ΤΟ ΣΚΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Στο μετζάο του Πιστόλη ήτανε το σκολειό του δασκάλου του Πέτρου. Αυτός, σαν να λέμε, ήτανε ο διευθυντής, γιατί την πρώτη μικρή και πρώτη μεγάλη, την είχε ο παπά Κατσαμάς, για πολύ καιρό, αλλά λέει, συνήθισε τόσο πολύ να λέει το τε – τε μπροστά στη πρώτη λέξη κάθε «προτάσεως» που κοντεύανε ούλα τα «αριστοκρατικά Θιακόπουλα» να τετεΐζουνε.
Εκειό το μέρος ήτανε ωραίο για σκολειό. Πρώτα – πρώτα στο μετζάο ανέβαινες με 5 – 6 σκαληά. Ύστερα, η γειτονιά δεν είχε πολλά παληόπαιδα να πειράζουνε τση μαθητές, εκεί κοντά, πάλε, είναι και το δημοτικό των κοριτσιώνε, που τις πειράζαμε όταν σκολαίνανε, τον παπά – Κατσαμά τον είχε σκολάσει ο δάσκαλος ο Πέτρος, και λησμονήσαμε το τε -τε πούταν στόχος κοροϊδίας. Νερό δεν είχε, αλλά μας πότιζε δωρεάν η Κοπουλίνα. Όσο για την χρεία μας, αναγκαίος βέβαιο δεν ήτανε εκεί κοντά, και για τα σοβαρά είχαμε αναλάβει δωρεάν τη λίπανση του ληοστασιού, και για πρόχειρα «βάζαμε σημάδι» τις τρύπες στις γύρω λιθειές υπό το κράτος αληθινού τρόμου, μη μας δουν εμάς τσου άντρες τση πρώτης μικρής του Δημοτικού οι γύρω γειτώνισες και κοκκινήσουμε. Στο σκολειό μαθαίναμε ένα σωρό πράγματα. Εκεί μέσα ερχόντανε ο Κοντογαβρίλας πούτανε δεξιός ψάλτης στη Μητρόπολη, ο Μάσος ο Φιαμπόλης πούτανε δεξιός ψάλτης στον Άι Νικόλα και μαζύ με το δάσκαλο το Πέτρο πούτανε δεξιός ψάλτης στο Γαρδελάκι, ανοιγανε κάτι βιβλία γιομάτα οξείες και περισπωμένες, ξεροβήχανε λίγο, ο δάσκαλος ο Πέτρος διάταζε να ζωγραφίζουμε και αρχίσανε οι τρεις τους: νι πα βου γα δι και ζω νι, νι πα κι όλο το ίδιο κοπανάανε χαϊδεύοντας ο δάσκαλος ο Πέτρος κι ο Κοντογαβρίλας τα μπαμ τριαλελέ τους κι ο Μάσος τρίβοντας το πιγούνι του.
Από μας, ο Γιάννης ο Μπουρής ζωγράφιζε ωραία πράγματα πάνω στη πλάκα του, ζωγράφιζε κι ο Γιάννης του Κωνσταντή τση Μάρκαινας, πολλά πράματα και μας ρώταε ύστερα. Σ’ αρέσει; α μαντέψεις τι είναι θα σου δώκω μια καραμέλα. Και μεις με ύφος που θα το ζουλεύανε οι σημερινοί τεχνοκρίτες λέαμε: Πεταλούδα. Όχι απαντούσε. Η πριμαντόνα που τρηγουδάει στον καφενέ του Φράγκου. Ούτε, έλεε πάλε ο Γιάννης. Είναι, έλεε άλλος, ο Ιγούδας πούκαψε τη Λαμπρή ο Μπλάκης στη Βλαχέραινα. Ν-Ν. Κι απαντούσε ο Γιάννης με αυξάνουσα σοβαρότητα.
