αυτήν τη φορά ο Λεκατσάς θα τη γλιτώσει.

Το 1930 ο Παναγής Λεκατσάς μεταβαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική, ικανοποιώντας έτσι μια φιλοδοξία του πατέρα του κι αφήνοντας ένα κενό στην ψυχή του. Στα 20 του χρόνια ο πάντα κομψός και καλοντυμένος Λεκατσάς θα ερωτευθεί τη γνωστή τραγουδίστρια της εποχής Δανάη Στρατηγοπούλου. Η σχέση τους δεν θα διαρκέσει πολύ, αφού μετά από λίγο θα συνδεθεί με μια φίλη της Στρατηγοπούλου, την πιανίστρια Δήμητρα (Τούλα) Δημητριάδου, την οποία και θα παντρευτεί λίγα χρόνια αργότερα.

Τα φοιτητικά του χρόνια περνούν ανέμελα, αν λάβουμε υπ’ όψη και την οικονομική άνεση της οικογένειά του. Εδώ μάλιστα πρέπει να αποκατασταθεί και η ιστορική αλήθεια, απέναντι στην άποψη που τον θέλει άπορο από τα γεννοφάσκια του. Όπως αποκάλυψε η ανηψιά του Μαρία Παξινού, ο Λεκατσάς προερχόταν από μια πολύ πλούσια οικογένεια, με μετοχές σε ναυτιλιακές εταιρίες και αυτή ακριβώς η ευμάρεια του έδωσε τη δυνατότητα να έχει από νωρίς τα πανάκριβα τότε επιστημονικά συγγράμματα. Ο πόλεμος όμως αποδυνάμωσε οικονομικά την οικογένεια. Αυτό, σε συνδυασμό με την κακή οικονομική κατάσταση του Π. Λεκατσά στα επόμενα χρόνια – ιδίως λόγω της άρνησής του να συμβιβαστεί με τη νοοτροπία πολλών συναδέλφων του, που αντιμετώπισαν την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα ως μέσο πλουτισμού – αλλά και τη ρομαντική προσέγγιση πολλών βιογράφων του (όπως και να το κάνουμε ακούγεται καλύτερα για έναν άνθρωπο που παραμένει ασυμβίβαστος μέχρι το θάνατό του να είναι εκ γενετής πένης), δημιούργησαν τη σχετική φήμη, που είναι εντελώς αντίθετη με την πραγματικότητα.

Φοιτητής ακόμα της Νομικής, θα εκδώσει το 1933 το πρώτο του σύγγραμμα, υπό τον τίτλο Συμβολή στη Διαλεκτική Ιστορία της Φιλοσοφίας, το οποίο σήμερα είναι δυσεύρετο, ακόμα και στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Το έργο αυτό αποτελεί ένα πρωτόλειο, που δείχνει την ποιητική διάθεση του Π. Λεκατσά, την αγάπη του αλλά και την τεράστια γνώση του πάνω στην ελληνική αρχαιότητα, παρά το νεαρό της ηλικίας του, προϊδεάζοντας παράλληλα και την ενδελεχή μεταφραστική και πραγματολογική δουλειά του πάνω στην αρχαία ελληνική γραμματεία.

Το ίδιο διάστημα, θα ξεκινήσει τη μελέτη των έργων του Πινδάρου, εκδίδοντας το 1935 τη μετάφραση των Ολυμπιακών, που θα αφιερώσει στον τότε καθηγητή και μετέπειτα πολιτικό Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η ποιητική του συλλογή Απολλώνια. Το 1937 είναι η τελευταία χρονιά που φοιτά στη Νομική. Έχει φτάσει μάλιστα ως τις πτυχιακές εξετάσεις, αν τούτοις δεν θα δώσει προφορικά και έτσι δεν θα πάρει ποτέ το τυχίο. Έκτοτε θα ασχοληθεί με τη φιλολογία και την εθνολογία. Μέσα σε τρία χρόνια θα εκδώσει όλο το έργο του Πινδάρου σε έμμετρη μετάφραση, που αναδεικνύει τη βαθειά του καλλιέργεια. Το 1938 θα κυκλοφορήσει το Επίμετρον, με ερμηνευτικά σχόλια στο έργο του Πινδάρου, αφιερωμένο στον Ιωάννη Γρυπάρη.

Παράλληλα, από το 1935 αρχίζει τη συνεργασία του με το περιοδικό Νέα Εστία, που θα κρατήσει ως το 1943. Εκεί θα δημοσιεύσει μεταφράσεις αρχαίων λυρικών (Σαπφώ, Αρχίλοχο, Πίνδαρο) αλλά και βιβλιοκριτικές πάνω σε φιλολογικά συγγράμματα για Έλληνες και Λατίνους κλασικούς. Από τις εκδόσεις Πάπυρος θα κυκλοφορήσει το 1938 η μετάφραση της Θεογονίας του Ησιόδου και του έργου της Σαπφούς, ενώ την ίδια χρονιά η συνεργασία του με το περιοδικό Νέον Κράτος του δίνει την ευκαιρία να δημοσιεύσει ως τον Μάρτιο του 1939 τη μετάφραση της Μήδειας του Ευριπίδη.

