ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΘΑΚΗΣ: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΣΕ ΧΡΩΜΑ ΓΚΡΙ…

Ήταν – λένε – κάποτε στη θέση της χωράφια που τα σπέρνανε με κριθάρι. Ένα στενό δρομάκι πέρναγε απ’ την απάνου μεριά της. Κάποτε…

Η μεγάλη εκκλησιά που θεμελιώθηκε σε βασιλική και μετετράπηκε σε βυζαντινή, για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού, έγινε αρχή της αλλαγής του χώρου. Βέβαια, δεν ήταν η μοναδική αιτία.

Πως τη γνώρισα: Όπως περίπου γνώρισε την όψη της καθένας της γενιάς μου, γιατί ο χώρος της μας δέχτηκε και μας τύλιξε όλους στο ίδιο κουβάρι, μια κι είναι το σχολείο μας εκεί. Ευρύχωρη – τότε – γιομάτη χαλίκια, δεν μας δυσκόλευαν καθόλου στην γυμναστική, ούτε στις παρελάσεις στις εθνικές μας γιορτές, ούτε καν στα παιχνίδια μας στο διάλειμμα! Έφερνε τ’ όνομά της σε μια πλευρά της ψηλής μάντρας πάνω απ’ την Πέτρα «Πλατεία Ιωάννου Τζαννή Μεταξά», προφανώς του απόγονου παλιού φεουδάρχη δωρητή του χώρου. Πίσω απ’ τη μάντρα η μηχανή του Τζαννή, -το λιοτριβειό- δούλευε μέχρι τα τελευταία χρόνια. Λίγα μέτρα παραπέρα το Παλάτι του Τζαννή, παλιό όμορφο χτίσμα, αλλοιωμένο κάπως με τους σοβάδες, θύμηση της φεουδαρχίας στην Ιθάκη. Μπροστά στο Παλάτι και βορεινά στην πλατεία ένα μισοερειπωμένο χτίσμα, μακρυνάρα σωστή, με ογκόλιθους που ξεχώριζαν σα βράχοι στα κάτω μέρη του τοίχου – νομίζω ήταν παλιές αποθήκες σταφίδας μας δεν είμαι και σίγουρη – με χωρίσματα που διαμόρφωναν διάφορα μαγαζιά. Έχω ακουστά οτι παλιά κάποιο τμήμα εξυπηρετούσε τη Χωροφυλακή, αργότερα έγινε καφενείο. Σ’ αυτή τη θέση είναι τώρα τα κηπάρια με τις ροδοδάφνες και τις φοινικιές. Τα μαγαζιά αυτά εγώ τα’ φτασα σαν ταβέρνα και χασάπικο του Τριαντάφυλλου, δίπλα γκαράζ του Μελανούρη – μάλλον αποθήκη για βενζίνα και λοιπά – κοντά το χασάπικο του Μάσου του Σκάλτσα και σύρριζα στην πλατεία το τσαγκάρικο του μαστρο – Πάνου. Στο πίσω μέρος της ταβέρνας του Τριαντάφυλλου – π’ αργότερα την πήρε ο Μπακατσέλος – ψηνότανε το κοκορέτσι. Εκεί ήταν και μια συκιά του Τζουγανάτου, που τα συκόφυλλά δεν ήταν τότε «τσερνομπιλιασμένα» ούτε που στο κοκορέτσι και το σπληνάντερο έψαχνε κανείς για… κολοβακτηρίδια, καμμία δυσεντερία πάθαιναν οι άνθρωποι – λυσαντερία τη λέγανε οι πολλοί – και δόξα τω Θεώ!…

Στο σχολειό, σαν πήγα μαθήτρια, κάτω απ’ τα δέντρα της πρόσοψης, εκεί που μπήκαν σήμερα τα χοντρά κάγκελα, βρήκα μικρές βραγιές με λουλούδια. Κάθε παιδί είχε τη δική του βραγιά και συναγωνίζονταν όλα μεταξύ τους ποιο θα’ χε τα καλύτερα λουλούδια. Όποιο έπαιρνε απολυτήριο φρόντιζε ν’ αφήσει σε καλά χέρια τη βραγιά του… Στο διάλειμμα παίζανε αγόρια και κορίτσια χίλια – δυο παιγνίδια, στ’ αγόρια βέβαια κυριαρχούσε η μπάλα – ο Θεός να την κάμει μπάλα, περισσότερο χρόνο ξεφούσκωτη παρά φουσκωμένη ήταν – και το τόπι «αγόι ένα, αγόι δύο» και να! απ’ το παράθυρο ή την πόρτα του μαστρο – Πάνου μέσα να του μπατάρει τις ξυλόπροκες κι όσα είχε ο μπάγκος του τσαγκάρικου απάνου και να βγαίνει ο Κώτσος να κυνηγάει τους φταίχτες μ’ ένα βάζο νερό, που μέσα μούσκευε τα πετσιά κι «όπου φύει – γλυτώσει» για ν’ αποφύγουν τον αγιασμό!

