ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ, Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ

Ο Δήμος Ιθάκης, τιμώντας τη μνήμη του Παναγή Λεκατσά, διοργανώνει Επιστημονικό Συνέδριο στην Ιθάκη (1-2 Ιουλίου 2017) με τη συμμετοχή ειδικών επιστημόνων που θα αναπτύξουν την προσφορά και την απήχηση του έργου του στο πλαίσιο των πολιτισμικών και ιστοριογραφικών δεδομένων των τελευταίων 70 χρόνων. Με αφορμή λοιπόν τη διεξαγωγή του Επιστημονικού αυτού Συνέδριου θα παρουσιάζουμε από το αρχείο μας διάφορα άρθρα, δημοσιεύματα, αναλύσεις, φωτογραφίες, ντοκουμέντα για την προσφορά του Παναγή Λεκατσά στο χώρο της εθνολογίας και της θρησκειολογίας.
Τ.Κ

ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ, Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ
Α΄ ΜΕΡΟΣ

Ούνομα με ήρωος αεί νέον. Ου γαρ αοιδάς
αμβλύνειν αιών, κήν εθέλη, δύναται.
Παλατινή Ανθολογία
V.II 225 (Αγνώστου)

Μια κριτική αξιολόγηση του έργου και της συνεισφοράς του Παναγή Λεκατσά είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει. Κι αυτό όχι μονάχα γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχει ο ισάξιός του να τον κρίνει, μα γιατί (και κυρίως αυτό) στο χώρο της εθνολογίας και της θρησκειολογίας ήταν, και δυστυχώς είναι και τώρα, ο μόνος στον τόπο μας.
Ακριβώς αυτός ο λόγος με υποχρεώνει, προτού μιλήσω για το έργο του Λεκατσά, να εκφράσω μερικές σκέψεις για τους στόχους και τη μεθοδολογία της κριτικής και για το έργο του κριτικού.

Στόχος και μεθοδολογία της κριτικής.
Ο στόχος της κριτικής ενός επιστημονικού έργου προσδιορίζεται από τους στόχους της επιστήμης. Σκοπός της επιστήμης είναι η ανεύρεση της αλήθειας, κι όταν λέω αλήθειας την εννοώ με την πιο πλατειά σημασία του όρου. Ανεύρεση δηλαδή και πιστή περιγραφή της φύσης του ερευνώμενου θέματος κι ερμηνεία του τρόπου «ζωής» του. Για να γίνει αυτό είναι απαραίτητο να συστηματοποιηθεί ο τρόπος έρευνας και να κωδικοποιούνται οι αποκτημένες και αποκτωμένες γνώσεις.