Στο τέλος της ίδιας χρονιάς, το αίσθημά του με την Τούλα Δημητριάδου θα καταλήξει σε γάμο. Από εκείνη την εποχή θα αρχίσει και η συνεργασία του με τον εκδοτικό οίκο Ζαχαρόπουλου. Είναι μια εποχή που ο συγκεκριμένος οίκος θα κάνει μια ολοκληρωμένη προσπάθεια να δοθούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνες και άρτιες επιστημονικά μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας του, ο Λεκατσάς θα κυκλοφορήσει, σε διάστημα λιγώτερο των δύο χρόνων, μεταφράσεις συνοδευόμενες από εισαγωγικό σημείωμα και σχόλια πάνω στα ποιήματα του Αλκαίου, τα Έργα και Ημέραι και τη Θεογονία του Ησιόδου, τον Κατά Λεωκράτους του Λυκούργου, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, τη Μήδεια, τον Κύκλωπα, την Άλκηστη και τους Ηρακλειδείς του Ευριπίδη, το Περί ερμηνείας ή ύφους του Δημητρίου Φαληρέως και το Περί ύψους του Λογγίνου. Στον τομέα της Νέας Εστίας του 1940 θα μεταφράσει Σαπφώ, αλλά και πάνω από εκατό επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας. Η δουλειά του νεαρού Λεκατσά θα αφήσει πολύ θετικές εντυπώσεις. Σχεδόν 40 χρόνια μετά ο Α. Λεντάκης θα την χαρακτηρίσει ως «μια θαυμάσια ποιητική εργασία, την πιο άρτια και επιτυχημένη του Λεκατσά».

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής θα ενταχθεί στο ΕΑΜ. Σε αντίθεση όμως με άλλους διανοούμενους, που οργανώθηκαν στο ΚΚΕ ή σε άλλους αριστερούς χώρους, ο Π. Λεκατσάς δεν έγινε ποτέ μέλος κανενός κόμματος, κάτι που αποτέλεσε πολλές φορές αιτία κριτικής από ομοϊδεάτες του. Αν και πολιτικοποιημένος από νεαρή ηλικία, όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο κερκυραίος λαογράφος και φίλος του Οδυσσέας – Κάρολος Κλήμης, «ο Λεκατσάς ήταν ένας άνθρωπος, που οι αριστερές πεποιθήσεις του προέρχονταν από την επιστήμη». Και μέχρι το τέλος της ζωής του θα προτιμήσει να παραμείνει ακομμάτιστος, δεχόμενος τα πυρά και των δύο παρατάξεων, προκειμένου να κρατήσει αδέσμευτη την επιστημονική του έρευνα από οποιουδήποτε είδους στράτευση.

Στα Δεκεμβριανά συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο Γουδί, σώζεται όμως μετά από την παρέμβαση του συγγενή και φίλου του Κώστα Κουβαρά, αξιωματικού του αμερικανικού στρατού. Λίγους μήνες πριν, το Σεπτέμβρη του 1944, η ΠΕΕΑ θα συμπεριλάβει στην ύλη του αναγνωστικού το ποίημά του «Το μήνυμά της». Το ποίημα δημοσιεύτηκε ανώνυμα, ως απάντηση σε ένα ομότιτλο ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, γραμμένο μάλιστα στο ίδιο μέτρο και ύφος.

Οι περιπέτειες της πατρίδας κατά τη δύσκολη αυτή περίοδο, αλλά και η διαφαινόμενη εμφύλια σύρραξη, επηρέασαν βαθιά τον Π. Λεκατσά, που επιστρέφει το 1945, μετά από τετράχρονη απουσία, με ένα διαχρονικής σημασίας έργο, το Δήμου καταλύσεως και τυραννίδος, μια ανθολογία νόμων και αποσπασμάτων αρχαίων συγγραφέων που αναφέρονται στην αιώνια πάλη μεταξύ των δύο πολιτευμάτων, που το αφιερώνει «στους μακρινούς ίσκιους των πεσόντων αγωνιστών (των Δεκεμβριανών) για την αιώνια πόλη και τη Δημοκρατία». Δεν υπάρχουν σίγουρες πληροφορίες για το αν είχε την οποιαδήποτε εμπλοκή με την πολιτική κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Πάντως, όπως ισχυρίζονται συγγενικά του πρόσωπα, μετά τη Βάρκιζα φαίνεται πως είχε συνάντηση με τον Άρη Βελουχιώτη και άλλους αξιωματικούς του μετέπειτα Δημοκρατικού Στρατού, με τους οποίους ήρθε σε ρήξη, μετά τη διαφωνία του για τη συνέχιση του αντάρτικου.

Στο περιοδικό Νέα Γράμματα θα δημοσιεύσει το 1946 τον Επιτάφιο του Περικλέους, αφιερωμένο στους πεσόντες των Δεκεμβριανών. Λίγο νωρίτερα, στα τέλη του 1945, θα δημοσιεύσει στα Φιλολογικά Χρονικά το βιβλίο του Ιδεοκρατία και Ιστορική Αιτιοκρατία και θα εκδώσει τον Σπάρτακο. Μέσα στα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1949 ακολουθούν Η εποποιΐα της πάλης των τάξεων στην αρχαία Ελλάδα, Η Πολιτεία του Ήλιου, Η προελληνική μητριαρχία και η Ορέστεια και ο Απολογητικός του παλαιοδημοτικισμού.

