ΤΟ ΝΤΟΠΙΟ ΣΑΠΟΥΝΙ

– Γιατί μωρ’ Μάνα, το σαπούνι έχει μαγκούφικο λάδι μέσα του, που λερώνει;… ρωτούσε δικαιολογημένα ο Πάνος ο Λώλος, ο καλοκάγαθος μουρλός του Πλατρειθιά, την κακόμοιρη μάνα του, τη Λώλαινα. – Γιατί το σαπούνι είναι γλέπεις, το θάμα του λαδιού, μωρ’ Πάνο μου, απαντούσε αποστομωτικά εκείνη, ενώ ατσαλόκοβε μ’ ένα παλιομάχαιρο, τις πλάκες του σαπουνιού της χρονιάς της.
Εγώ, σπίτι μας, χάραζα γεωμετρικά τις πλάκες στις κασέλες σε μικρά και μεγάλα μεγέθη για τα πιάτα, το πλύσιμο και την μπουγάδα. – Ασ’ τον να κάνη, μωρ’ Τασούλα, νιά αρχή με κειό που τ’ αρέσει και σιγά – σιγά θα τ’ αρέσουν όλο και περισσότερα. Αυτή ήταν η λογική της μύησης της Νόνας μου, κι ήταν ένας ισορροπημένος τρόπος προσέγγισης, στα διάφορα του κόσμου, που μ’ έφερε κοντά σε πολλά και μ’ απομάκρυνε από άλλα. Όταν, σαράντα χρόνια μετά, κοιτώ μια τέτοια χοντροκομμένη πλάκα σαπούνι, ξέρω καλά, πως κρύβει μέσα της ένα ολόκληρο κύκλο προσπάθειας, κόπου, μόχθου κι αγάπης, όπως όλα τα χειροποίητα ποιήματα ανθρώπων, που κρύβουν ψήγματα της ψυχής και της δύναμής τους.
Η ετήσια παραγωγή του σπιτιού μας έφθανε περίπου τις εκατον-δέκα πλάκες που κάλυπταν τις ανάγκες 3-4 σπιτιών, συγγενών μας στη Χώρα και στην Αθήνα. Το υλικό χωρούσε στις 4-5 ξύλινες κασέλες, διαστάσεων 1,00 Χ 0,60 και ύψους 0,10, που εγώ αναλάμβανα να τις στρώσω μ’ εφημερίδες, απλά για να μην κολλά το υλικό στον πάτο της κασέλας. Ήταν, έτσι, σαν ν’ αποκτούσε το σαπούνι μια περίεργη ετικέτα, εκείνη της κολλημένης εφημερίδας, της οποίας μ’ άρεσε να διαβάζω τα γραφόμενα και να αποκρυπτογραφώ την είδηση, κάθε φορά που έφερνα καινούρια πλάκα για κατανάλωση, απ’ το κατώι στο σπίτι!
Η σαπουνοπαραγωγή γινόταν στο παράσπιτό μας, όπου άναβε η φωτιά με τις ελιοκουτσούρες, για να βράσουν το περιεχόμενο της καζάνας. Η βασική χημική συνταγή περιλάμβανε νεράκι, λάδι σκοτωμένο, αλλά κατακαθισμένο, ποτάσα ή αλισίβα κι αλάτι. Η Νόνα μου, σαν καλή μοδίστρα του σαπουνιού, ήταν εκείνη που καθόριζε, με ακρίβεια δραμιού, τις προσμίξεις κι αναλλάσσονταν με την θεια μου την Τασούλα στη κουτάλα για τ’ ανακάτωμα γιατί εκείνο το καζάνι, που το περιεχόμενό του κόχλαζε κι άφριζε, κι ανέδινε ηφαιστειακές θερμοκρασίες και ζαλιστικούς ατμούς, ήταν όπως το αποκαλούσε ο Πατέρας μου, κατ’ απομίμησιν εκείνου της κολάσεως!
Κάθε τόσο, ξάφριζαν, με την τρυπητή κουτάλα, τους αφρούς που μαζεύονταν στην επιφάνεια και σιγά – σιγά το περιεχόμενο έπαιρνε τη ρευστή του μορφή, διαχωρίζονταν απ’ το νερό και κατέληγε, όταν οι Μοδίστρες έκριναν, κι αυτή ήταν η τέχνη, στις κασέλες, όπου τελικά, μετά από δυο περίπου μέρες, έπαιρνε τη στέρεη μορφή του.
Έτσι, ή κάπως έτσι, λειτουργούσε εκείνη η οικιακή δραστηριότητα που γεννούσε το αθωότερο, το υγιέστερο, το αποτελεσματικότερο σαπούνι, που τότε μονοπωλούσε τις καθημερινές ανάγκες της καθαριότητας.
Η εκτίμηση του Πατέρα μου σε εκείνο το σαπούνι, ξεπερνούσε τα συνήθη όρια χρήσης, αφού του κάλυπτε και τις ανάγκες της οδοντόπαστας, με οδοντόβουρτσα – μασσέρ τα δάκτυλά του, μια πρωτότυπη μέθοδο, δύσκολων καιρών, πούχε πάντως τη σφραγίδα της αποδοχής και της έγκρισης ενός Γιατρού, που συμβούλευε πάντα λιγότερα απ’ όσα ήξερε, που ανακάτευε σοφά την επιστήμη με τις εμπειρίες μιας ταραγμένης ζωής που’ φθασε κυνηγώντας το ελληνικό όνειρο ως το Αφιόν – Καραχισάρ και το Εσκή – Σεχήρ.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΙΖΗΣ – ΔΑΝΙΑΣ
Φωτογραφία Σπύρου Μελετζή