Όροι και έργο της κριτικής
Επιπλέον ο στόχος αυτός επιβάλλει έναν κώδικα επιστημονικής ηθικής, θα έλεγα, που συνίσταται στην απαλλαγή της έρευνας από κάθε προκατάληψη κι οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Αυτό σημαίνει πως κι η κριτική πρέπει να εξετάζει κατά πόσο το κρινόμενο έργο προσέγγισε κι αποκάλυψε την αλήθεια. Η θωράκισή της, με τον κώδικα επιστημονικής ηθικής που προαναφέραμε είναι όρος sine qua non και γι’ αυτήν.
Αλλά για να κρίνεις κάτι θα πρέπει να μπορείς να κρίνεις, και για να μπορείς να κρίνεις πρέπει να ξέρεις καλά το θέμα σου. Πρώτος απαραίτητος όρος η σε πλάτος και βάθος γνώση του θέματος, και δεύτερος η πλήρης γνώση του έργου του συγγραφέα που κρίνεις. Όσον αφορά τη μεθοδολογία της κριτικής νομίζω οτι θα πρέπει να εξετάζει τι καινούργιες «πληροφορίες» προσκομίζει στο χώρο του υπό κρίσιν έργο, την αποτελεσματικότητα της μεθόδου του και τέλος κατά πόσο προσφέρει καινούργιες ερμηνείες, ή ανοίγει δρόμους, ή προσφέρει υλικό για τ’ άνοιγμα δρόμων προς νέες ερμηνείες. Ενώ αυτό μπορεί ν’ αποτελέσει ένα χοντρικό διάγραμμα του έργου της κριτικής, ειδικά για την Ελλάδα νομίζω οτι υπάρχει κι ένα πρόσθετο στοιχείο. Κι αυτό θα πρέπει να το ιδούμε από δυο πλευρές: Από τη μια υπάρχει τρομακτική έλλειψη μεταφρασμένων έργων, ακόμα και των πιο βασικών στους περισσότερους αν όχι σ’ όλους τους κλάδους της επιστήμης, πράγμα που καθιστά αναγκαία σ’ έναν συγγραφέα την εκλαΐκευση ώστε να μπορέσει το έργο να γίνει νοητό. Από την άλλη, η ελληνική γλώσσα, μιας και δεν μιλιέται απ’ τους άλλους λαούς, καταδικάζει σ’ αφάνεια έργα πρωτότυπα και ικανούς συγγραφείς. Σ’ αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε τη φτώχεια των δημόσιων βιβλιοθηκών μας και το κακό σύστημα λειτουργίας τους, καθώς και τις μεγάλες και κάποτε ανυπέρβλητες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος του πνεύματος.
Η προκαταρκτική αυτή τοποθέτηση ήταν μια ανάγκη για μένα, ένα είδος εξομολόγησης, μιας και καταπιάνομαι με μια πρώτη παρουσίαση του έργου του Λεκατσά. Από την άλλη νομίζω πως χρειαζόταν, γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα το έργο της κριτικής (διάβαζε επικριτικής) διανθισμένης με βερμπαλιστικά πυροτεχνήματα είναι κάτι το πολύ συνηθισμένο, που κατά κανόνα τείνει στην αυτοπροβολή του γράφοντος κι όχι στο φώτισμα του έργου που κρίνεται.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΛΕΚΑΤΣΑ
Την πνευματική και συγγραφική πορεία του Λεκατσά μπορούμε, κατά τη γνώμη μου, να τη χωρίσουμε σε τρεις φάσεις που διακρίνονται αρκετά καθαρά και που παράλληλα δεν ειν’ αποκομμένες μεταξύ τους, αλλά συνδέονται εσωτερικά πάρα πολύ στενά. Το βιβλιογραφικό σημείωμα που παραθέτω χωριστά, παρ’ όλο που δεν είναι ολοκληρωμένο, αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια καταγραφής της δουλειάς του. Μια προσεκτική του μελέτη βοηθάει θαρρώ στην κριτική προσέγγιση της πνευματικής του πορείας.

Πρώτη περίοδος, η προκατοχική
Η πρώτη περίοδος, η προκατοχική, σημαδεύεται απ’ τις πνευματικές ανησυχίες του, την έντονη ποιητική ιδιοσυγκρασία του, και το οριστικό στάθευμά του, από πλευράς επιστημονικών ενδιαφερόντων, στο χώρο της αρχαιογνωσίας με την ευρύτερη έννοια. Στο χώρο δηλαδή της προϊστορίας και της ιστορίας του ανθρώπου, στο χώρο της θρησκειολογίας και της εθνολογίας. Τον προσανατολισμό του αυτόν τον σημάδεψε όχι μόνον η μεγάλη του καλλιέργεια, αλλά και ο βαθύτατος ανθρωπισμός του. Η μεγάλη αγάπη του, πιο σωστά το ασίγαστο πάθος του, για τον άνθρωπο, την ομορφιά και την αλήθεια.
Μπαίνει ρωμαλέα στο στίβο των ελληνικών γραμμάτων το 1938, σε ηλικία 27 χρονών, με την έμμετρη μετάφραση του Πινδάρου, συνοδευμένη και με πλούσιο ερμηνευτικό σχολιασμό που δείχνει την απέραντη αρχαιογνωσία του, την επιστημονική ευσυνειδησία του για όσο το δυνατόν πλήρη ενημέρωση πάνω στα επιτεύγματα της διεθνούς επιστήμης, και παράλληλα την εξαντλητική, τη σχεδόν υπερφυσική, εργατικότητά του. Τον Πίνδαρο που χαιρετίστηκε κι εγκωμιάστηκε πολύ, τον ξαναδούλεψε και τον έβγαλε πάλι το 1960.
Σημειώνουμε πως το ξεκίνημά του συμπέφτει μ’ ένα κίνημα διαφωτισμού που αρχίζει με την πρώτη σοβαρή προσπάθεια ολοκληρωμένης παρουσίασης των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στον τόπο μας, σε όσο το δυνατόν υπεύθυνες μεταφράσεις, από τον εκδοτικό οίκο του Ζαχαρόπουλου. Συνεργάζεται στενά και βγάζει σε θαυμάσιες μεταφράσεις, συνοδευμένες με εισαγωγικό κατατοπιστικό σημείωμα και σχόλια, τον Αλκαίο, τον Ησίοδο, το ρήτορα Λυκούργο, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, του Δημητρίου το «Περί Ύφους» και το «Περί Ύψους» του Λογγίνου. Θα πρέπει σ’ αυτά να προσθέσουμε τη μετάφρασή του της Σαπφώς καθώς και μεταφράσεις Αλεξανδρινών επιγραμμάτων που δημοσιεύτηκαν σκόρπια σε περιοδικά, ιδιαίτερα στον τόμο του 1940 της Νέας Εστίας. Ωρισμένα απ’ αυτά δημοσιεύτηκαν αργότερα και στην Καινούργια Εποχή. Κατά τη γνώμη μου οι μεταφράσεις αυτές απ’ την Παλατινή Ανθολογία αποτελούν μια θαυμάσια ποιητική εργασία, την πιο άρτια κι επιτυχημένη του Λεκατσά.