Παρά την επιτυχή του πορεία σον χώρο των γραμμάτων, το 1946 θα δοκιμάσει την πρώτη του μεγάλη απογοήτευση: η προσπάθειά του να βρει πόρους προκειμένου να πάει στη Γαλλία, έχοντας ήδη πετύχει υποτροφία από τη γαλλική κυβέρνηση, πέφτει στο κενό. Ακόμα και οι θείοι του, στους οποίους είχε στηρίξει όλες του τις ελπίδες, αρνήθηκαν να τον ενισχύσουν, επειδή είχε ασπαστεί τη μαρξιστική ιδεολογία. Φυσικά δεν είναι απαραίτητο να σχολιάσουμε το τι θα σήμαινε όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για την ελληνική επιστήμη να βρισκόταν στη Γαλλία ένα τόσο λαμπρό μυαλό.

Από τα τέλη του 1946 συνεργάζεται με την εφημερίδα Ο Ρίζος της Δευτέρας. Το 1947 χωρίζει από την Τούλα Δημητριάδου. Μάρτυρες στο διαζύγιο παρίστανται ο Ηλίας Σιμόπουλος και ο επιστήθιος φίλος του, ο φιλόσοφος Γιάννης Κορδάτος. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς γνωρίζεται με την Εύα Βλάμη. Ο δεσμός τους, σταθερός και παραδειγματικός («μια ιδανική ένωση, όπου ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, χωρίς να χάσει κανείς τίποτε από την αυτοτέλειά του», όπως θα γράψει το 1971 η συντακτική ομάδα του Χρονικού), θα καταλήξει σε γάμο το 1961 και θα τερματιστεί μόνο με το θάνατο του Π. Λεκατσά.

Στο περιοδικό Ανταίος, με το οποίο συνεργάζεται από το 1949, δημοσιεύει την κριτική του πάνω στο κλασσικό έργο του άγγλου καθηγητή Τζώρτζ Τόμσον Το προϊστορικό Αιγαίο.

Μετά από αυτό το έργο του θα πραγματοποιήσει ακόμα μια στροφή σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται. Θα απομακρυνθεί από τη συγγραφή πολιτικών μελετών και μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα ασχοληθεί αποκλειστικά με τη θρησκειολογία και την εθνολογία. Το 1951 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο του Η καταγωγή των θεσμών, το πρώτο εκτεταμένο εθνολογικό σύγγραμμα στην Ελλάδα, που θίγει θέματα της επιστήμης και κάνει γνωστούς τους θεμελιωτές της. Δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορούν οι μεταφράσεις του Προμηθέως Δεσμώτου του Αισχύλου και του Ιππολύτου Στεφανηφόρου του Ευριπίδου. Το έργο του Γιάννη Κορδάτου Η αρχαία τραγωδία και κωμωδία (1954) θα δώσει στον Π. Λεκατσά λαβή για κριτική, μέσα από το βιβλίο του Τραγωδία ή κωμωδία. Προσβεβλημένος ο πρώτος, θα απαντήσει στον Λεκατσά μέσω ενός λιβελογραφήματος, με τον τίτλο Ο κ. Παναγής Λεκατσάς χωρίς το προσωπείο, στο οποίο θα προσπαθήσει να κατακεραυνώσει την – ομολογουμένως σκληρή – κριτική που δέχτηκε από τον μέχρι τότε φίλο του, με επιχειρήματα όμως που κάθε άλλο παρά αρμόζοντα προς το ήθος και την καλλιέργεια των δύο ανδρών ήταν.

Μέσα στα τρία χρόνια κυκλοφορίας του περιοδικού Καινούργια Εποχή, από το 1956 ως το 1959, ο Λεκατσάς θα δημοσιεύσει τρία βιβλία του, το Γιλγαμές, Το κάλεσμα της θεονύμφης και τη Μητέρα θεά. Το 1957 όμως θα κυκλοφορήσει η Ψυχή, μια μελέτη σχετικά με το πως και από ποιούς δημιουργήθηκε η έννοια της πνευματικής ψυχής, από τις πρωτόγονες κοινωνίες μέχρι και τις δογματικές θέσεις των σωτηριακών θρησκεών. Είναι το βιβλίο – ορόσημο με το οποίο καταξιώθηκε ως ο θεμελιωτής της εθνολογίας στην Ελλάδα. Άξιος θαυμασμού είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λεκατσάς συγκέντρωσε, ταξινόμησε και κωδικοποίησε έναν εκτεταμένο όγκο υλικού, παρμένο από πάμπολλες μελέτες, δεδομένης μάλιστα και της όχι και τόσο καλής οικονομικής κατάστασής του εκείνο το διάστημα. Είναι ευνόητο εξ άλλου πως η απαραίτητη, για την εκπόνηση ενός τέτοιου συγγράμματος, συνεχής ενημέρωση της βιβλιοθήκης του Π. Λεκατσά με τα τελευταία έργα της παγκόσμιας βιβλιογραφίας, ήταν μια όχι μόνο χρονοβόρα, αλλά και εξαιρετικά δαπανηρή διαδικασία.