Έπειτα ήταν το κρυφτούλι, η τσούρκα, το κυνηγητό, η Μπερλίνα, το πέτρο – χώμα, το κεράκι, τ’ άμισυ – μηρί, η μπιρμπιτσόλα, οι λομπούλες, οι αμάδες, το αηδόνι, η κυρά – Μαρία, το «φούρναρη – φούρναρη», το μαντηλάκι, νάτο – νάτο το δακτυλίδι, τα πεντόβολα (πεντάουλα τα λέγαμε συνήθως), η αντάνα, ο δεσπότης, που να τα θυμάμαι όλα… Γέμιζε η πλατεία με φωνές παιδιών, που ξεχύνονταν απ’ τα σκαλιά του σχολειού σαν ένα σμάρι πουλιά, προς όλες τις κατευθύνσεις: Τα τροχοφόρα, τρία ή τέσσερα όλα κι όλα, δεν δυσκόλευαν την παιδική ξεγνοιασιά. Του Σταμουλάτου, του Δέτσιμα, του Μελανούρη – στη χάση και στη φέξη ανέβαινε κάποιο απ’ το Βαθύ πολλά παιδιά σκαρφάλωναν πίσω στη σκάρα, αλλά και στα κάρα του Σταθιά, του Λαΐνη, του Καλαδερφού, του Παναγάκη – ίσως κάποιο ξεχνάω – όταν τύχαινε να διαβαίνουν έτρεχαν τ’ αγόρια να κρεμαστούν πίσ’ απ’ την κασέλλα κι όταν τα καταλάβαινε ο καροτσέρης πάντα θα τους φώναζε: «Κατεβείτε, μωρές, μην τσακιστεί κανένα σας και βρω το μπελά μου»… Αν όμως δεν είχε φορτίο, πρόθυμα τα ανέβαζε απάνου και τα πήγαινε λίγα μέτρα καροτσάδα για να τα ευχαριστήσει!

Οι ευκάλυπτοι στην πλατεία ήταν από τότε που θυμάμαι. Ένας ξεράθηκε έξω απ’ το παράθυρο του σκολειού, πράγμα που μας πίκρανε πολύ, γράψαμε κι έκθεση γι’ αυτό το θέμα.

Στα πεύκα τ’ αγόρια κάνανε συχνά «σφαχτό», τα κορίτσια παίρναμε τις πευκοβελόνες και κάναμε αλυσίδες για κολιέ και βραχιόλια! Όταν τ’ αγόρια παίζανε μπάλα μπροστά στην εκκλησιά βγάζανε τα σακάκια τους και τα «φορούσαν» στην προτομή της Σταμουλάτισσας, αλλά δεν ήταν αυτή η μοναχή της… ταλαιπωρία. Σαν άνθιζαν τα γεράνια στο μνήμα της – βρωμοσαρδέλλες λέγανε τότε τα γεράνια – οι πιτσιρίκοι θεωρούσαν απαραίτητο να φιλοτεχνήσουν μ’ αυτά στη μαρμάρινη μορφή της… βυσσινί μουστάκι!

Τότε δεν ήταν το πάρκο φτιαγμένο, ούτε η προτομή του Οδυσσέα. Ένας ελεύθερος χώρος ήταν εκεί, που στην κάτω γωνία είχε μερικά τσιμεντένια σκαλιά, για να διευκολύνουν το κατέβασμα στο δρόμο προς την Πόλη. Στο επάνω μέρος του μεγάλου αυτού χώρου, σύρριζα στη  μάντρα του Τζαννή ήταν η Πέτρα, η περίφημη Πέτρα, το σχήμα της σαν καναπές γυάλιζε απ’ όσους κι όσους κάτσανε πάνω της! Άραζαν σ’ αυτή στις χειμωνιάτικες λιακάδες γερόντια και τα βράδυα μαζεύονταν οι νέοι για να κουβεντιάσουν και να τραγουδήσουν με μελωδικές φωνές που πολλές φορές συνόδευαν με κιθάρα ή ακορντεόν. Προς τη νότια πλευρά της πλατείας ήταν η κουτσουπιά, ένα μεγάλο γέρικο δέντρο. «Πάω στην Κουτσουπιά» σήμαινε πάω σε κεντρικό σημείο να σμίξω ένα φίλο, ν’ ακούσω κάποιο νέο, να πιω ένα καφέ, να ιδώ αν έφεραν ψάρια οι ψαράδες… Κάτω απ’ τον ίσκιο της πάντα υπήρχαν τραπεζάκια. Τα ραφιόφωνα στα καφενεία μα κι όταν τοποθετήθηκαν για πρώτη φορά μεγάφωνα στην εκκλησιά, έγιναν αιτία και λέγανε στ’ άλλα χωριά πως οι Σταυριώτες δεν πατάνε σ’ εκκλησιά αλλά λειτουργιόνται στην Κουτσουπιά!