Δεύτερη περίοδος, η κατοχική και μετακατοχική
Η δεύτερη περίοδος είναι η κατοχική και μετακατοχική ως το 1949. Στα χρόνια της κατοχής δεν έβγαλε κανένα βιβλίο, κι απ’ το 1945 ως το ’49 βγάζει πέντε (το ένα ανάτυπο) που είναι εργασίες ιστορικές που μελετούν την ιστορία των αρχαίων χρόνων κατά κύριο λόγο το πρόβλημα της δουλείας και τα κινήματα των δούλων στην ελληνορωμαϊκή εποχή. Δυο βιβλία καταπιάνονται μ’ αυτό το θέμα. Ο «Σπάρτακος» και η «Πολιτεία του Ήλιου». Την ίδια περίοδο (το 1948) εξήγγειλε και τους πόλεμους των δούλων στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, δημοσιεύοντας μάλιστα και τα περιεχόμενα. Το βιβλίο αυτό δεν κατάφερε να εκδοθεί τότε, και τελικά είδε το φως το 1957. Εν τούτοις εντάσσεται σ’ αυτή τη δεύτερη περίοδο, γιατί τότε γράφτηκε όπως το σημείωμα εξάλλου ο συγγραφέας στη σ. 14, κι οι άλλοι τίτλοι δεν ήταν παρά επιμέρους κεφάλαια αυτής της μεγαλειώδους συνθετικής δουλειάς (κι αυτό αναφέρεται ρητά στον «Σπάρτακο» σ. 72) που μέχρι στιγμής δε γνωρίζω το όμοιό της στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Για τη δουλεία υπάρχουν πάρα πολλές εργασίες ξένων επιστημόνων. Από τις πρόσφατες ξεχωρίζω τον τόμο του M. Finley «Slavery» in classical Antiquity, μια θαυμάσια συλλογική εργασία για την δουλεία. Εν τούτοις το πρόβλημα αυτό καθεαυτό της δουλείας μελετιέται από το Λεκατσά, όχι μόνο κατά τρόπο πρωτότυπο, αλλά και πρωτοποριακό. Και μόνο τον πρόλογό του να διαβάσει κανείς, όπου κατά τρόπο πυκνό και σύντομο αναλύει ιστορικά και τοποθετεί κοινωνιολογικά το πρόβλημα της δουλείας, θα βρει τολμηρές και καινούργιες ιδέες που κάνουν μια νέα τομή στην ιστορική έρευνα της δουλείας κι ανοίγουν δρόμους για να μελετηθεί η ιστορία από μια άλλη οπτική γωνία. Εφαρμόζοντας δημιουργικά τη μέθοδο του επιστημονικού ιστορισμού, καινοτομεί από την άποψη οτι δεν δένεται σε παληές ερμηνείες και τοποθετήσεις οι οποίες βαλσαμώθηκαν σε πολλά μεγαλόσχημα ιστορικά εγχειρίδια κι ως τώρα παραμένουν πετρωμένα κι αναλλοίωτα σαν τη γυναίκα του Λωτ να κοιτάζουν προς τα πίσω. Στο βιβλίο αυτό δείχνει πως οι δούλοι στον ελληνικό και το ρωμαϊκό κόσμο δεν αποτελούν μια τάξη προοδευτική που θα μπορούσαν ν’ αναλάβουν την προώθηση του πολιτισμού, που τους επιβαλλόταν, καθώς οι ίδιοι ήταν αποκλεισμένοι πολιτικά και κοινωνικά. Η αναγκαιότητα της δουλείας καθοριζόταν από την έλλειψη της τεχνικής και ταυτόχρονα η ίδια η δουλεία προκαλούσε έλλειψη τεχνικής. Η επαναστατική τάση των δούλων δεν είναι τάση προοδευτικής κοινωνικής αναστοιχείωσης μα αλλαγής μονάχα των ρόλων. Το τελικό πόρισμά του όσον αφορά την εκτίμηση του ελληνορωμαϊκού κόσμου είναι οτι, παρ’ όλη την απανθρωπιά του θεσμού, για τους τότε αιώνες ο ελληνορωμαϊκός κόσμος είναι τ’ αψηλότερο σκαλί του πολιτισμού. Κι αν επικρατούσαν οι εξεγέρσεις των δούλων δε θάχαμε κατάργηση της δουλείας και κατ’ ανάγκην προοδευτική αναστοιχείωση του αρχαίου κόσμου. «Ο μελετητής της Ιστορίας, γράφει τολμηρά ο Λεκατσάς, δεν το βρίσκει συμφορά που ο κόσμος αυτός (δηλ. ο ελληνορωμαϊκός) δεν έπεσε στα χέρια των αρίζωτων μα καθυστερημένων σκλαβοπληθυσμών που του χτίστηκαν στα θεμέλια. Η ίδια η κατάργηση της Σκλαβιάς, που, σα σκοπός, θα τους έδινε το ιστορικό δικαίωμα να το αξιώσουνε, είταν μακρυά από τη δύναμή τους». Παρόλο όμως που τα κιινήματα αυτά απ’ την ιστορική τους πλευρά ήταν καταδικασμένα, «έχουν», υπογραμμίζει ο Λεκατσάς, την ηθική τους δικαίωση – αυτή που παρακινά τον αναγνώστη να ρίξει στην ιστορία τους ένα βλέμμα». Κι απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά της ηθικής τους δικαίωσης, της δικαίωσης τελικά του ανθρώπου, περιγράφει αυτήν την εποχή.
Το βιβλίο του περί «Δήμου καταλύσεως και τυραννίδος» είναι μια πρωτότυπη ανθολογία κειμένων αρχαίων συγγραφέων και νόμων για τη σημασία της δημοκρατίας και την προάσπισή της, και την καταδίκη της τυραννίας, ένα δείγμα γι’ άλλη μια φορά του πόσο κάτεχε το θέμα του.