Από την άνοιξη του 1957 και για τα επόμενα πέντε χρόνια θα συνεργαστεί με την Επιθεώρηση Τέχνης. Εκεί θα παρουσιάσει σε συνέχειες τις μελέτες του Το θείο δράμα στις προχριστιανικές θρησκείες της Ανατολικής Μεσογείου, Ο Τζόρτζ Τόμσον, ένας συγγραφέας άξιος του αιώνα του και Η καταγωγή των πολιτικών θιάσων. Το 1958 συνεργάζεται με το Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών με τα χαρακτηριστικά λήμματα Άβατον, Αγιότητα, Άγος, Αδελφική Κοινοζυγία, Αδελφογαμία, Άδωνις, Ανιμισμός, Βάφτισμα, Ενδογαμία, Επιτάφιοι Αγώνες, Θείον Βρέφος, Ιερός Γάμος, Μητέρα Θεά, Νεκρομαντείο, Οιωνοσκοπία κ.ά., ενώ από το 1961 και για έξι χρόνια θα συνεργαστεί με το περιοδικό Θέατρο.

Το 1960 θα κυκλοφορήσει τη δεύτερη έκδοση του Πινδάρου, που είχε πρωτοεκδόσει το 1938. Όπως έλεγε και ο ίδιος, η μετάφραση αυτή ήταν βελτιωμένη και είχε σκοπό να προχωρήσει και σε τρίτη έκδοση, δυστυχώς όμως τον πρόλαβε ο θάνατος. Ακολουθούν στην επόμενη διετία τα βιβλία του Ευριπίδης – Μετάφραση και Ερμηνευτικά και Έρως, ενώ δημοσιεύει σε συνέχειες τα βιβλία του Η καταγωγή της βασιλείας, Το κάστρο της Ωριάς και η λαβυριανθιακή Ιερουργία, Η θεία γέννηση, Το άστρο της Βηθλεέμ, θρησκειολογική ερμηνεία, Ο θνήσκων θεός κ.ά., μέσα από τις στήλες της εφημερίδας Ελευθερία. Παράλληλα δημοσιεύσει στο περιοδικό Πανσπουδαστική το άρθρο του «Η τοτεμική μετάληψη και οι θρησκευτικές της τροπές» (1962), ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο η τραγωδία Ηρακλής μαινόμενος του Ευριπίδη, σε μετάφραση του Π. Λεκατσά. Συνεργάζεται με την Πάπυρος Λαρούς στα λήμματα Αγνείας Πείρα, Δημήτηρ, Διονύσια, Διόνυσος, Ελευσίνια Μυστήρια, Έρως, Θεσμοφόρια.

Η πρώτη τιμητική διάκριση στην Ελλάδα έρχεται το 1963, από τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, που τον καλεί να αναλάβει την έδρα του καθηγητή της Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, κάτι που απορρίπτεται από τον Λεκατσά χωρίς κανένα δισταγμό ή δεύτερη σκέψη. Οι τιμές εξάλλου για τον ίδιο ήταν περιττές και ανούσιες, προτιμούσε να βλέπει την ουσία, την πραγματική του προσφορά στην επιστήμη, παρά τις ανούσιες τυπικότητες των βραβεύσεων. Εξ άλλου την ίδια εποχή είχε κληθεί να διδάξει ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, πρόταση που επίσης απέριψε ασυζητητί. Δεκάδες ήταν κατά καιρούς οι προσκλήσεις που λάμβανε από διάφορους αποστολείς, τις οποίες και φύλαγε επιμελώς αρχειοθετημένες σε έναν φάκελο, στον οποίο είχε αναγράψει : «ΔΕΝ ΠΗΓΑ»! Η πιο μεγάλη όμως χαρά και τιμή γι’ αυτόν έρχεται τον ίδιο χρόνο από τον φοιτητόκοσμο, που τόσο αγαπούσε και στήριζε ο Λεκατσάς, ζητώντας μέσα από τις διαδικασίες του 4ου Πανσπουδαστικού Συνεδρίου την τοποθέτησή του σε καθηγητική έδρα.

Η πρώτη σοβαρή περιπέτεια της υγείας του θα αρχίσει το Δεκέμβρη του 1964, όταν ο Παναγής Λεκατσάς θα πάθει το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο και θα μείνει σε κώμα επί τρεις μήνες. Ήδη από την εποχή που συνέγραφε την Ψυχή η κατάσταση της υγείας του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Κουραζόταν πολύ, μελετούσε σε καθημερινή βάση πάνω από 15 ώρες και το άγχος του ενέτεινε και η αγωνία της εξασφάλισης πόρων για την αγορά των αναγκαίων – και πανάκριβων – συγγραμμάτων. Δούλευε νυχθημερόν, χαμένος σε στοίβες σημειώσεων, παρέα μόνο με αμέτρητα φλιτζάνια νες καφέ, ενώ έκοβε χρήματα κυριολεκτικά από το ψωμί του, προκειμένου να αγοράζει βιβλία.

