ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ, Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ

Ο Δήμος Ιθάκης, τιμώντας τη μνήμη του Παναγή Λεκατσά, διοργανώνει Επιστημονικό Συνέδριο στην Ιθάκη (1-2 Ιουλίου 2017) με τη συμμετοχή ειδικών επιστημόνων που θα αναπτύξουν την προσφορά και την απήχηση του έργου του στο πλαίσιο των πολιτισμικών και ιστοριογραφικών δεδομένων των τελευταίων 70 χρόνων. Με αφορμή λοιπόν τη διεξαγωγή του Επιστημονικού αυτού Συνέδριου θα παρουσιάζουμε από το αρχείο μας διάφορα άρθρα, δημοσιεύματα, αναλύσεις, φωτογραφίες, ντοκουμέντα για την προσφορά του Παναγή Λεκατσά στο χώρο της εθνολογίας και της θρησκειολογίας.
Τ.Κ

ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ, Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ
Β΄ ΜΕΡΟΣ
δ) Διόνυσος

Ο Διόνυσος ειναι το τέταρτο και τελευταίο μεγάλο συνθετικό έργο του Λεκατσά αυτής της περιόδου. Είπαμε πιο πάνω πως η συγγραφή της Ψυχής οδήγησε στην αυτοτελή και σε πλάτος διαπραγμάτευση της Διονυσιακής θρησκείας. Επειδή το έργο αυτό είναι η στερνή προσφορά του και το μοναδικό έργο Έλληνα συγγραφέα για την αρχαιοελληνική θρησκεία, κρίνω σκόπιμο να το παρουσιάσω αναλυτικώτερα από τ’ άλλα. Σημειώνω ακόμα πως το βιβλίο αυτό είναι απαραίτητο για την κατανόηση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ιδιαίτερα στο χώρο της θρησκείας, της τέχνης και της φιλοσοφίας.
Η όλη διαπραγμάτευση κινείται πάνω σε δυο άξονες κατά τρόπο αριστοτεχνικό. Ο ένας είναι ο άξονας της εθνολογίας και θρησκειολογίας που δείχνει την καταγωγή και τη διαμόρφωση των μορφών της διονυσιακής θρησκείας, κι ο άλλος είναι της ιστορίας, που δείχνει την εξέλιξη και τις τροπές που πάρε μέσα από την πορεία των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων του αρχαίου κόσμου. Οι συνθετικές ικανότητες του συγγραφέα, η κριτική σκέψη του κι ο αστείρευτος πλούτος των γνώσεών του επιστρατεύτηκαν για να δώσουν μ’ επιτυχία ένα πολύτιμο έργο στα χέρια του Έλληνα μελετητή κι αναγνώστη.
Εισάγει στο θέμα του κατατοπίζοντας τον αναγνώστη για τον τοτεμισμό, τη φυλετική μύηση και την ωμοφαγική μετάληψη, που αποτελούν απαραίτητον όρο για την κατανόηση της καταγωγής του διονυσιασμού. Οι ρίζες της διονυσιακής θρησκείας βυθίζονται βαθειά, στο έδαφος της ανθρώπινης προϊστορίας. Ο Διόνυσος είναι ο πιο μητριαρχικός θεός της ελλαδικής ιστορίας και πολλά στοιχεία της ιστορίας και της λατρείας του ανακρατούν ίχνη της μετάβασης απ’ την προελληνική μητριαρχία στην ελληνική πατριαρχία. Ο έντονος φαλλισμός του κατεβαίνει απ’ την αρχαιότερη λατρεία του φεγγαροθεού κι έχει κι αυτός γυναικογονιμικές λειτουργίες (πρβλ. και Έρως σ. 158 κ.εξ.).
Στηριγμένος στις νεώτερες ανακαλύψεις της επιστήμης κι ιδιαίτερα σε δυο πινακίδες της Πύλου που με την ανάγνωση της μυκηναϊκής γραφής μας δόσαν τη γενική Diwonusojo του ονόματος του Διονύσου, αναθεωρεί προηγούμενες απόψεις του σχετικά με τη θρακική προέλευση του Διονύσου που στηριζόνταν στη γενική ιδέα της ελληνικής αρχαιότητας πως η διονυσιακή θρησκεία έρχεται από τη Θράκη σε σχετικά νεώτερους χρόνους (Βλ. Καταγωγή των θεσμών σ. 286 – 287 και Έρως σ. 135), και δέχεται τ’ ανέβασμά του στη σφαίρα της αιγαιοελλαδικής θρησκείας. Σημειώνω πως τη Θρακική προέλευση του Διονύσου υποστήριξε μεταξύ άλλων και η Harrison, τόσο στα Prolegomena στο Themis (έκδ. 1963, σ. 339 σημ. Νο 2). Επισημαίνει ακόμη πως οι θεωρίες που υποστήριζαν τη θρακική του προέλευση είχαν μια σειρά από αδυναμίες που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν την ιδιότητά του σα θνήσκοντος θεού του βασιλικού θείου δράματος, πούναι καρπός της θεϊκής βασιλείας και την οποία δε μπορούμε ν’ αναζητήσουμε στη Θράκη. Έτσι όλ’ αυτά δείχνουν, όπως υποστηρίζει ο Λεκατσάς, για πατρίδα του Διονύσου «τη χώρα που πραγματικά δίνει θρησκείες στην Ελλάδα, την Κρήτη» (σ. 75). Ο Διόνυσος συνεχίζει τον αρχαιοκρητικό αυτό θεό και στις δυο λειτουργίες του, την οργιαστική και τη βλαστική, σαν ελλαδική επιβίωσή του.
