Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΤΜΟΠΛΟΙΟΥ «ΕΝΩΣΙΣ» ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥΛΗ ΑΠΟ ΠΛΟΙΑ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ
Την εν πολλοίς άγνωστη ιστορία της σύλληψης ενός ελληνικού ατμόπλοιου από τουρκική κανονιοφόρο του Κεμάλ στα νερά του Εύξεινου Πόντου, κατά την περίοδο της τελευταίας φάσης του Μικρασιατικού Πολέμου, φέρνει στο φως έρευνα του υποπλοιάρχου Παναγιώτη Γέροντα (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού) και του ιστορικού-ερευνητή και μέλους της Ένωσης Ποντίων Σουρμένων Αλέξανδρου Αποστολίδη, που δημοσιεύτηκε στη Ναυτική Επιθεώρηση της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού.
Η υπόθεση του «Ένωσις» –αυτό ήταν το όνομα του ατμόπλοιου– έχει τα χαρακτηριστικά ενός θρίλερ. Δεν είναι μόνον αυτή καθαυτή η σύλληψή του, στις 13/26 Απριλίου 1922, που από τους Τούρκους παρουσιάζεται ως νίκη αλλά από τους Έλληνες υποβαθμίζεται όπως προκύπτει από τις πηγές, αλλά και το γεγονός ότι μετέφερε «θησαυρό» από χρυσό και ασήμι, του οποίου η αξία υπολογίζεται στο τεράστιο ποσό των 760.000 λιρών! Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, η αξία του «Ένωσις» αποτιμάτο στις 60.000 λίρες.
Το πλοίο, που είχε προορισμό την Κωνσταντινούπολη, κατελήφθη, μεταφέρθηκε στη Ριζούντα και έπειτα στην Τραπεζούντα και «μεταμορφώθηκε» από τους ανθρώπους του Μουσταφά Κεμάλ. Πλήρωμα και επιβαίνοντες αιχμαλωτίστηκαν, με κάποιες εξαιρέσεις, και μεταφέρθηκαν αρχικά στην περιοχή του Όφεως.
Το ατμόπλοιο «Ένωσις» και σχετικά δημοσιεύματα της εποχής (εφ. «Αμάλθεια» Σμύρνης)
Η σύλληψη του «Ένωσις», που εξιστορείται από τους συγγραφείς με παραπομπή σε πηγές και τεκμηρίωση, και με παράλληλη σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου της εποχής, γεννά πολλά ερωτηματικά.
Μεταξύ άλλων, αν το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό συνέλαβε στη συνέχεια το τουρκικό «Ινέμπολις» ως αντίποινα για το «Ένωσις», και πολύ περισσότερο αν ο βομβαρδισμός της Σαμψούντας στις 7 Ιουνίου 1922 έγινε για τον ίδιο λόγο.
Το θέατρο των γεγονότων, ο μαρτυρικός Πόντος [Υπόμνημα: 1. Νοβοροσίσκ, 2. Γκελεντζίκ, 3. Ριζούντα, 4. Τραπεζούντα • πηγή: Google maps]
Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΤΜΟΠΛΟΙΟΥ ΈΝΩΣΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ
Οι συγγραφείς του παρόντος άρθρου θα ήθελαν να ευχαριστήσουν την Ένωση Ποντίων Σουρμένων για την υλική και πνευματική βοήθεια, καθώς και για την ελεύθερη πρόσβαση στο αρχείο που διαθέτει. Επίσης θα ήθελαν ευχαριστήσουν τους Zeynep Tekin και Ibrahim Arik για τις μεταφράσεις των τουρκικών κειμένων, όπως και την Καρίνα Κοκκινασίδου για τις μεταφράσεις των ρωσικών κειμένων.
Γενικά
Το παρόν πόνημα ασχολείται με την περιπέτεια ενός ελληνικών συμφερόντων ατμόπλοιου, του «Ένωσις», το οποίο συνελήφθη από δύο τουρκικές κανονιοφόρους έξω από το Νοβοροσίσκ. Το όλο γεγονός εντάσσεται στις παράπλευρες απώλειες του Μικρασιατικού πολέμου. Οι καταλήψεις εμπορικών και επιτάκτων πλοίων είναι συνήθεις και ταυτόχρονα σημαντικές επιχειρήσεις, οι οποίες επιφέρουν σημαντικές απώλειες για αυτόν που τις υφίσταται. Εμπορεύματα, τρόφιμα, υλικά, ακόμη και πολεμοφόδια δεν έχουν τη δυνατότητα να «φθάσουν στο στόχο τους» με αποτέλεσμα την παρακώλυση της πολεμικής προσπάθειας.