Η περιπέτεια της υγείας του υπήρξε, τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένειά του, μια τραγική εμπειρία. Τα έξοδα της νοσηλείας του ήταν αδύνατον να καλυφθούν, αφού ο Λεκατσάς όχι μόνο δεν είχε το απαραίτητο ποσό, αλλά δεν ήταν καν ασφαλισμένος σε κάποιο ταμείο. Ευτυχώς τα έξοδα ανέλαβε η Λιλή Ιακωβίδου, οικογενειακή φίλη του Λεκατσά και της Βλάμη.

Μετά από αρκετούς μήνες καταφέρνει να συνέλθει και ξαναπέφτει με τα μούτρα στη δουλειά, παρά τις αυστηρότατες συστάσεις των γιατρών για ηρεμία και ανάπαυση. Συνεργάζεται το 1966 με τη Νεοελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση (στα λήμματα Βασιλεία, Γιλγαμές, Διόνυσος) και δημοσιεύει ταυτόχρονα στην Πανσπουδαστική το βιβλίο του Η θεία γέννηση και το θείο βρέφος. Είναι η εποχή που δουλεύει το βιβλίο του Διόνυσος, το οποίο δε θα προλάβει να δει τυπωμένο. Από τις εκδόσεις «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου θα κυκλοφορήσουν το 1970 δύο ακόμα βιβλία του Λεκατσά, η Μητριαρχία και η Φαιακία.

Αυτά είναι και τα τελευταία έργα του που είχε τη χαρά να δει τυπωμένα. Το νήμα της ζωής του κόπηκε τα ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου 1970 από εγκεφαλική θρόμβωση που του δημιούργησε η υπέρταση. Τραγική ειρωνεία: ο μαθητής του, όπως αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτό του, Ανδρέας Λεντάκης, ο οποίος είχε μια πολύ στενή επαφή με τον Λεκατσά, επιστημονική και ανθρώπινη (δεν έκρυβε μάλιστα τον θαυμασμό του για τον μεγάλο αυτό επιστήμονα και φρόντιζε να τον φανερώνει με κάθε ευκαιρία, ακόμα και μέσα από τις επιστολές που του έστελνε από τα κελιά της ΕΑΤ – ΕΣΑ στη Μπουμπουλίνας), είχε λίγες μέρες πριν από τι θάνατο του Λεκατσά κλείσει ραντεβού για τις 7/9/70, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά.

Μετά το θάνατό του η Εύα Βλάμη εγκατέλειψε το γράψιμο και αφιέρωσε το δυστυχώς σύντομο υπόλοιπο της ζωής της στην υλοποίηση της κυκλοφορίας των ανέκδοτων έργων του εκλιπόντος Λεκατσά. Πράγμαται, το 1971 από τις εκδόσεις της Σχολής Μωραΐτη, στην οποία η Βλάμη εργαζόταν ως φιλόλογος, θα κυκλοφορήσει ο Διόνυσος και μετά από λίγο ο Λαβύρινθος. Το 1976, ο Ανδρέας Λεντάκης, στο περιοδικό Άνθρωπος, θα επιμεληθεί ενός αφιερώματος στον Π. Λεκατσά και θα παραθέσει για πρώτη φορά την πλήρη εργογραφία του, που αριθμεί πάνω από 70 τίτλους βιβλίων, μελετών, άρθρων κ.ά.

Πέρα όμως από λαμπρός επιστήμονας, ο Λεκατσάς ήταν κι ένας πραγματικά ξεχωριστός άνθρωπος. Σεμνός και μετρημένος, απέφευγε με κάθε τρόπο την παντός είδους προβολή. Παρά το πρωτότυπο έργο του, φρόντιζε πάντα να αναφέρει τις πηγές του, αλλά και τους συγγραφείς από τους οποίους δανειζόταν ιδέες. Ήταν αξιοπρεπής, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του, και δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή να συμβιβαστεί ή να παραβεί τις αρχές του. Παρέμεινε μακριά από όσες επιστημονικές διοργανώσεις είχαν ή μπορούσαν να αποκτήσουν κοσμικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι τους οποίους προσμετρούσε ως φίλους ήταν ελάχιστοι, οι σχέσεις του δε με την ακαδημαϊκή νομενκλατούρα ήταν οι χειρότερες δυνατές.