Κι εξαντλούσαμε τη φαντασία μας, έχαφτε ο Γιάννης τη καραμέλα, και με θριαμβευτικό ύφος μας απεκάλυπτε οτι η ζωγραφιά του παρίστανε το καμπαναριό τση Πέρα Παναγιάς. Τον αφήναμε να ζωγραφίζει και βάνω στοίχημα πως κανένας από μας που τότενες δεν καταλαβαίναμε τη ζωγραφική του, δεν έχει σήμερα τύψεις συνειδήσεως πως με την αδιαφορία μας αυτή, χαντακώσαμε ένα μεγάλο ταλέντο, φουτουριστή ζωγράφου που θα δόξαζε το Θιάκι. Εκειός ζωγράφιζε και μεις έχοντας από προτήτερα τρίχες από τις κοτσίδες των κοριτσιώνε πιάναμε μυίγες και δέναμε σε κάθε άκρη μιας τρίχας από μια μυίγα. Εμάς βλέπεις το ταλέντο μας ήταν η λειτουργική. Μάθαμε όμως κι άλλα πράματα. Να λέαμε σε ήχο πλάγιο το:
Τρέμω τη Ζήαινα
Φοβάμαι τη Παντίαινα
Κι αν κυττάξω και αλλού
Τρέμω και την Καραλού,
που το ψέλνανε οι τρεις τους, όπως και το Αναστάσιμο:
τη γίδα τη ψημένη
τη ροδοκοκκινισμένη
Τω καιρώ εκείνω
ψόφισε η Κοκκίνω
Πίσ’ από το Σκίνο
και τη φάανε οι κοράκοι
Πίσω από το Γαρδελάκι
και άλλα ωφέλημα πράματα που πλερώνανε τρεις δραχμές το μήνα οι μανάδες μας για να μαθαίνουμε. Η αλήθεια ήτανε πως με τις τρεις αυτές δραχμές, ησύχαζαν οι μανάδες μας, η γειτονιά, τα τζάμια του κοσμάκη, οι γάτες, οι σκύλοι, ο Κερατο – γιώργης, ο Τίτας, ο Αβακούμ και όποιο άλλο φουντάνι γύριζε στο Θιάκι.
Ταχτικός μαθητής ήτανε κι ο Γαμπρέλιας, αλλά εκειός μάθαινε ψαλμωδίες γιατί τον προορίζαμε λέει για αριστερό ψάλτη στο Γαρδελάκι κι έγινε τόσο καλός που προπολεμικά η φήμη του είχε φτάσει και στη Βενετία ακόμα. Ωραία ήτανε σε κειό το σκολειό, αλλά ένα πρωί μια βδομάδα πριν από τση εξετάσεις μας, έπεσε ο δάσκαλός μας ο Πέτρος ανάμεσα από διασταυρούμενα πυρά τση δασκάλες τση Μαυροκεφάλαινας και τση δασκάλες του σκολειού των κοριτσιώνε. «Ω, μανούλα μου, τι ακούσανε τ’ αυτιά μας».
– Συνάζεις εδώ, – ωρύετο η μια Μαυροκεφάλαινα, – τον συχαμερό συγγενή σου, κρεοπώλην Γεράσιμον και ούτος αποτολμά να διαδίδει οτι παιδίσκη τις του Παρθεναγωγείου μου εισελθούσα εις το κατάστημα του άξεστου εκ Λεύκης Διονυσίου Σφυρή εζήτησε να αγοράσει «ταινίαν δια κοσίμβους». Τι το μεμπτόν εις τούτο; Και ενθαρρύνεις τους μαθητάς σου να πειράζουν τας αξιεράστους μαθητρίας μου. Ναι, μωρέ δάσκαλε, φώναζε η του δημοτικού θηλέων, μάζεψες εδώ ούλα τα ρεσομαθημένα παιδιά του Θιακιού και δεν κουτάνε τα κορίτσια του δημοτικού να ξεμπροστήσουνε στο δρόμο που για να τα ξεφορτωθούνε οι μανάδες τους τα στέλνουνε σε σένανε, κι εσύ με τα τροπάριά σου δε σου μένει καιρός να τα δεις που κατουράνε. Τα γλέπω και κολάζομαι. Ακούς να σηκώνουν τ’ αριστερό τους μπουγιενάρη και να δείχνουν τ’ ασεμνά τους μέρη και να εξακοντίζουν τα κάτουρά τους στη τρύπες από τις λιθιές του κόσμου. Αισχρέ να φωνάζουν οι Μαυροκεφάλαινες, αναίσχυντε οι άλλες δύο του Δημοτικού, γυναικόκοσμος μαζεύτηκε γύρω μας, και κειές βρίζανε το δάσκαλό μας που δεν τον αφήνανε να πάρει ανάσα.