Τι είναι αυτό όμως που κάνει το «Ένωσις» να διαφέρει από τις άλλες περιπτώσεις; Κατά κύριο λόγο το εμπόρευμα. Τι μετέφερε αυτό το πλοίο; Γιατί οι Τούρκοι το θεώρησαν σημαντική λεία; Εν συνεχεία οι συνέπειες. Ποιες ήταν οι αντιδράσεις της ελληνικής και της τουρκικής πλευράς μετά την κατάληψη του εν λόγω ατμόπλοιου; Ποιος ο διεθνής αλλά και ο τοπικός αντίκτυπος; Τέλος, ποια ήταν η έκταση που πήρε το επεισόδιο στον Τύπο, και επιπρόσθετα ποια θέση κατέχει στην ιστοριογραφία;
Η έρευνα, προσπαθώντας να απαντήσει στα προηγούμενα ερωτήματα, κινήθηκε πολύπλευρα: ερευνήθηκαν αρχεία, όπως το ιστορικό αρχείο της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού και αυτό του υπουργείου Εξωτερικών. Παράλληλα αναζητήθηκε το γεγονός και οι συνέπειές του στον Τύπο (ελληνικό και ξένο) της εποχής. Η έρευνα τέλος δεν περιορίστηκε μόνο σε ελληνικές πηγές, αλλά επεκτάθηκε σε ρωσικές και τουρκικές.
Η παρούσα εργασία θα προσπαθήσει να απαντήσει όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα στα παραπάνω ερωτήματα.
Το ατμόπλοιο «Ένωσις» ως «Trabzon» στην υπηρεσία των κεμαλικών.
ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ
Το ατμόπλοιο «Ένωσις» καθελκύστηκε το 1891 από την Kockums MV στο Malmö της Σουηδίας. Το 1891 το πλοίο μετά από επιτυχείς δοκιμές τέθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Franz Trelleborg Ångfartygs Ny. AB. Το 1918 τέθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Franz Rederi A/B Baltaic – France, Göteborg. Το 1920 αγοράστηκε από τον εφοπλιστή Γεώργιο Δρακούλη (G. A. Drakoulis). Στις 26 Απριλίου του 1922 κατελήφθη από την τουρκική κανονιοφόρο Νο1 και αφού έκανε μια στάση στη Ριζούντα, μεταφέρθηκε στην Τραπεζούντα. Εκεί, ως κεμαλικό πλοίο πλέον, έλαβε την ονομασία «Trabzon». Το 1924 τέθηκε εκτός υπηρεσίας και οδηγήθηκε στο Gölcük. Το 1934 πουλήθηκε για διάλυση.1
Τα χαρακτηριστικά του πλοίου είναι τα ακόλουθα:
Εκτόπισμα 632gt, 369nt, 1.200tdw
Διαστάσεις L 52.3m, B 8.1m., D 3.9m
Υλικό σκάφους Σίδηρος
Μηχανή 1 triple 3 cyl,_ihp, Kockums
Λέβητας 1 Scotch, Kockums
Ταχύτητα (1922) 8kts
Οπλισμός Ουδείς2
ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η στρατιωτική και διπλωματική θέση της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1922 ήταν δυσχερής. Η προέλαση του Ελληνικού Στρατού τον Αύγουστο του 1921 είχε αποτύχει. Η Άγκυρα δεν είχε καταληφθεί. Επικρατούσε στρατιωτική στασιμότητα που ευνοούσε τον Κεμάλ, καθώς η Ελλάδα είχε οδηγηθεί σε πλήρη διπλωματική απομόνωση. Η Γαλλία είχε μεταστραφεί πλήρως, η Μ. Βρετανία ακολουθούσε επαμφοτερίζουσα στάση, η Ιταλία ήταν σαφώς εχθρική, ενώ τέλος η Σοβιετική Ένωση είχε υπογράψει με το κεμαλικό καθεστώς Σύμφωνο Φιλίας (Μάρτιος 1920), το οποίο διακανόνιζε το καθεστώς των Στενών χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους Δυτικούς, προσφέροντας παράλληλα στον Κεμάλ υλικοτεχνική βοήθεια.3
Η επάνοδος του βασιλέα Κωνσταντίνου έδωσε την κατάλληλη αφορμή στη Γαλλία να στραφεί ανοικτά υπέρ του Κεμάλ. Σε αυτό συνέβαλε και ο οικονομικός ανταγωνισμός της χώρας αυτής με τη Μ. Βρετανία στο χώρο της «Εγγύς Ανατολής».
