ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΑΔΕΣ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ

Είναι η ανάγκη της απόδρασης από τη σκληρή πραγματικότητα που εξωθεί σε αυτό που λέγεται και περιγράφεται ως παθολογική μυθομανία. Στη μυθοπλασία λοιπόν καταφεύγουν κάποιοι θαλασσινοί, και μάλιστα ταυτίζονται τόσο πολύ με όσα εξιστορούν που αισθάνεσαι ότι τα πιστεύουν και τα ζουν απόλυτα τη στιγμή που τα εκφράζουν. Μόνο με συμπάθεια μπορώ να δω αυτούς τους ανθρώπους, και μάλιστα τους αναγνωρίζω ένα σπουδαίο ταλέντο, αυτό της δημιουργικής φαντασίας. Παραθέτω, λοιπόν, ιστορίες διάσημων παραμυθατζήδων του νησιού της Ιθάκης και παρακαλώ να τις δείτε με συγκατάβαση και κατανόηση.

Γεράσιμος Τσατούρης, Θεός σχωρέστον, πέθανε πρόπερσι. Μυθομανής, κάτι παραπάνω από Μινχάουζεν. Εδώ και εβδομήντα χρόνια τα ψέματα ονομάζονται «τσατουριές» στο Θιάκι! Επταετής πέταξε την πρώτη σπουδαία τσατουριά, όταν ξεσήκωσε όλο το δημοτικό σχολείο και περπάτησαν 5 χιλιόμετρα δρόμο μέχρι τον Αετό, να πάνε να δουν τη φάλαινα που είχε ξεβράσει το κύμα!

– «Να, εδώ ήταν! Σας ορκίζομαι», φώναζε ο μικρός Γεράσιμος διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του!

Συναντούσα συχνά-πυκνά τον μπαρμπα-Μάσο τον Τσατούρη στις ερημιές της θάλασσας, σε μακρινούς όρμους και σε νησιά όπου μας έστελνε το μικρόβιο της ψαρικής και η ανάγκη. Δεν έχανα ποτέ την ευκαιρία να κάτσω μαζί του κοντά στη φωτιά τα βράδια, να φάμε και να πιούμε και να μιλήσουμε. Ηταν πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος, καλός άνθρωπος, κι η ικανότητά του να εξιστορεί με τον προσωπικό του τρόπο τον έκανε αξιολάτρευτο. Ενας παππούλης, που έλεγε ιστορίες προς τέρψη των νεότερων. Ο κόσμος γινόταν μαγικός μέσα από τα λόγια του και η πραγματικότητα αποκτούσε υπερφυσικές διαστάσεις. Οπως η υπερφυσική σκορπίνα των 8 κιλών που είχε πιάσει πριν από χρόνια! «10 μέρες την τρώγαμε εγώ κι η Μάχη»! Για του λόγου το αληθές.

Είχε άποψη και ερμηνεία για τα πάντα. Γιατί πηδάνε οι ξιφίες στον αέρα, γιατί οι βλάχοι μεταναστεύουν, πού έθαψε ο πειρατής τον θησαυρό όταν τον κυνήγησαν οι Ενετοί και βγήκε στην Ατοκο…

«Και πάνω που έπεσα δίπλα στο μουράγιο στο Φισκάρδο, μπλουπ, βούλιαξε η γαΐτα! Και πώς να μη βούλιαζε δηλαδή, που είχα μέσα πάνω από δυο τόνους αστακούς! Ηρθανε οι τουρίστες και μου ‘δωσαν ένα χεράκι, βγάλαμε τα δίχτυα έξω, ξεμαγιάραμε τους αστακούς, και ξεβουλιάξαμε τη βάρκα»!

Την ιστορία αυτήν τη διασταύρωσα αργότερα. Είχε όντως βουλιάξει στον μόλο του Φισκάρδου, είχε όντως πιάσει κάμποσους αστακούς, αλλά δεν ήταν αυτοί η αιτία του ναυαγίου. Μαζί με τους αστακούς είχε σηκώσει από τον βυθό τόνους τραγάνας, κι όπως η βάρκα είχε «κάτσει», έμπασε νερά από ψηλά, όπου η αρμοί ήταν ανοιχτοί, ξεροφυρμένοι.

Ο δεύτερος παραμυθατζής φέρει μυθολογικό όνομα, το οποίο όμως δεν αποκαλύπτεται εδώ, καθώς βρίσκεται εν ζωή. Ας τον πούμε λοιπόν «Θησέα». Δεν τον ήξερα και καλά, ούτε είχα ακούσει για τις «λογοτεχνικές» του επιδόσεις. Κάποτε όμως έτυχε να κάτσει δίπλα στο καφενείο κι έχοντας προφανώς διαισθανθεί ότι είχε κοντά του έναν συγκαταβατικό ακροατή, γύρισε και εντελώς απρόκλητα μου αφηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία.

«Ήταν χειμώνας κι είχε χοντρό καιρό, 11 μποφόρ. Έπρεπε όμως να πάω οπωσδήποτε στη Λευκάδα, δεν έπαιρνε αναβολή η δουλειά μου. Πού να περάσουν τα καΐκια όμως με τέτοια θάλασσα… Τι να κάνω κι εγώ, πάω στις Αφάλες (όρμος στη Β. Ιθάκη, στα 6, 7 μίλια από τη Λευκάδα), βγάζω το παντελόνι μου και βουτάω στη θάλασσα! Σε τρεις ωρίτσες είχα βγει απέναντι»! Επτά μίλια, έντεκα μποφόρ, χειμώνας. Γύρισα και κοίταξα τον «Θησέα» μαγεμένος. Ζούσα στην ίδια πόλη με ένα τέτοιο ταλέντο και το αγνοούσα; «Είσαι πολύ σπουδαίος», είχα ψιθυρίσει.

Ο τρίτος είναι ναυτικός. Δεν τον είχα πάρει χαμπάρι, το ομολογώ, κι αν δεν βρίσκονταν άλλοι να με ενημερώσουν, θα πίστευα ακόμα ότι η ζωή των ναυτικών είναι εξόχως συναρπαστική και απρόβλεπτη. «Γιατί να μην έχω μπαρκάρει κι εγώ στη ζωή μου», αναρωτιόμουν κάθε φορά που ξεμπαρκάριζε και μου εξιστορούσε τα όσα απίστευτα είχε «ζήσει». Απίστευτα, αλλά εγώ τα πίστευα γιατί συν τοις άλλοις είναι και εκπληκτικά πειστικός ο αφιλότιμος.

Τι να πρωτοθυμηθώ να γράψω από τους ναυτικούς άθλους και τις περιπέτειες στα λιμάνια; Για τον καταιγισμό των πυροβολισμών στο χιλιάνικο μπαρ; Για την κόρη του μεγιστάνα των βραζιλιάνικων καζίνο που τον ερωτεύτηκε, αλλά αυτός προτίμησε την ελευθερία του; Για την κολομβιανή μαφία που τους είχε στριμώξει μια άλλη φορά; Ηταν -λέει- με έναν λοστρόμο που είχε πολεμήσει στο Βιετνάμ. Θα τους είχαν σκοτώσει οπωσδήποτε, αλλά την ύστατη στιγμή ο λοστρόμος αυτός αναγνώρισε στο πρόσωπο του μαφιόζου αρχηγού, παλαιού συμπολεμιστή του, στην εξωτική χώρα! Ετσι, η επερχόμενη κηδεία μεταβλήθηκε σε γιορτή αδελφοποίησης! Φοβερά «γεγονότα»!

KΩΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.