Η τρίτη περίοδος
Και φτάνουμε στην τρίτη περίοδο, την τελική, απ’ το 1949 ως το θάνατό του. Εδώ ασχολείται πια κατ’ αποκλειστικότητα με προβλήματα και θέματα της θρησκειολογίας και της εθνολογίας. Το προοίμιό της μπορούμε να πούμε πως είναι οι σημειώσεις στον Πίνδαρο και κυρίως το πρώτο τεύχος της «Πάλης των τάξεων στην αρχαία Ελλάδα». Αυτό, απ’ όσο ξέρω, είναι και το πρώτο βιβλίο Έλληνα συγγραφέα για τα θέματα της κοινωνικής προϊστορίας του ανθρώπου, τη διαμόρφωση του γένους και της φυλής απ’ την πρωτόγονη ορδή, το πέρασμα απ’ τη μητριαρχία (το μητρικό γένος) στην πατριαρχία.

α) Η καταγωγή των θεσμών
Το 1949 εγκαινιάζει κατά κάποιο τρόπο αυτή τη στροφή στους προσανατολισμούς του με το βιβλίο «η Προελληνική Μητριαρχία και η Ορέστεια». Μα το 1951 είναι ο σταθμός. Τότε εκδίδει το πρώτο μεγάλο του έργο με τίτλο «Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών» (κεφάλαια της κοινωνικής ιστορίας των Ελλήνων και των άλλων λαών). Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μεγάλα θέματα – ενότητες: α) στον Τοτεμισμό β) τη «Δύναμη», το ταμπού και τη Μαγεία γ) τη Μητριαρχία και δ) τη Γονιμική Μαγεία. Παρ’ όλο που πολλά σημεία του ξεπεράστηκαν, όπως κι ο ίδιος ο συγγραφέας τόλεγε συχνά και το σημειώνει και στον πρόλογο, εν τούτοις το βιβλίο αυτό έχει μιαν αξία διπλή. Απ’ τη μια είναι το πρώτο εκτεταμένο, συνθετικό και τεκμηριωμένο έργο στην ελληνική γραμματεία που μας γνωρίζει με τα μεγάλα θέματα της εθνολογίας και με τους μεγάλους σκαπανείς της επιστήμης στο χώρο αυτό, κι από την άλλη αποτέλεσε ουσιαστικά πρόγραμμα δουλειάς κι επεξεργασίας του υλικού που από δω και πέρα θα δούλευε ασταμάτητα. Μέσα σ’ αυτό υπάρχουν πολλές εύστοχες παρατηρήσεις και πάρα πολλές ερμηνείες ελληνικών εθίμων και δοξασιών που προβάλλονται για πρώτη φορά. Συνολικά όμως παραμένει κατά κύριο λόγο έργο διαφωτισμού. Σημειώνω ακόμα πως ο συγγραφέας σκεφτόταν να τα ξαναπλάσει, διορθώνοντας ό,τι ήταν ξεπερασμένο, ή ό,τι ο ίδιος άλλαξε γνώμη, κι έτσι αναθεωρημένο να το ξαναεκδόσει.