Ο Λεκατσάς κάνοντας μια μεγάλην αναδρομή, μας δίνει όλη την πορεία διαμόρφωσης του Διονυσιακού Εποχικού Δράματος. Στην αρχή έχουμε τις μυητικές τελετές της φυλετικής κοινωνίας, περνούν στους θιάσους που υποκαθιστούν το γένος. Η Θιασική Μύηση διαμορφώνει τελικά το Εποχικό Δράμα. Στην αρχή έχουμε θιάσους γυναικών, που η μυητική τους πράξη συγκεντρωμένη στη λατρεία της μεγάλης Θεάς, κατασταλάζει σε εποχική μαγεία. Μια από τις ιερουργίες της είναι κι η ανάδειξη, με μυητικά αγωνίσματα, μιας κορυφαίας που αποτελεί ενσάρκωση της Μεγάλης Θεάς για την περίοδο του εποχικού χρόνου. Απέναντί τους στέκουν ανδρικοί θίασοι που μέσα από όμοιες δοκιμασίες, ουσιαστικά ίδιες ιερουργίες με την κρητική μύηση, αναδείχνουν έναν κορυφαίο, έναν «μέγιστο κούρο», τον πάρεδρο της Μεγάλης Θεάς κι ενσαρκωτή του πνεύματος της γονιμότητας και του χρόνου. Τα μυητικά ερωτικά όργια των γυναικείων κι ανδρικών θιάσων πάλι κατασταλάζουν στην ένωση της γυναίκας που ενσαρκώνει τη θεά με τον άνδρα που ενσαρκώνει το θεό σ’ έναν ιερό γάμο για να γονιμέψει τη φύση (βλ. σ. 90, 97, 132 κ.ά.). Πρόκειται για το ιερό ζευγάρι της χρονιάς, τη «Νύφη» και το «Γαμπρό», τη «Βασίλισσα» και τον «Βασιλιά». Οι ιερουργίες αυτές των ανδρικών θιάσων με τους γυναικείους (κι αργότερα μαιναδικούς) είναι ιερουργίες του εποχικού δράματος που βοηθάν τη μετάβαση απ’ το χειμώνα στην άνοιξη, από τον παληό χρόνο στη νέα χρονιά. Η μετάβαση αυτή όμως κι ο ιερός γάμος πραγματώνεται αρχικά με τη θανάτωση και των δυο πρωταγωνιστών του εποχικού δράματος, ή με το σκοτωμό μονάχα του άντρα σε μια μονομαχία με το βασιλιά του καινούργιου χρόνου. Η περιοδική μονομαχική αυτή ανανέωση της βασιλείας έχει σα σκοπό ν’ ανακρατήσει ακμαίο το πνεύμα της γονιμότητας από χρόνο σε χρόνο. Η θεϊκότητα όμως των βασιλικών πρωταγωνιστών μεταγυρίζει το εποχικό σε Θείο Δράμα. Θα πρέπει νάχουμε υπ’ όψιν πάντα πως για την πρωτόγονη μαγικοθρησκευτική νοοτροπία, η αναπαράσταση είναι και πραγμάτωση. Έτσι, η συμβολική ανανέωση, είναι αναπαράσταση της πραγματικής με σκοπό και πίστη πως τελικά θα την κάνει πραγματικότητα. Έτσι διαμορφώνεται το Θείο Δράμα και για ένα διάστημα παραμένει βασιλική ιερουργία. Ο βασιλικός θίασος ή το βασιλικό μητρικό γένος αποκτά σιγά σιγά ουσιαστική δύναμη που τελικά τραβάει στην πολιτική εξουσία. Έρχονται μετά οι περιπέτειες της βασιλείας και τελικά κατασταλάζει είτε σε θιασικά μυστήρια, είτε με το λύσιμο αυτών των δρωμένων, σε λαϊκά πανηγύρια.