Εμείς τρέμαμε. Ο τρομερός πέλεκυς τόσων γυναικείων εισαγγελέων έπεφτε κοφτερός σε μας που για πρώτη φορά στη ζωή μας αισθανθήκαμε εκειό που τα λεξικά το λεν ενοχή, αλλά τι θέλανε αυτές; να μη κατουράμε; να σφαλιαζόμαστε δηλαδής; Εδώ το πίζαμε στο κολύμπι μπροστά στα σπίτια, ντιπ τσίτσιδοι, και καμμιά μάνα δεν μας έβρισε, και πούθενε θα βγάναμε το κάτουρό μας; μήπως τ’ άλογα του Κουγιανού δεν κατουράανε πίσω από τση Μαυροκεφάλαινες; Κι ο Κουγιανός τους σιγοσφύραε και τα χάιδευε για να κατουρίσουνε. Κι άλλο που δεν μας έλεανε οι μανάδες μας. «Πρόσεχε μωρέ πρικοθάτο μη κατουριστής απάνω σου, γιατί θα σπάσω ένα δεμάτι δεματσούλια στα, κανιά σου», κι ως που να μας μάθουνε να κατουράμε όξου από τα μπουγανέρια μας φάαμε ξύλο για ούλη μας τη ζωή.
Φώναζαν ούλες, εμείς τρέμαμε ώσπου ο Πέτρος ο Κοργιαλός λέει στο δάσκαλο το Πέτρο: «Δάσκαλε, το μετζάο μας είναι άδειο. Να κουβαλήσουμε τα θρανία, την έδρα και τον πίνακα εκεί. Αντίκρυ μας είναι ολόκληρο χωράφι που μπορούμε να το ποτίζουμε ελεύθερα κι ούτε η Μπουφαλίνα ούτε η Γκουγιού θα βρίζουνε». Η μεγάλη απόφαση επάρθηκε την ώρα που ο γλωσσοκαυγάς έπερνε ομηρικές αντεγκλήσεις, ως που κάποιο νιάνιαρο από μας πλησίασε μια από τση Μαυροκεφάλαινες την ώρα που χειρονομούσε αυτή τα εναντίον μας επιχειρήματα, και στην οξεία ρήμη του λόγου της ξέφυγε το δεξί κοκαλιασμένο χέρι της και την έφαε ανάποδα στα μούτρα ο Στάθης ο Κατωπόδης, που την σκαπούλησε με αίμα πούτρεχε από τα ρουθούνια του σαν αφεντικό ροΐ. Σαν τραυματίας ο Στάθης κατηφόρησε στα μετόπισθεν και μπροστά στο σπίτι του Αντζουλου απάντησε το Μάσο το Τζανάκα ο οποίος φυσικά σα χασάπης πούτανε, με το δίκηο του να ξαφνισθεί βλέποντας τα αίματα και να ρωτήσει τι κακό μεγάλο έγινε. Σαν έμαθε άκρες – μέσες για τα αντιμαχόμενα μέρη του στρατοπέδου, πιστός σαν την Ελλάδα, στις συμμαχίες του ρίχτηκε στον καυγά. Η θέα και μόνον του βαρειού πυροβολικού τση γλώσσας του Μάσου επτόησε τση Αμαζώνες. Δε προλάβαμε να ακούσουμε πολλά από τα βλήματα του Μάσου που τη μια Μαυροκεφάλαινα την πρωτοείπε «Πρωτόκολλο του Μέτελα» και την άλλη «κατάρα του Σολέρη» αλλά είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια ούλες τση Αμαζώνες να αφήνουν ελεύθερο το καντούνι Μπιρμπή – Φλάρη και να υποχωρούν προς το πορτόνι του Σκολειού των κοριτσώνε. Τότενες βρήκαμε ευκαιρία, μπήκαμε μέσα στο Σκολειό μας, αδράξαμε τα πέντε μας θρανία, τον πίνακα, και την «έδρα» με την καρέκλα, και πρυμήσαμε στο κατήφορο. Σταθήκαμε για ανάσα μπροστά στο σπίτι