β) Η ψυχή
Από το σημείο αυτό, με την έκδοση των «Θεσμών» δηλαδή, ο Λεκατσάς ήταν έτοιμος πια για ν’ ανοιχτεί στο πέλαγος της ερμηνευτικής δουλειάς, για να βρει καινούργιες γαίς για την επιστήμη. Η πρωτότυπη δουλειά έρχεται αμέσως μετά, με το μνημειακό έργο του «η Ψυχή» που το εκδίδει το 1957. Σ’ αυτό εξετάζει την ιδέα της ψυχής και της αθανασίας της καθώς και τα έθιμα του θανάτου. Το πρόβλημα που τον απασχόλησε ήταν το άλυτο ζήτημα από ποιούς και πως διαμορφώθηκε η ιδέα της πνευματικής ψυχής που την επέβαλαν η ελληνική φιλοσοφία κι οι σωτηριακές θρησκείες. Για να μπορέσει να εκθέσει τις ιδέες του σ’ αυτό το ζήτημα χρειάστηκε, για λόγους μεθοδολογικούς, να πραγματοποιήσει δύο μεγάλες αναδρομές. Η πρώτη ήταν για να φωτίσει την καταγωγή της ιδέας της ψυχής. Ανέτρεξε γι’ αυτό το σκοπό στις πρωτόγονες, τις αρχαίες και τις λαϊκές δοξασίες, χρησιμοποιώντας ένα απέραντο εθνολογικό υλικό καθώς και το σύνολο των έργων της ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Η θαυμασια διαπραγμάτευση του θέματος των δύο ψυχών, της ψυχής του ζωντανού (της ζωτικής ψυχής) και της ψυχής του πεθαμένου, κατέλαβαν τελικά όλη την εισαγωγή και τα πρώτα τέσσερα μέρη από τα πέντε του βιβλίου. Ένας άθλος πραγματικός που αποτελεί απόκτημα για τη διεθνή βιβλιογραφία απ’ την πλευρά της συγκέντρωσης και συστηματικής κατάταξης ενός υλικού που ήταν και είναι τόσο διάσπαρτο σ’ εκατοντάδες μελέτες και πραγματείες, καθώς και σ’ αρχαία κείμενα. Ο άθλος αυτός αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία, αν ληφθεί υπ’ όψιν η μεγάλη φτώχεια των εδώ βιβλιοθηκών καθώς και οι τρομερές οικονομικές δυσκολίες που είχε ν’ αντιμετωπίσει ο συγγραφέας. Τελικά τις ξεπέρασε όλες με καταπληκτική επιτυχία, χάρη στην αδάμαστη θέλησή του, την μεγάλη επιστημονική του ευσυνειδησία και την σπάνια εργατικότητά του που θα τολμούσε κανείς να πει πως ξεπερνούσε τ’ ανθρώπινα όρια. Η δεύτερη αναδρομή ήταν στη Διονυσιακή θρησκεία, που πήρε τέτοια έκταση, ώστε τελικά ν’ αποσχιστεί από δω και να βγει σε ειδικό πια βιβλίο, γεγονός που το εξήγγειλε στον πρόλογο της Ψυχής. Τελικά η έκδοση του «Διονύσου» πραγματοποιήθηκε στον πρώτο χρόνο μετά τον πρόωρο θάνατό του.
Η εύστοχη λύση, που με πολλή σεμνότητα προτείνει στο τελευταίο μέρος, είναι πως την πνευματική ψυχή διαμορφώνουν οι Ορφικοί και όχι οι Πυθαγόρειοι (σ.427), που ο μυθικός τύπος της κοσμοερμηνείας τους προηγείται από τον λογικό τύπο των τελευταίων. Τα στοιχεία που συγκροτούν την ιδέα της πνευματικής ψυχής είναι διονυσιακά, που οι αιρετικοί της διονυσιακής θρησκείας, οι ορφικοί, τα επεξεργάστηκαν κατάλληλα (σ. 435 κ.έ.) πάνω στο γενικότερο υπέδαφος της θιασικής ιδέας για μιαν ευδαιμονικήν επιβίωση των Μυστών (σ. 451, 453 κ.έ.). Η ιδέα αυτή ήταν σταθερό στοιχείο όλων των αρχαίων μυστηριακών θρησκειών και διαμορφώθηκε από τρία στοιχεία: από το θίασο που είναι το υποκατάστατο του γένους απ’ την ιδέα της νέας ζωής που κερδίζει ο μύστης με τη μύηση κι από την ειδική σχέση που αποκαθιστά ο μύστης με το θεό του θιάσου. Αυτό ακριβώς το τελευταίο στοιχείο παίζει τον κύριο ρόλο στην ταύτιση του Μύστη με το Θνήσκοντα Θεό. Δεν είναι τυχαίο τ’ οτι «όλες οι μυστηριακές θρησκείες που επαγγέλονται τη σωτηριακή αθανασία είναι θρησκείες του Θνήσκοντος Θεού, ή, αλλοιώς, όλες οι θρησκείες των Θνησκόντων Θεών επαγγέλονται τη σωτηριακή αθανασία». Η λύση αυτή που προτείνει ο Λεκατσάς, η τόσο πρωτότυπη, εύστοχη και τεκμηριωμένη, βοηθά επιπλέον να χναρολογηθεί, όπως ο ίδιος τονίζει, και μια βαθύτερη σχέση του Θείου Δράματος με τις τελετές της Βασιλικής Στέψης (σ. 462 – 472).
Αν επέμεινα τόσο στη διαγραφή των στόχων και του σκελετού της Ψυχής είναι γιατί α) το έργο αυτό είναι το κορύφωμα της πνευματικής κι επιστημονικής προσφοράς του Λεκατσά (κι ο ίδιος πάντα στις συζητήσεις του μου τόνιζε πως την Ψυχή θεωρούσε σαν έργο της ζωής του) και β) σ’ αυτό κατά ένα τρόπο εμφανή έχουμε τη συμπύκνωση της προσωπικότητας του Λεκατσά. Εδώ βλέπουμε την απέραντη αρχαιογνωσία και τη σπάνια μόρφωσή του σε μιαν ευτυχισμένη στιγμή πετυχημένης σύζευξης με τον αριστοτεχνικό κι άνετο χειρισμό ενός τόσο χαοτικού υλικού που συγκροτείται από απειράριθμα στοιχεία. Η επιστημονική ευσυνειδησία κυριαρχεί απ’ την αρχή ως το τέλος, μα πλάι της πάντα συμβαδίζει η φιλοκαλία, όχι μονάχα στο λόγο αλλά και στις εκδοτικές λεπτομέρειες. Παράλληλα ένα σπάνιο ήθος και η σεμνότητά του σφραγίζουν το μέγα αυτό έργο που λαμπρύνει τα ελληνικά γράμματα και την επιστήμη. Αν κάποτε μεταφραστεί, κατ’ αρχήν έστω και το τελευταίο μέρος, νομίζω πως θ’ αποτελέσει απόκτημα για τη διεθνή βιβλιογραφία και την επιστήμη.