Στην πλατεία, με τους σεισμούς, γινόταν κάθε βράδυ παράκληση (ήτανε και δεκαπενταύγουστος) κι εκεί γονατίζανε στα χαλίκια όλοι, γιατί δεν είχε στρωθεί ακόμα με τσιμέντο. Αυτό έγινε πολύ αργότερα. Περίπου τον ίδιο καιρό μπήκε πιστεύω και το περίπτερο του Μήτσουρα. Νοτιοανατολικά, μπροστά στο παλιό, παραδοσιακό σπίτι του Παναγάκη – που τώρα υπάρχει το καφενείο με τις τζαμαρίες – ήταν μια ελιά μεγάλη, εσφάζανε νομίζω εκεί. Πιο πέρα, στη γωνία της κούρτης της εκκλησίας – που τώρα κατεδαφίστηκε για να γίνει η Παιδική Χαρά – ήταν μια άλλη μικρή ελιά και κάτω απ’ αυτήν ένα εικόνισμα του δρόμου. Στη μικρή – τότε – αυλή του καφενείου, κάτω απ’ το ξενοδοχείον ΟΜΗΡΙΚΟΝ συνωστίζονταν όσοι χόρευαν στο πανηγύρι του Σωτήρος,αποβραδίς μετά τον εσπερινό, το πρωί μετά τη λειτουργία και το βράδυ της ίδιας ημέρας στην πιο επίσημη μορφή που κορυφωνόταν το γλέντι. Σ’ αυτή την αυλή χορευτήκανε για πρώτη φορά σάμπα, ρούμπα, σουίγκ, ροκ-έντ-ρολ κι άλλοι κεφάτοι – όχι ευρωπαϊκοί – χοροί, που δημιουργούσαν αρνητικές αντιδράσεις στους συντηρητικούς… Εκεί, Μητσώλης, Θόδωρος, Μεμάς, Γρινιόλας, Καταπόδης, μεταφέρανε όσους χόρευαν μα κι όσους «τηράανε» μ’ ανατολίτικους σκοπούς στη μαγεμένη Αραπιά και σ’ άλλους εξωτικούς τόπους. Μα κάπου εκεί στην … απογείωση, «ντούγκου – ντούγκου» ο Γρινιόλας την γκρανκάσσα «ελάτε οι καβαλιέροι κατά την ορχήστρα, γιατί θα βαρέσουμε παπα – Λάμπραινα»… Τότε πλήρωναν οι καβαλιέροι στο τέλος κάθε χορού…

Ήτανε και το άλλο καφενείο, παλιά το λέγανε «του Λευτέρη», αργότερα «του Σπύρου του Κυράκη», μακρύτερα όμως απ’ την πλατεία κι εδώ μιλάμε για τα πέριξ αυτής χτίσματα… Μια άλλη γέρικη ελιά, τεράστια, πανάρχαιη, βρισκόταν στον κήπο του σχολείου μας, που στην κουφάλα της – σαν όπως στ’ όμορφο σονέτο του Μαβίλη φωλιάζαμε εμείς τα παιδιά μελίσσι σωστό. Ξεριζώθηκε για το χατίρι του πολιτισμού, όπως κοπήκανε και τα πεύκα του κήπου που φύτεψαν τα μαθητούδια και τα’ βλεπαν να μεγαλώνουν μαζί τους, γιατί κρύβανε τον ήλιο απ’ τα παράθυρα και το φως.

Στο σχολείο δίπλα, έφκιασε μετά τους σεισμούς ο Δαμιανός το μανάβικο Η ΠΙΠΕΡΙΑ, τώρα εκεί έγινε η ψησταριά – εστιατόριο του Φατούρου. Το τριώροφο σπίτι της θειας της Καλομοίρας – του μαστρο – Νιόνιου – που στο ισόγειο είχε το κουρείο, το μαγαζί του Γιώργου, το ραφτάδικο του Μάσου και το μαγαζί του Νικολάκη, κάηκε μια νύχτα την άνοιξη του ’57 και αργότερα έγινε εκεί το ζαχαροπλαστείο του Σουπιωνά, που σήμερα το’ χει ο Γιάννης ο Λεκατσάς.

Κάτω απ’ το ξενοδοχείο ΟΜΗΡΙΚΟΝ υπήρχε παλιά κι η ταβέρνα του Σαμαρά, με τα περίφημα «φρυγαδέλια» του. Πέρασε στις μνήμες.