Το Διονυσιακό Θείο Δράμα που διαδέχεται το κρητικό στους μυκηναϊκούς χρόνους είναι στην αρχή του βασιλικό. Με την επισημοποίηση της διονυσιακής θρησκείας λύνονται τα θιασικά δρώμενα, κι η πράξη των θιάσων μένει κατά μέρος μυστηριακή και κατά μέρος δημόσια λατρεία. «Η μια της γραμμή το λαϊκεύει σε θεατρικό δράμα, δίνοντας από τα στοιχεία του Εποχικού Δράματος την Κωμωδία κι από του Θείου την Τραγωδία» (σ.132).
Κάτω από το Εποχικό Δράμα όπως έδειξε ο Cornford, βρίσκεται το σχήμα πομπή – αγών – κώμος. Αυτό το σχήμα βρίσκεται και στα διονυσιακά πανηγύρια. Το ίδιο σχέδιο, έδειξε ο Thomson, πως υπάρχει και στην τραγωδία με την πάροδο που αντιστοιχεί με τον αγώνα, και την έξοδο πούναι αντίστοιχη με τον κώμο. Το ίδιο σχήμα υπάρχει και στην κωμωδία, ο δε αγών εκεί είναι ιδιαιτέρως πιο εμφανής.
Συγκεφαλαιώνοντας δίνω το σχήμα που εκτίθεται στο βιβλίο σχετικά με τα διάφορα εξελεκτικά στάδια. Απ’ τις τελικές της φυλετικής μύησης περνάμε στη θιασική μύηση που διαμορφώνει το Εποχικό Δράμα. Αυτό με τη σειρά του κατασταλάζει στην περιοδική Βασιλεία πουη ανανέωσή της το μετασχηματίζει σε Θείο Δράμα.
Το πως φτάσαμε στο Θεατρικό Δράμα είναι μια ιστορία που την εξηγεί μέσα απ’ τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της αρχαίας Ελλάδας. Οι προελληνικοί πληθυσμοί έχουν ένα Θνήσκοντα Θεό που μέσα στο χώνεμα των φυλών αυτών με τα ελληνικά, υιοθετήθηκε από τα τελευταία σα Διόνυσος. Η επικράτηση των πατριαρχικών πρωτοελληνικών φυλών τον παραμέρισε, μα η λατρεία του συνεχίστηκε, κυρίως χάρις στο βασιλικό χαρακτήρα του. Μέσα σ’ αυτό το πρίσμα των κοινωνικών συγκρούσεων εξηγεί ο συγγραφέας και το ξέσπασμα του μαιναδισμού των αρχαϊκών χρόνων σαν ένα κίνημα, σαν μια ανταρσία των γυναικών, που ενώ ο χαρακτήρας της είναι θρησκευτικός, η ουσία της είναι κοινωνική. Γίνηκε γιατί απ’ την υπεροχική θέση που βρίσκονταν η γυναίκα στα χρόνια της «μητριαρχίας», τώρα υποτάσσεται στους όρους της πατριαρχίας. Στη συνέχεια ήρθε η μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στη γαιοκτημονική αριστοκρατία και τον εμποροναυτικό πληθυσμό, που ο τελευταίος μ’ έναν καλοζυγισμένο πολιτικό υπολογισμό, προσεταιρίστηκε το δυσκίνητο και συντηρητικό αγροτικό στοιχείο, προσεταιριζόμενος και τον βλαστικό θεό του, το Διόνυσο. Έτσι ο αρχαίος βασιλικός θεός γίνεται προστάτης της λαοκρατικής ιδεολογίας. Εξάλλου στα μάτια των εμποροναυτών που γνώρισαν μια σειρά από Θνήσκοντες Θεούς στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, στη Συρία, τη Μικρασία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, η θρησκεία του Θνήσκοντος Θεού είχε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Ο Διόνυσος ήταν «ένας θεός που δεν ξεχώριζε αριστοκράτες και λαϊκούς, που δε φθονούσε τον υψωμό και δεν καταφρονούσε τον ξεπεσμό, μα μοίραζε εξίσου τη θεϊκότητα, ένας θεός της πολυπόθητης ισότητας κι έτσι καθόλου ξένος στην κοινωνική για την ισότητα πρωτοπορία» (σ. 137). Έτσι η αρχαία λαοκρατική τυραννία επέβαλε τη λατρεία του Διονύσου και τον έκανε πολιτικό θεό της, όπως ο Απόλλωνας ήταν ο θεός της αριστοκρατίας. Η ευκοσμία της πόλης κι ο Ελληνικός ορθολογισμός σφραγίζουν τη λατρεία και την ξεντύνουν απ’ την παλιά της αγριότητα και φρενίτιδα.