Αξίζει δε να σημειωθεί και το παρακάτω γεγονός, το οποίο ανέφερε και σε μια διάλεξή του ο Ο.- Κ. Κλήμης: ένας Πολωνός εθνολόγος είχε έρθει στην Ελλάδα, προκειμένου να συναντήσει από κοντά τον διάσημο στη χώρα του Παναγή Λεκατσά. Όταν ρώτησε τους ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου, στο οποίο διέμενε, για το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του Λεκατσά, έκπληκτος διαπίστωσε πως τους ήταν παντελώς άγνωστος. Πήγε λοιπόν στη Φιλοσοφική Σχολή, για να βρει έναν συγκεκριμένο καθηγητή, που όπως είχε υπολογίσει θα ήταν σε θέση να του δώσει τις πληροφορίες που ζητούσε. Ο καθηγητής γνώρισε το όνομα του Λεκατσά, μόνο που παρέπεμψε τον Πολωνό στην αστυνομία, ως … την πλέον αρμόδια αρχή για το εν λόγω «φαινόμενο»!
Ο Λεκατσάς είχε δύο μεγάλες αγάπες: η πρώτη ήταν το καλό ντύσιμο. Από μικρός ήταν πάντα καλοβαλμένος και υπέρκομψος. Αν και σπάνια άφηνε το σπίτι του για κάποια κοινωνική συναναστροφή, η γκαρνταρόμπα του περιλάμβανε πανάκριβα κοστούμια, από τα πιο φίνα υφάσματα. Συνήθιζε μάλιστα, όπως αναφέρει και η ανηψιά του, να γράφει κοστουμαρισμένος, φορούσε δε πάντοτε γιλέκο και παπιγιόν.

Η άλλη μεγάλη αγάπη του ήταν η νεολαία. Όπως αναφέρει ο Α. Λεντάκης, ο Π. Λεκατσάς έλεγε συχνά: «Πιστεύω πολύ στους νέους. Ίσως μόνο σ’ αυτούς πιστεύω. Η μεγαλύτερη λύπη που παίρνω είναι όταν με απογοητεύει ένας νέος άνθρωπος και η μεγαλύτερη χαρά, όταν πάλι ένας νέος μου δίνει τη σιγουριά για το πνευματικό μέλλον». Γι’ αυτό και το σπίτι του ήταν πάντα γεμάτο από νεαρούς φοιτητές, τους οποίου ο Λεκατσάς θεωρούσε πνευματικά του παιδιά, γι’ αυτό και θεώρησε μεγάλη τιμή την πρόταση του Δ’ Πανσπουδαστικού Συνεδρίου. Μάλιστα ο Λεντάκης πάλι αναφέρει ένα περιστατικό, χαρακτηριστικό για τις σχέσεις του Λεκατσά με τους νέους. Όταν ο πρώτος του ζήτησε μια συνεργασία για την Πανσπουδαστική (τ.49, 1/1996), ο Λεκατσάς δέχτηκε, φροντίζοντας ακόμα και για την εικονογράφηση και τη διόρθωση των κειμένων, χωρίς φυσικά να πάρει δεκάρα. Όταν ο Λεντάκης τον ρώτησε πόσα φύλλα του περιοδικού ήθελε για να τα δώσει σε φίλους του, ο Λεκατσάς του απάντησε δέκα. Ο Λεντάκης του πήγε όντως τα δέκα τεύχη, ο Λεκατσάς επ’ ουδενί δεν δέχτηκε να τα πάρει δωρεάν, όπως εδικαιούτο. Μόνο μετά την επιμονή του Λεντάκη δέχτηκε να πάρει τα πέντε δωρεάν και να πληρώσει τα άλλα. «Αλίμονο», του είπε, «αν παίρνουμε λεφτά από ένα φοιτητικό περιοδικό. Πιστεύω στους φοιτητές, πιστεύω στους νέους. Μόνο από κει υπάρχει ελπίδα να βγει κάτι καλό».
Μετά το θάνατο του Παναγή Λεκατσά, ελάχιστοι ήταν αυτοί οι οποίοι αναφέρθηκαν στο έργο του, με τρόπο αντάξιο του επιστημονικού του μεγέθους. Είναι δε αξιοπερίεργο οτι το συγγραφικό του έργο γνώρισε μεγαλύτερη αναγνώριση στο εξωτερικό απ’ όσο στην Ελλάδα.

Μεγάλο ρόλο σε αυτό έπαιξε ασφαλώς και η δικαστική διαμάχη που ξέσπασε σχετικά με τα πνευματικά του δικαιώματα. Ο Λεκατσάς, με ιδιόχειρη διαθήκη του, καθιστά μοναδική κληρονόμο του πνευματικού του μόχθου την Εύα Βλάμη. Η Βλάμη φρόντισε να εκδοθούν μετά το θάνατό του τα ανέκδοτα βιβλία του Διόνυσος και Λαβύρινθος. Μετά το θάνατό της, το 1974, οι κληρονόμοι της παραχώρησαν το 1977 τα δικαιώματα στον Α. Καστανιώτη. Λίγους μήνες μετά, όμως, ο εκδότης Γ. Γουδέλης, με εξώδικό του, ζητά από τον Καστανιώτη να σταματήσει την έκδοση των έργων του Λεκατσά, επικαλούμενος ιδιωτικό συμφωνητικό από το 1963, με το οποίο ο εκλιπών τον καθιστά αποκλειστικό εκδότη των έργων του. Αρχίζει έτσι μια πολύχρονη δικαστική διαμάχη, που άφησε για πάνω από δέκα χρόνια τα έργα του Λεκατσά στο συρτάρι.

