ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΤΣΗ ΜΑΛΒΙΝΑΣ

Στα κάλαντα εκείνα το παλιά χρόνια έβγαινε στο δρόμο ν- κατά το τότε Γυμνασιάρχη Ιουστινιάνη-, παν ότι απέβαλλεν ήχον και το μισοξεχασμένο λαβούτο του Πάνου της Μαλβίνας δεν αποτελούσε εξαίρεση. Έβγαιναν όργανα και ανόργανα να διαλαλήσουν, να ψάλλουν το ξεχωριστό κι έτσι ι αλλιώς τα σπιτικά τερψιλαρύγγια δεν ήταν ποτέ ευκαταφρόνητα. Λίπαιναν το κέφι κι άρδευαν τη διάθεση, Στα κάλαντα δεν κρίνονταν οι οργανικές και φωνητικές επιδόσεις, αλλά η συνολική διάθεση και το κέφι της παρέας που φρόντιζε απλά να κρατηθεί στα χέρια, με τα κλαπατσίμπαλα, και στα δόντια με τις φωνάρες -όπως λέγανε – ο γνώριμος σκοπός, οι γνωστοί στίχοι και ότι άλλο θάβγαζε η στιγμή. Εκείνη την παρέα με ανακατωμένα τα επίθετα, τα παρατσούκλια, τους ήχους και τις φωνές αποτελούσαν: Ο Πάνος ο Μάντζαρης-τση Μαλβίνας, λαβούτο, ο Γιάννης ο Σουρλής, βιολί κι ο Γιώργος ο Λαβούτης-Ταφλαμπάς κλαρίνο.
Η παρέα με προεξάρχοντα τον Πάνο και το λαβούτο του έφθασε στο ταπεινό σπίτι του μπάρμπα Σταύρου του Κόγια-Δελλαπόρτα, είπε τα καθιερωμένα, έτσι για το καλό και σταμάτησε. Περίμενε για κάμποση ώρα τη σκέτη παρουσία η τη συνήθη ανταπόκριση με τα λόγια, που κι εκείνη χάθηκε….. προσπερνώντας κατά το Μαραθιά. Ο πουνέντες σαν νάσβυσε και τις τελευταίες αχτίνες κάθε γιορτινής διάθεσης απ το γερασμένο ζευγάρι. Τα χρόνια, τα πάθια, οι στιγμές κι ότι συνθέτει τη διάθεση, κλείστηκαν στο όστρακο της σιωπής, ατόνησαν και χρονιάτικα. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση απ τη μεριά του κλειστού σπιτιού. Ο μόνος θόρυβος ερχόταν απ την απλωταριά του ζευγαριού που, όπου παράδερναν στον άνεμο (λες κι απέμειναν χαιρετισμό στα μπουλούκια των αοιδών της μιας μέρας) τα μακριά χιλιομπαλωμένα σώβρακα κι οι μάλλινες, μπαλωμένες φανέλες του μπάρμπα-Σταύρου.
Ο Πάνος τση Μαλβίνας κι η παρέα του ξανακοίταξαν τη κλειστή πόρτα και κάρφωσαν το βλέμμα τους στη παλλόμενη απλωταριά. Εκείνος πήρε στάση αναμονής του τίποτε, κατέβασε παραδομένος και το λαβούτο του κι απάγγειλε τους παρακάτω στίχους που αν και στροβιλίστηκαν στον αέρα για καιρό, δεν τους πήρε ο χρόνος αφού τους στρίμωξε σε τούτη τη σελίδα.
Άνοιξε Σταύρο μου άνοιξε
Και πες μας και το έλα
Κι αν δεν ανοίξεις φίλε μου
Σου παίρνω τη φανέλα.

(Από αφήγηση του Γιάννη Κανδηλιώτη στο Δημήτρη Παίζη-Δανιά)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.