Το κύριο χαρακτηριστικό της θρησκευτικής πολιτικής των ελληνιστικών χρόνων είναι ο σύνδεσμος με το Διόνυσο. Το σπάσιμο της πόλης – κράτους κι η δημιουργία στους αλεξανδρινούς χρόνους αχανών επικρατειών και μεγάλων πολιτειακών ενοτήτων, με την παράλληλη απαθλίωση των μαζών στις ανεξελίξιμες δημοκρατίες που βαθαίνει στα αλληλοδιάδοχα ολιγαρχικά καθεστώτα, οδηγούσε σε μια τεράστια κρίση. Το παλιό οργανωτικό σύστημα της κοινωνίας που προέκυψε κι αντιστοιχούσε σε μια κλειστή κι ολιγάνθρωπη κοινωνία τρίζει και σπάζει. Εναγώνια αναζητείται νέο σχήμα, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Έτσι έχουμε ένα κύμα δημιουργίας νεοδιονυσιακών θιάσων που φέρνουν μιαν εξισορρόπηση στο άτομο που με το λύσιμο των αρχαίων γενών, των φυλών ή των φατριών, ή με το χάσιμο της λειτουργικής τους αξίας, έμεινε μοναχό του μέσα στις πολυάνθρωπες πόλεις του νέου κόσμου. Οι θίασοι αυτοί αναλαμβάνουν ν’ αντικαταστήσουν τις παλιές κοινωνικές ενότητες του γένους και της φυλής και να ξαναδώσουν στο άτομο τη χαμένη του αλληλεγγύη. Το πρόβλημα αυτό παρουσιάζεται εξίσου οξύ και για το μεγάλο πλήθος των ξένων που φεύγουν από τις χώρες τους κι έρχονται στις μεγαλουπόλεις σ’ αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης. Το ίδιο αντιμετωπίζουν κι οι δούλοι των πολιτειών που όσο νάναι ζούνε κάτω από συνθήκες πολύ καλύτερες από κείνες των δούλων των αγρών. Ένα από τα κύρια στοιχεία των θιάσων είναι το τάξιμο μιας νέας ζωής ή καλύτερα της ευδαιμονικής αθανασίας στα μέλη τους. Όλες οι μυστηριακές λατρείες και οι θρησκείες των Θνησκόντων θεών τάζουν στους πιστούς τους την αθανασία. Το τάξιμο της σωτηρίας του πιστού στέκει στον ταυτισμό του μύστη με το θεό του που κατά την περιπέτειά του τον ανασταίνει στη θεϊκή κι αυτόν σφαίρα. Έτσι ο μύστης έχει γίνει κι αυτός ένας Βάκχος (Βάκχος εκλήθην οσιωθείς). Ξέρουμε πως οι φροντίδες της ταφής κι η λατρεία του νεκρού πέφτει στο γένος. Οι μυητικές εταιρίες κι οι θίασοι που το υποκατέστησαν, αναλαμβάνουν συχνά κι αυτή τη φροντίδα.
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αρχίζει ακριβώς από αυτό το σημείο, απ’ το σημείο δηλ. που η μεγάλη ελπίδα των θιασικών λατρειών για μια καλύτερη μετά θάνατον τύχη έχει ολοκληρωθεί απ’ τον Ορφισμό στο τάξιμο της ευδαιμονικής αθανασίας. Την ίδια εποχή η οικουμένη, κάτω απ’ την κυριαρχία της Ρώμης, έχει ενωθή. Τότε εμφανίζεται ο χριστιανισμός, όχι σαν αίρεση του ιουδαϊσμού, μα σαν μια μυστηριακή θρησκεία που χώνεψε το σύστημα και τις επαγγελίες των σωτηριακών θρησκειών και ανταγωνίζεται κατά τρόπο εξοντωτικό, ζητώντας την επικράτηση και την κυριαρχία, τις άλλες σωτηριακές θρησκείες. Ο μεγάλος αντίπαλος είναι η Διονυσιακή θρησκεία, είναι ο Διόνυσος. Η σύγκρουση είναι σκληρή. Μα τα κοινά χαρακτηριστικά είναι πολλά. Ίσως έτσι να εξηγείται το φανατικό μίσος των Χριστιανών ενάντια στη διονυσιακή θρησκεία, εξαιτίας ενός υποσυνείδητου ή συνειδητού ταυτισμού. Οι πιστοί των αρχαίων θρησκειών αναγνωρίζουν στο Χριστό χαρακτηριστικά του Διονύσου και προσκυνούσε το Διόνυσο – Χριστό. Μα το μεγάλο δράμα, πέρα απ’ αυτούς και πέρα από τα φανατισμένα πλήθη των δυο συγκρουομένων «παρατάξεων», είναι οι διπλόπιστοι, αυτοί που και στους δυο πιστεύουν και δεν ξέρουν τι να διαλέξουν.