Ακόμα ένα αίτιο για την περιορισμένη προβολή του έργου του έχει να κάνει με μια αδυναμία στον χαρακτήρα του Λεκατσά: αυτός ο ογκόλιθος μόρφωσης και καλλιέργειας δεν ανεχόταν την κριτική. Φρόντιζε πάντα οι φιλικές του σχέσεις να μην εκτρέπονται, δεν άφηνε περιθώρια σε αυτούς που συναναστρεφόταν να υπερβούν τα εσκαμμένα, ενώ πάντα τον βασάνιζε το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει το φθόνο ή την κρίση των φίλων του.

Χαρακτηριστικό ειναι και το συμβάν που αποκάλυψε ο Τάσος Βουρνάς σε ένα αφιέρωμα του Διαβάζω το 1987: όταν ο Λεκατσάς δέχτηκε κριτική από τον Ανταίο για τις γλωσσικές του επιλογές, μέσα από ένα άρθρο του Στάθη Δρομάζου, ο οποίος υπέγραφε με ψευδώνυμο (το περιοδικό κυκλοφορούσε παράνομα), έκοψε την καλημέρα στον Τ. Βουρνά, νομίζοντας πως αυτός έφερε την υπογραφή του άρθρου. Αναφερόταν δε με περιφρονητικά λόγια για το Δ. Γλυνό, χαρακτηρίζοντάς τον «μέτριο δάσκαλο», εξαιτίας μιας κριτικής που του είχε ασκήσει στους Νέους Πρωτοπόρους το 1935 για το πρώτο του βιβλίο. Ο ίδιος όμως ασκούσε δριμεία και συχνά καυστική κριτική σε άλλους συγγραφείς, προκαλώντας πολλές φορές και προσωπικές έριδες.

Μια τέτοια κριτική του Λεκατσά προκάλεσε, όπως προαναφέρθηκε, και τη ρήξη του με τον Γιάννη Κορδάτο. Πέρα όμως από την προσωπική και επιστημονική διαμάχη, κρύβεται η έντονη δυσαρέσκεια που είχε δημιουργήσει στους κύκλους της αριστεράς η σταθερή απόφαση του Λεκατσά να μείνει ακομμάτιστος. Έτσι, σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης βρέθηκε μεταξύ δύο πυρών. Γιατί αν οι συντηρητικοί κύκλοι – ακαδημαϊκοί και πολιτικοί – τον αντιμετώπισαν ως αποδιοπομπαίο τράγο, οι συγκούσεις του με αριστερούς διανοητές τον οδήγησαν σε μια ιδιότυπη γκετοποίηση.

Έχει ήδη γίνει ανφορά στην πολιτική του δραστηριότητα μέχρι τον εμφύλιο. Οι σχέσεις του με την επαναστατική αριστερά παραμένουν μέχρι τότε καλές, συμπέρασμα που συνάγεται και από τη βιβλιοκριτική της ΚΟΜΕΠ (τ. 40, Αύγουστος 1945), πάνω στο Περί Δήμου καταλύσεως και τυραννίδος που υποστηρίζει οτι «… ο κ. Λεκατσάς μελέτησε και κατέχει τα στοιχεία και με τη μαρξιστική μεθοδολογία τα ανασυνθέτει, σε ζωντανή και πολύμορφη εικόνα…». Είναι η εποχή που αρθρογραφεί σε αριστερά έντυπα. Η κόντρα του όμως με τον Γ. Κορδάτο θα δρομολογήσει άλλες εξελίξεις.

Η μπροσούρα του Κορδάτου Ο κ. Παναγής Λεκατσάς χωρίς το προσωπείο, που αποτελεί και την απάντηση στην κριτική που δέχτηκε, είναι ένα πραγματικό ρυπαρογράφημα, που καθόλου δεν ταιριάζει με το κύρος του. Κατηγορεί μεταξύ άλλων τον Λεκατσά για ημιμαθή, ανίκανο να πραγματώσει μια εμπεριστατωμένη επιστημονική μελέτη, ακόμα και για κόλακα μεταξικών αξιωματούχων. Πέρα όμως από τις αήθειες, πρέπει να σταθούμε στο τρίτο και εκτενέστερο κεφάλαιο της μπροσούρας, υπό τον ειρωνικό τίτλο «Ο αλάθητος ¨μαρξιστής¨», στο οποίο ο Κορδάτος ασκεί οξεία κριτική στον Λεκατσά, επειδή βασίζει τις μελέτες του σε «αστούς» δυτικούς εθνολόγους, και όχι σε διαπρεπείς κοινωνιολόγους και ιστορικούς της ΕΣΣΔ.