του Νικόλα του Γιαννούτσου. Από κει μετράαμε με το μάτι τον ανήφορο για το σπίτι του Κοργιαλού. Τότενες ο Πάτροκλας ο Μακρής, είπε οτι ο Γληγόρης ο Κοργιαλός πάει το Σκολειό στο μετζάο του για να τον προϊβάζει ο δάσκαλος, και κουρτισμένοι όπως είμαστε από το καυγά των δασκάλωνε αρχίσαμε και μεις το γλωσσοκαυγά όπως την εποχή του Ομήρου πλέκοντες το εγκώμιο του αντιπάλου, με τα «χλομπονιασμένο, κατουρλού, λειψανέβατο, σαφρακιασμένο κτλ.» Στα χέρια δεν ήρταμε γιατί τα χέρια τραβάανε τα θρανία σε διαφόρους κατευθύνσεις. Τα θρανία βέβαια διαλυθήκανε αλλά εμάς μας έμενε η ικανοποίηση οτι καθένας πήγε το Σκολειό εκεί που του σύμφερνε. Τ’ απόγιομα ο δάσκαλος ο Πέτρος συμμάζευε κομμάτια από το Γυφτοχώρι και τα Παληόρογκα. Το καυγά τον πληρώσανε ο Γαμπρέλιας και ο Γιάννης ο Μπουρής που δυο μέρες τσοντάρανε θρανία στο μετζάο του Κοργιαλού όπου λοιπόν
ετελειώσαμε χαρά – χαρά – χαρά
εξέτασιν εδώσαμεν χαρά – χαρά – χαρά
να ζήσει το θρανίον μας χαρά – χαρά – χαρά,
γιατί προϊβαστήκαμε ούλοι με την αξία μας από τη πρώτη Μικρή.

Σημειώσεις
Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, όταν ήμουνα κι εγώ στο δημοτικό πέρα στη Σχολή, μας εμάζευε ο δάσκαλος ο Ιουστινιάνης και μας έλεγε «σύρτε στα σπίτια σας και φέρτε μια δραχμή ο καθένας σας για να σας δώσω το «ενδεικτικό» σας». Πηγαίναμε τρεχάτοι στη Μάνα μας αλλά δεν ήμουνα σε θέση να ξέρω πόσοι γυρνούσαμε πίσω ύστερα στο σχολείο με τη δραχμή για να πάρουν τον έλεγχο. Κάποιο παιδάκι πάντως πήγε τον έλεγχο στον Πατέρα του ο οποίος αφού τόνε μελέτησε γυρίζει στον γυιό του και του λέει: «μα μηδέν μωρέ Μάκη, μηδέν» οπότε πέρνει την απάντηση από τον φωστήρα του: «μα από τίποτα!!»

ΣΠΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ Λ. ΓΡΑΤΣΟΣ
Εφημερίδα ΝΕΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ, Ιανουάριος 1956

Φωτογραφία: Ο δάσκαλος ΠΕΤΡΟΣ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ-ΤΖΑΝΑΚΑΣ μαζί με μερικά παιδιά από το δημοτικό σχολείο στην αυλή του Ευάγγελου Κοριαλού το 1906. Πάνω στο κέντρο Παναγής Μάντζαρης μετά από αριστερά προς τα δεξιά είναι οι εξής-Σπύρος Αυγουστής, Σπύρος Κοκκίνης, Πέτρος Κοριαλός, Σπύρος Μάντζαρης, Κώστας Λεκατσάς, Γεράκης, Ευθύμιος Φερεντίνος, Δημήτρης Καλλίνικος, Στάθης Καλλίνικος, Σπύρος Φερεντίνος, Δάσκαλος Πέτρος Τζανάκας, Νίκος Συκιώτης, Θωμάς Μωραΐτης,Γεράσιμος Φερεντίνος, Σπύρος Παξινός, Γεράσιμος Κολαϊτης, Γεράσιμος Γρίβας, Κούλα Βαλιανού, Παναγιώτης Κουτσουβέλης, Γιάννης Νιφόρος και τέλος Θωμάς Νιφόρος.