Το βιβλίο κλείνει με την «ήττα» της παλιάς θρησκείας.
Μέσα σ’ αυτό βρίσκει κανείς απειρία πληροφοριών για πάρα πολλά θέματα, όπως π.χ. για τη σύσταση των θιάσων, τους μυητικούς βαθμούς και τα αξιώματα (σ. 214, 216 κ.έξ.), καθώς και ερμηνείες μεγάλων θεμάτων, όπως τα Ανθεστήρια.
Ο Λεκατσάς στην «Καταγωγή των Θεσμών» (σ. 195) ερμηνεύει τ’ Ανθεστήρια σαν ανοιξιάτικη γονιμική λουλουδογιορτή πούναι μαζί και πανηγύρι των πεθαμένων. Εδώ συνδέει τ’ Ανθεστήρια με τις πρωτοχρονιάτικες γιόρτες, με τις μέρες δηλ. που πρωτοδοκιμάζονται οι καρποί και το πιοτό της περασμένης σοδειάς, τ’ ανασήκωμα δηλ. του ταμπού για την ελεύθερη πια χρήση τους. Η άνοδος των ψυχών πέφτει στις πρωτοχρονιές, επειδή τότε με το πέρασμα απ’ τον ένα χρόνο στον άλλο λύνεται η κοσμική τάξη (πρβλ. Ψυχή 418). Οι Χόες είναι κατά τον συγγραφέα ο πυρήνας του πανηγυριού που μας δίνει μιαν εικόνα εξέλιξης απ’ τη Φυλετική Μύηση των παιδιών στο Εποχικό Δράμα, κι απ’ αυτό στο Βασιλικό Θείο Δράμα. «Πανάρχαιη έτσι αφετηρία των Ανθεστηρίων είναι το πρωτοχρονιάτικο εποχικό δράμα ενός μαιναδικού θιάσου, που ξεμένει στις Γεραρές, με έναν ανδρικό θίασο που δεν μένει απ’ αυτόν παρά ο αλλοτινός κορυφαίος του «βασιλιάς» – ένα δράμα που από το ιερό Γάμο του καταβάλλεται η Αθηναϊκή Βασιλεία. Με τη σταθεροποίηση της Βασιλείας, οι ιερουργίες του Εποχικού τούτου Δράματος μεταγυρίζουν σε Βασιλικό Θείο Δράμα με κεντρικά στοιχεία το Θάνατο και την Ανάσταση του Θεού, και τον Ιερό Γάμο του που ξακολουθεί να τελείται από τους αλιούς, κι από βαθειάν αρχαιότητα βασιλικούς, τελεστές του» (σ. 127).
Η Harrison στα Prolegomena (5η έκδοση, 1966, σ. 55) θεωρεί τ’ Ανθεστήρια κατ’ αρχήν σαν μια ψυχογιορτή που κατοπινά έγινε Διονυσιακή κι οτι ποτέ δεν ήταν γιορτή των λουλουδιών. Στο βιβλίο της Themis (σ. 275) διορθώνει την άποψη οτι η γιορτή αυτή ανήκε σε διαφορετικό χαμηλότερο θρησκευτικό στρώμα, μα ξαναϋπογραμμίζει πως είναι γιορτή των ψυχών και του ανθίσματος των φυτών, «μια γιορτή του μεγάλου μετενσαρκωτικού κύκλου του ανθρώπου και της φύσης» (σ. 294). Ο Λεκατσάς στους Θεσμούς (σ. 195) αναφέρεται στην υπόθεση που διατυπώνει στα Προλεγόμενά της και την παραμερίζει με μεγάλη επιφύλαξη, ομολογώντας τη δύναμη των επιχειρημάτων της.
Στο σχέδιο προλόγου που κατά καλή τύχη βρέθηκε την τελευταία στιγμή στα κατάλοιπά του, υπογραμμίζει πως το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο για τον Έλληνα αναγνώστη και γι’ αυτό υπάρχει τόση συγκέντρωση ύλης καθώς κι εκτεταμένη ανάπτυξη των θεμάτων.