Κατά βάθος πρόκειται για ένα καθαρά πολιτικό κείμενο, ορόσημο για την ελληνική επιστήμη. Είναι η πρώτη φορά στην μετεμφυλιακή Ελλάδα που ξεσπά μια «τιτανομαχία» και μάλιστα σε θεωρητικό επίπεδο, μεταξύ δυο κορυφαίων εκπροσώπων αντιστοίχως της «ορθόδοξης» αριστεράς και της αναθεωρητικής τάσης του μαρξισμού. Εκείνο που ενοχλεί βαθιά τον Κορδάτο είναι η διάθεση του Λεκατσά να αμφιβητήσει τα μέχρι τώρα παραδεδομένα στον ιστορικό υλισμό και να προχωρήσει σε νέους πειραματισμούς, «γλιστρώντας αναμφίβολα από το μυστικισμό στον ιδεαλισμό». Πιο πολύ όμως δεν μπορείνα δεχτεί τηναπόφαση του Λεκατσά να μη στρατεύσει τη μελέτη του. Του τονίζει μάλιστα (στη σ.21) οτι «το κήρυγμά του ¨η επιστήμη για την επιστήμα¨ είναι αντιδραστικό» και «…

θα μάθει πως η επιστήμη δεν είναι ακομμάτιστη και ανεξάρτητη».
Φυσικά ούτε ο Κορδάτος (ο οποίος παρ’ οτι διαγράφτηκε το 1927 από το Κ.Κ.Ε., έμεινε ενεργός και πιστός στη γραμμή του μέχρι το θάνατό του), ούτε τα υπόλοιπα στελέχη της αριστεράς του συγχώρεσαν την απομάκρυνσή του από την ενεργό δράση. Για τον Λεκατσά όμως δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Ίσως έπαιρνε τα πράγματα λίγο επί πόνου, ίσως δεν άντεχε να κάνει την οποιαδήποτε έκπτωση στα πιστεύω του, ίσως πάλι και εγωιστικά να μην άντεχε να δρα υπό τις εντολές της οιασδήποτε «γραμμής». Έπρεπε όμως να διαφυλάξει το έργο του αλώβητο από κομματικές επιρροές και επιδράσεις. Πάνω απ’ όλα έβαζε την επιστημονική πρόοδο – γι’ αυτό συμβούλευε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας τον Α. Λεντάκη να απομακρυνθεί από την πολιτική προσωρινά, προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Δεν θα άξιζε να αναφερθούμε στο ποιός τελικά από τυς δύο είχε δίκιο. Θα αρκεστούμε να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που είχε για τον Λεκατσά ο αντίκτυπος αυτής της διαμάχης. Οι ήδη υπάρχουσες αντιπάθειες που είχε δημιουργήσει στον χώρο εντάθηκαν, με αποτέλεσμα την απομόνωσή του, ιδίως δε και μετά την άρνηση της ΕΔΑ να δημοσιεύσει στα προσκείμενα σε αυτήν έντυπα την οποιαδήποτε αναφορά στο έργο του Λεκατσά μετά τη διαμάχη του με τον Κορδάτο. Το έργο του έτσι στερήθηκε της απαιτούμενης προβολής, κάπως βεβιασμένα και στενοκέφαλα, αφού ούτε τα συντηρητικά έντυπα ήταν πρόσφορα γι’ αυτόν τον σκοπό.

Από την άλλη ο Λεκατσάς κλείστηκε πιο πολύ στον εαυτό του, απομακρυνόμενος ολοένα όμως ταυτόχρονα από την πραγματική ζωή και κυρίως από τη λαϊκή βάση. Δημιούργησε έτσι άθελά του τον τύπο του «μοναχικού πολεμιστή», (του Einzelkampfer, όπως θα έλεγαν και οι Γερμανοί). Του διανοητή, δηλαδή, που μπορεί να σταθεί ανάμεσα στην πιο σκληρή αμφίπλευρη κριτική, δίνοντας ένα μέγιστης αξίας έργο με το οποίο στηλιτεύει τα κακώς κείμενα και των δύο πλευρών, εισάγοντας συχνά «καινά δαιμόνια», απευθυνόμενος όμως σε ένα περιορισμένο σχετικά κοινό, όπως αργότερα έκαναν ο Πουλαντζάς, ο Καστοριάδης κ.ά.

Δεν πρέπει όμως να παραλειφθεί και η αδυναμία της ελληνικής ιντελλιγκέντσια να δεχτεί, να αφομοιώσει και να αξιοποιήσει το έργο του Λεκατσά. Δεν ήταν μάλιστα τυχαίο και η φράση που συχνά του επαναλάμβανε η Βλάμη, οτι έπρεπε δηλαδή να είχε γεννηθεί 80 χρόνια αργότερα. Λίγοι ασχολήθηκαν σοβαρά με το έργο του Λεκατσά, ακόμα λιγώτεροι κατάφεραν να το προσεγγίσουν σωστά. Η κριτική είναι εύκολη, αν μάλιστα ξεχνάμε κάτι βασικό: το έργο του Λεκατσά είναι, παρά τις όποιες μικρές ή μεγάλες ατέλειες, πρωτότυπο. Αυτός έβαλε τα θεμέλια της εθνολογίας στη Ελλάδα. Και είναι βέβαια πιο εύκολο να χτίσεις ένα επιβλητικό κτίσμα, παρά να σχεδιάσεις μια στέρεη βάση. Δυστυχώς, μέχρι τώρα όμως, μόνο λίγα λιθαράκια έχουν τοποθετηθεί πάνω στη βάση που έχτισε ο Λεκατσάς. Η Ελλάδα περιμένει ακόμα το συνεχιστή του ή έστω αυτόν που θα είναι σε θέση να τον ανατρέψει.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΟΛΙΑΣ
Περιοδικό ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, Τεύχος 37, Φθινόπωρο 2003

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.