Στη μάντρα, δεξιά κι αριστερά απ’ το Παλάτι του Τζαννή, χτίστηκαν τα δυο καλόγουστα ξενοδοχεία, του Σόμπολα και του Βασιλόπουλου, με πιτσαρία κι εστιατόριο κι άλλα μαγαζιά που εξυπηρετούν σύγχρονες ανάγκες.

Θυμάμαι ακόμα τα πεντόβολα που παίζαμε, πότε στα σκαλιά του σχολειού μας και πότε στο πεζούλι του Τζουγανάτου – δηλαδή στο ατσούπι του Παλατιού – ενώ, λίγο πιο πάνω απ’ τα κεφάλια μας βρισκόταν χωρίς να το ξέρουμε κλεισμένες με σοβάδες οι πολεμίστρες, μαρτυρίες φιμωμένες του φεουδαρχικού κεφάλαιου της ιστορίας του νησιού μας. Στα πόδια μας, εκεί, πολλές φορές «ανάλειχε» νερό και μας φωνάζανε οι μεγάλοι «Έχει βρυτσούλια, φύγετε, θα μουσκέψουν οι σόλες σας»…

Απ’ τα καμπαναριά του Σωτήρα έρριχναν τ’ αγόρια μικρά χάρτινα αεροπλάνα, φκιαγμένα από φύλλα τετραδίου, κάθε που ανέβαιναν για να σημάνουν την καμπάνα και τα’ βλεπαν από ψηλά να προσγειώνονται στην πλατεία, ανάλογα, άλλα πιο μακρυά άλλα πιο άτσαλα, σύμφωνα με τον άνεμο και την τέχνη του κάθε μικρού αεροναυπηγού. Σκόρπισαν αργότερα οι συμμαθητές κι οι συμμαθήτριες στον κόσμο, τρεις βιάστηκαν πολύ να εγκαταλείψουν τη ζωή κι έφυγαν αφήνοντάς μας στη θύμησή τους μια γεύση πικρή.

Σήμερα, ο ελεύθερος χώρος μπροστά στην εκκλησιά «φισκάρει» από αυτοκίνητα. Αρνήθηκε κάποτε ο Τηλέμαχος στο Μενέλαο το δώρο του, το άρμα με τα τρία άλογα, χαρακτηρίζοντας τη γη του «πετρήεσσα και αιγίβοτο»…

Κάθε λαός, κάθε τόπος, κάθε άνθρωπος θα διαγράψει έναν μικρό ή μεγάλο κύκλο ζωής και θα’ χει μια ιστορία. Πόσο αλήθεια «μίκρυνε» η πλατεία μας! Τώρα, αν πας σε μια πλατεία – ας πούμε – του Κορυδαλλού  ή αν καθίσεις στη δικιά μας διαφορά δεν θα βρεις. Υπάρχει όμοια έντονο το καινούργιο, η περιποίηση, η τουριστική φόρμα, η ανάλογη ποικιλία, ο κόσμος ο καλοστρωμένος στα καθίσματα που τρώει, τρώει…

Και με γεμάτο στομάχι τα βλέπει πια όλα ρόδινα! Όπως ρόδινα τα βλέπουν κι οι πολιτικοί της όποιας χώρας, όταν συναντιόνται σε «γεύματα εργασίας»! Για να λύσουν επί παραδείγματι το Κυπριακό ή ένα παρόμοιο σοβαρό ζήτημα…

Ήτανε – λένε – κάποτε στη θέση της χωράφια, που τα’ σπερναν κριθάρι… Μέσα απ’ το σημερινό συνονθύλευμα τι μπορούμε τάχατες να ξεχωρίσουμε πως μένει δικό της, πως χαρακτηρίζει την παλιά της ταυτότητα. Μένει το Παλάτι! Χώρισμα ολόρτο κι απαρασάλευτο ανάμεσα στο Χτες και στο Σήμερα. «Θυμάται και βλέπει» πέρα απ’ το Χρόνο… Υπάρχει ο Οδυσσέας! Στημένος στο βάθρο του, ακίνητος, θωρεί «εν πορθμώ Ιθάκης τε Σάμοιό τε πεπαλοέσσης» κι αναρωτιέται αν τάχατες θα μπορούσε να ξαναπάρει την υγρή τη στράτα του απ’ την αρχή…

Είναι και τα παιδιά. Σαν Αύριο και σαν Ελπίδα. Περιωρισμένα στο χώρο του παλιού κήπου του σχολείου και σημερινού γήπεδου του μπάσκετ, σε μια μορφή σύγχρονης ελευθερίας, για την ασφάλειά τους πίσω απ’ τα κάγκελα, θαρρείς απορημένα θωρούν τον «πολιτισμό» να ορμά με καλπασμό στην πλατεία μας λεηλετώντας την, με πολλές δεκάδες ίππους στο κάθε τροχοφόρο…

 ΡΙΤΑ ΤΣΙΝΤΙΛΗ – ΒΛΗΣΜΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.