ε) Το Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών
Με το Διόνυσο τελειώνει η συνθετική συγγραφική δουλειά του Λεκατσά. Θα πρέπει ν’ αναφερθή με ξεχωριστή έμφαση η πολύτιμη συνεργασία του στο Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών, που όπως δείχνει το βιβλιογραφικό σημείωμα, αποτελεί μοναδικό απόκτημα των γραμμάτων μας στα θέματα της εθνολογίας και θρησκειολογίας. Ο Έλληνας μελετητής αυτών των θεμάτων βρίσκει έναν εξαίσιο οδηγό και βοηθό, όπου εκτός απ’ την αναλυτική διαπραγμάτευση κάθε λήμματος υπάρχει στο τέλος και η βασική διεθνής βιβλιογραφία. Σημειώνω πως για πρώτη φορά και μέχρι στιγμής μοναδική, ελληνική εγκυκλοπαίδεια αναπτύσσει θέματα εθνολογίας και θρησκειολογίας και μάλιστα με τέτοιο υπεύθυνο και ολοκληρωμένο τρόπο.

Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΛΕΚΑΤΣΑ
Είδαμε ποιο το έργο του Λεκατσά. Αναγκαίο να μιλήσουμε για τη μέθοδο που ακολούθησε. Ήταν ένθερμος οπαδός της συγκριτικής εθνολογίας που με κορυφαία έργα μεγάλων ερευνητών και στοχαστών οπως ο Morgan, ο Bachofen, ο Frazer, ο Brifault, ο Webster, η Harrison, ο Robertson Smith, ο Bather, ο Cornford, ο Murray, ο Cook, ο Ridgeway, ο Thomson, θεμελιώθηκε κι οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό η προϊστορία του Ανθρώπου, αναγκαία προϋπόθεση για τη μελέτη της ιστορίας. Η έρευνα της Προϊστορίας, θα γράψει στ’ αφιέρωμα στον Τόμσον, «με την αρχαιολογία στα δεξιά θα πάρει οδηγό της στ’ αριστερά την Εθνολογία, και με τη συγκριτική μελέτη πάνω στην ιδέα της εξέλιξης θα δόσει μια συνολική εικόνα της αρχαιότερης ιστορίας του ανθρώπου». Η μέθοδος αυτή έδωσε λαμπρούς καρπούς ερμηνεύοντας την καταγωγή και την εξέλιξη της κοινωνικής συγκρότησης και των θεσμών της οικογένειας, του γάμου, του δικαίου, της βασιλείας, κι αποκάλυψε τις ρίζες της μαγείας και της θρησκείας. Προώθησε την αυστηρή επιστημονική έρευνα σε χώρους που κυριαρχούνταν από μεταφυσικές, ιδεαλιστικές κι αυθαίρετες ερμηνείες και θεωρίες, για να δείξει πως το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας μπορεί και πρέπει να ερευνηθεί απ’ την επιστήμη. Στο σημείο αυτό είχε ν’ αντιπαλέψει με πάρα πολλές δυσκολίες, γιατί έμπαινε σε περιοχές που όχι μονάχα υπήρχε μια σχεδόν απροσπέλαστη προκατάληψη, αλλά και τεράστια εμπόδια σκοπιμότητας. Εντούτοις τ’ άνοιγμα της εθνολογίας και της θρησκειολογίας ατο χώρο αυτό ήταν θεαματικό και νικηφόρο, μελετώντας τους καθυστερημένους λαούς της εποχής μας και χρησιμοποιώντας για το παρελθόν, τόσο τις γραπτές κι ιστορικές μαρτυρίες, όσο και τα ευρήματα της αρχαιολογίας.
Φυσικό ήταν να υπάρξουν υπερβολές και ξεστρατίσματα και πολλές φορές οι κατά κάποιο τρόπο αυθαίρετες γενικεύσεις προκάλεσαν επικρίσεις κι έντονες πολεμικές ενάντια στην εθνολογική συγκριτική μέθοδο. Κι αυτό κυρίως γιατί η χρήση του υλικού πρέπει να γίνεται με πάρα πολλή προσοχή κι αυστηρό επιστημονικό έλεγχο, γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας σχημάτων. Και τότε μέσα από την απειρία των στοιχείων, μπορεί να επιλέγονται όσα ταιριάζουν με το σχήμα και να παρουσιάζονται σαν αποδεικτική θεμελίωσή του. Ένα από τα πιο επίμαχα θέματα ήταν και ο τοτεμισμός, που μέχρι στιγμής παραμένει ανοιχτό. Οι αδυναμίες μιας καινούργιας σύνθεσης και γενίκευσης στο θέμα αυτό, ωδήγησε τους επικριτές στην πλήρη άρνηση του φαινομένου. Χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά και σύνθεση της εθνολογίας και της θρησκειολογίας με την ιστορική επιστήμη καθώς και μ’ άλλες επιστήμες, όπως η φυσιολογία, η ψυχολογία, η γεωλογία. Η εθνολογική συγκριτική μέθοδος, στηριγμένη πάνω στην ιδέα της εξέλιξης, κι εξοπλισμένη μ’ αυτά τα όπλα, παρουσιάζεται ακόμα πιο ισχυρή. Η αγνόηση των εσωτερικών νόμων της κοινωνικής εξέλιξης, που σε τελευταία ανάλυση καθορίζουν την ιστορική πορεία, ήταν το αδύναμο στοιχείο πολλών απ’ τους πρώτους εθνολόγους. Ο Λεκατσάς που ήταν εξοπλισμένος μ’ αυτή τη γνώση και με μια σπάνια αρχαιογνωσία, συνδυασμένη με ακαταπόνητη εργατικότητα, δίψα για γνώση και τελειομανία μπορώ να πω όσον αφορά τη διερεύνηση και διαπραγμάτευση των θεμάτων του, μας άφησε ένα έργο – θεμέλιο για την ανάπτυξη και προώθηση της επιστήμης στο χώρο αυτό απ’ τους Έλληνες. Είναι ο πατριάρχης της εθνολογίας και θρησκειολογίας στον τόπο μας. Είναι ο γενάρχης που θα βάλει μαθητές να συνεχίσουν το έργο που άφησε. Είτε ακολουθήσουν τις απόψεις του είτε όχι, πάντα θάναι σημείο αναφοράς.