β) Έρως
Ακολουθεί η τρίτη μεγάλη συνθετική εργασία το 1963, που ερμηνεύει μια μορφή της προϊστορικής και ορφικοδιονυσιακής θρησκείας, τον Έρωτα. Ο Έρως είναι ένας κοσμικός θεός μιας αρχαιότερης θρησκείας που έχει έντονα τα χαρακτηριστικά του θεού της βλαστικής ζωής. Το κοσμογονικό αυγό, όπως είναι γνωστό, είναι το φεγγάρι κι ο Έρως που βγαίνει απ’ αυτό δεν είν’ άλλος απ’ το Θεό του Φεγγαριού, που χάνεται σα φεγγαροθεός κι απομένει σαν Έρως. Αυτή είναι η βασική θέση του βιβλίου. Την απόδειξη, τεκμηριωμένη γερά, τη βγάζει ο συγγραφέας από τ’ ότι τα χαρακτηριστικά κι οι λειτουργίες του Έρωτα, εξηγούνται σαν φεγγαρικά χαρακτηριστικά και φεγγαρικές λειτουργίες. Διαπραγματεύεται στη συνέχεια την τριαδική υπόσταση του φεγγαριού τονίζοντας πως οι τριαδικές θεότητες είναι αποκλειστικά φεγγαρίσιες. Τον ανδρόγυνο χαρακτήρα του τον ερμηνεύει απ’ την τροπή της λατρείας από γυναικεία πού ήταν στην αρχή σ’ ανδρική. Τέλος στέκει στο σύνδεσμο πούχει το φεγγάρι με το χρόνο. Από δω βγαίνει η δεύτερη βασική θέση που ξεκινάει από την παρατήρηση οτι οι ηλικίες του φεγγαριού θυμίζουν θεούς που είναι οι περισσότεροί τους θνήσκοντες θεοί με κύριο χαρακτηριστικό το βίαιο θάνατό τους στην εφηβική ηλικία. Θέτει με πολλή προσοχή κι επιφύλαξη την υπόνοια μήπως το έμβρυό τους είναι φεγγαρικό που ο αλλοτινά μηνιάτικος κύκλος της γέννησης και του θανάτου τους απλώνεται κατοπινά στον κύκλο του εποχικού κι ύστερα του γεωργικού χρόνου. Έτσι το χθόνιο θείο βρέφος των αρχαίων θρησκειών «έχει την προϊστορία του στον ουρανό, σα φεγγαρικό θείο βρέφος» (σ.71). Το τρίτο σημείο θέτει το πρόβλημα γιατί οι ορφικοί πήραν τον Έρωτα γι’ αρχηγέτη της Δημιουργίας. Κι η απάντηση έρχεται απ’ τ’ οτι το φεγγάρι σχετίζεται με τη μυητική ανανέωση της ζωής (σ. 115 και 119). Το τέταρτο και τελευταίο σημείο του βιβλίου ξεκινάει απ’ το ερώτημα μήπως ο φαλλός αποτελεί παράσταση του φεγγαριού κι αργότερα του φεγγαροθεού στη γενεσιουργό του λειτουργία. Η απάντηση που δίνει ο Λεκατσάς είναι καταφατική κι εύστοχα την εκθέτει με θεμελιωμένη επιχειρηματολογία στις σελίδες 154 – 157. Απ’ αυτό ξεκινώντας επισημαίνει οτι στοιχείο των ορφικοδιονυσιακών μυστηριών είναι η «ανακάλυψις», το ξέσπασμα του φαλλού, πούναι ο δημιουργός του κόσμου και των θεών, αιτία των γενέσεων κι ανανεωτής της ζωής. Όχι ο γήινος φαλλός, μα ο ουράνιος, ο θεός των μυστηρίων, ο Έρως (σ. 167). Αυτά είναι τα τέσσερα βασικά σημεία του βιβλίου. Πέρα απ’ αυτά, δίνει θαυμάσιες ερμηνείες και σε μικρότερα επιμέρους θέματα όπως της ονομασίας «χοιροψάλας» του Διονύσου (σ. 161), κ.ά.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΝΤΑΚΗΣ

Συνεχίζεται
ΧΡΟΝΙΚΟ 71 – (Σεπτέμβρης 70 – Αύγουστος 71) ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ, Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.