Παράλληλα σημειώνω πως ο Λεκατσάς ήταν υπέρμαχος της συνθετικής τάσης, και κατά τη γνώμη μου σωστά, στη διερεύνηση των προβλημάτων. Είναι γνωστό και ορθό, πως για μεθοδολογικούς λόγους που σκοπεύουν στη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, η επιστημονική έρευνα απομονώνει τα θέματα για να μπορέσει, και μόνον έτσι μπορεί, να τα μελετήσει σε βάθος κι ολοκληρωμένα. Όμως η μέθοδος αυτή κλείνει μέσα της έναν μεγάλο κίνδυνο που μπορεί να οδηγήσει σε μια σχηματοποίηση από μιαν άλλη πλευρά. Ο ερευνητής βλέποντας το δέντρο, κινδυνεύει πολλές φορές να χάσει το δάσος. Η απομόνωση πρέπει να γίνει για ένα διάστημα, αλλά παράλληλα χρειάζεται συνθετική μελέτη κι ένταξή του σ’ ευρύτερους χώρους. Ο Λεκατσάς, όντας ο ίδιος μυαλό συνθετικό, ήταν υπέρμαχος της θεωρίας της ενότητας των φαινομένων και της συνεξέλιξης των στοιχείων του πολιτισμού, γι’ αυτό και καταπιάστηκε με τα μεγάλα προβλήματα της προϊστορίας, όχι μεμονωμένα σαν χωριστά κι άσχετα μεταξύ τους θέματα, μα συνθετικά, ακόμα κι όταν δούλευε πάνω σε μονογραφίες. Η ειδίκευση είναι απαραίτητη, και μόνον έτσι μπορεί να προχρήσει η γνώση, μα ταυτόχρονα δεν πρέπει να χωρίζει το αντικείμενό της με στεγανά διαμερίσματα απ’ τ’ οργανικό σύνολο μέσα στο οποίο λειτουργεί, κι όπου υπάρχει ο λόγος κι οι μορφές ύπαρξής του.

ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ
Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση νομίζω πως δεν ολοκληρώνω την εικόνα αν δεν δώσω, έστω και τηλεγραφικά, την προσωπικότητά του από πλευρά ήθους.
Κατ’ αρχήν ξεχωρίζουμε ένα λαμπρό επιστημονικό ήθος. Δουλεύει τα θέματά του εξαντλητικά, σε πλάτος και σε βάθος, παρακολουθώντας άγρυπνα τη διεθνή βιβλιογραφία. Ταυτόχρονα στη διαπραγμάτευση των θεμάτων του είναι απ’ τη μία άκρως μεθοδικός, κι απ’ την άλλη αυστηρά ακριβής, λεπτολόγος στην τεκμηρίωση, αναφέροντας πάντα τις πηγές απ’ όπου αντλεί τις πληροφορίες του ή τα έργα που τον τροφοδοτούν με ιδέες. Υπάρχει μια επιστημονική εντιμότητα θαυμαστή, η οποία πέρα απ’ τις βιβλιογραφικές παραπομπές εκφράζεται και στους προλόγους του. Εκεί μ’ ευγνωμοσύνη και θαυμασμό αναφέρεται στις αυθεντίες που ακολουθεί (πρβλ. τον πρόλογο των Θεσμών, της Ψυχής και του Διονύσου). Το σχεδίασμα προλόγου στο Διόνυσο είναι ένα λαμπρό εύρημα απ’ αυτήν την άποψη και υπόδειγμα επιστημονικού ήθους και ηθικής. Εκεί (όπως και στο αφιέρωμα στον Thomson, βλ. Επιθεώρηση Τέχνης Νο 80 – 81, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1961, σ. 148 κ.έξ.) δίνει τα ονόματα αυτών που θεωρούσε δασκάλους κι οδηγούς του, αξιολογώντας τον καθένα σύμφωνα με την προσφορά και τις ανακαλύψεις που προσκόμισε στην επιστήμη. Κι αυτό θυμάμαι ήταν και συχνό θέμα στις συζητήσεις του. Το αίσθημα ευθύνης απέναντι στην αλήθεια και τον αναγνώστη ήταν πολύ έντονα αναπτυγμένο μέσα του και δείγμα της κατά τη γνώμη μου είναι η κριτική που άσκησε στον Κορδάτο για το βιβλίο του «Αρχαία Κωμωδία και Τραγωδία». Παρ’ όλο το σεβασμό που του είχε και τη φιλία που τους συνέδεε, δε δίστασε να θυσιάσει την προσωπική σχέση τους εν ονόματι της επιστημονικής αλήθειας και της ευθύνης του επιστήμονα απέναντι στο κοινό και στους νέους. Η κριτική, ή σωστότερα η πολεμική που άσκησε, ήταν στ’ αλήθεια οξεία μα δίκαιη και, προπαντός αυτό, σωστή. Ξέρω πως αυτό του στοίχισε πολλά, όμως ορθά προχώρησε το δρόμο του, αψηφώντας και συκοφαντικές επιθέσεις και τον πόλεμο της συνωμοσίας σιωπής. Ίσως σ’ αυτό το ζήτημα νάναι η πρώτη αναγνώριση που γίνεται δημόσια οτι είχε δίκηο. Ξέρω πως σε τελευταία ανάλυση δεν την χρειαζόταν, ιδιαίτερα ύστερα από τόσον καιρό. Όμως αυτό είναι χρέος τιμής δικό μας, όπως χρέος του επιστήμονα είναι να ψάχνει την αλήθεια και να μην την αποκρύπτει.
Όσοι τον γνώρισαν από κοντά θα ξέρουν πόσο σεμνός και πόσο αφανής ήταν. Απέφυγε σ’ όλη του τη ζωή κάθε προβολή. Ποτέ του δεν επεδίωξε να προβληθή ή να τον προβάλουν. Το μόνο που τούμεινε ήταν η πικρία αυτής της παραγνώρισης που τελικά δεν είναι τίποτ’ άλλο από αγνωμοσύνη, αυτής της μάστιγας της πνευματικής μας ζωής, όπου το κατεστημένο των μετριοτήτων αναρριχημένο σε θώκους, προσπαθεί με χίλια δυο μέσα να περιχαρακώνει μ’ ασφάλεια τον εαυτό του στον κήπο των τίτλων και της προβολής. Είχε όμως μια παρηγοριά και μιαν ελπίδα. Τους νέους κι ιδιαίτερα τους φοιτητές που τόσο τους αγαπούσε και τόσο πίστευε σ’ αυτούς.
Θα κλείσω αυτό το σημείωμα μ’ ένα προσωπικό περιστατικό. Τούχα ζητήσει μια συνεργασία για το τεύχος 49 (Ιανουάριος 1966) της Πανσπουδαστικής. Πρόθυμα μου την έδωσε, φρόντισε όπως πάντα για την εικονογράφηση, ακόμα και για τις διορθώσεις των δοκιμίων. Φυσικά η συνεργασία ήταν χωρίς αμοιβή. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Όταν κυκλοφόρησε το τεύχος τον ρώτησα πόσα φύλλα θα ήθελε να του πάω για να δώσει και σε πνευματικούς φίλους του. Μου ζήτησε δέκα. Όταν τα πήγα ζήτησε να τα πληρώσει και στην επίμονη άρνησή μου, τελικά υποχώρησε και πήρε μόνο τα πέντε. Τ’ άλλα πέντε τα πλήρωσε. «Αλλοίμονο αν παίρνουμε λεφτά από ένα φοιτητικό περιοδικό. Πιστεύω στους φοιτητές, πιστεύω στους νέους. Μόνο από κει υπάρχει ελπίδα να βγει κάτι καλό». Άμποτες η πίστη αυτή νάβγει αληθινή. Αυτή θάναι η καλύτερη δικαίωση κι έμπρακτη αναγνώριση του έργου του Λεκατσά.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΝΤΑΚΗΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 71 – (Σεπτέμβρης 70 – Αύγουστος 71) ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ, Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.