Στα μάτια των Γάλλων, ο Ελληνικός Στρατός στην περιοχή εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Βρετανών. Για να εξασφαλίσει τα οικονομικά της συμφέροντα υπέγραψε με τον Κεμάλ το Σύμφωνο της Άγκυρας (Οκτώβριος 1921), με το οποίο παραχωρούσε στον Κεμάλ την Κιλικία με αντάλλαγμα οικονομικές παραχωρήσεις στα εδάφη της Τουρκίας.4 Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, οικονομικοί παράγοντες του Λονδίνου άρχισαν να ανησυχούν για τυχόν παραμερισμό τους από αυτήν τη νέα «μοιρασιά».5
Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ «ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ»6 ΚΑΙ ΟΙ ΚΕΜΑΛΙΚΕΣ ΚΑΝΟΝΙΟΦΟΡΟΙ»
Η ανασυγκρότηση των τουρκικών δυνάμεων υπό τον Κεμάλ άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά το 1920. Στις 10 Ιουλίου του 1920 η Διεύθυνση Αμυντικών Θεμάτων (Umûr-ı Bahriye Μüdürlüğü) ιδρύθηκε από το υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Την 1η Μαρτίου του 1921 ο οργανισμός μετονομάστηκε σε Ναυτική Διεύθυνση.7 Αυτή, έχοντας τεράστιες αρμοδιότητες, στεγαζόταν σε ένα πέτρινο κτήριο στην περιοχή Samanpazarı στην Άγκυρα. Η δράση της ήταν επιτυχής οργανώνοντας την τοπική άμυνα, τη διάθεση των εθελοντών αλλά και τη δημιουργία ενός δικτύου πληροφοριών για τις κινήσεις των εχθρικών πλοίων.
Αυτό το τελευταίο ήταν εξόχως σημαντικό διότι ο Ελληνικός Στόλος εκείνη την περίοδο είχε την απόλυτη υπεροπλία. Διευθυντής της μέχρι τον Ιούνιο του 1923 ήταν ο υποπλοίαρχος Ahmet Şevket.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ιδρύθηκαν ναυτικές διοικήσεις υπαγόμενες στην παραπάνω διεύθυνση. Αυτές ήταν η Ναυτική Αποστολή στην Τραπεζούντα, το Ναυτικό Απόσπασμα στη Σαμψούντα, η Ναυτική Διοίκηση Αμάσρας, το Ναυτικό Απόσπασμα στο Ερεκλί8 (Ereğli), η Ναυτική Διοίκηση του Ισμίτ9 (Izmit), η Ναυτική Εφεδρεία στο Φετίγιε10 (Fethiye) και το Ναυτικό Απόσπασμα στο Εγκιρντίρ11 (Eğirdir). Παράλληλα ιδρύθηκαν λιμεναρχεία και παράκτιοι σταθμοί επιτήρησης για την υποστήριξη των στρατηγικών ναυτικών μεταφορών.
Σημαντικός παράγοντας της ενίσχυσης των κεμαλικών υπήρξε και η υποστήριξη της Σοβιετικής Ενώσεως. Ήδη τον Ιούλιο του 1920 ο Κεμάλ έστειλε αποστολή στη Μόσχα για να εγκαταστήσει σχέσεις. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τότε το κίνημα του Κεμάλ δεν είχε πάρει τον μετέπειτα χαρακτήρα του. Τότε φαινόταν ότι και τα δύο καθεστώτα αγωνίζονταν εναντίον της δυτικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Από τον Σεπτέμβριο του 1920 ξεκίνησαν οι μεταφορές πολεμοφοδίων και χρημάτων από τα ρωσικά λιμάνια στην Τραπεζούντα. Κάτω από αυτήν την εξέλιξη το Ναυτικό Απόσπασμα στην Τραπεζούντα μετονομάστηκε σε Διοίκηση Ναυτικών Μεταφορών.
Με το Σύμφωνο του Μαρτίου του 1921 σχεδόν κάθε είδος οπλισμού και πολεμοφοδίων μεταφέρθηκαν στην Τουρκία.
Η τουρκική ναυτική δύναμη όμως παρέμενε ανεπαρκής. Στον Ανατολικό Στόλο δεν υπήρχαν άλλα πολεμικά πλοία εκτός από τις κανονιοφόρους «Preveze» και «Aydinreys», αριθμώντας συνολικά 37 πλοία (26 στην Μαύρη Θάλασσα, 11 στη θάλασσα του Μαρμαρά και στο Αιγαίο). Ο υπόλοιπος στόλος αποτελούνταν από ρυμουλκά, ατμόπλοια και μεταφορικά. Τα περισσότερα από αυτά ήταν γηραιά και χαμηλής ταχύτητας, ενώ ουσιαστικά στερούνταν την απαραίτητη υποστήριξη βάσης. Σε πολλά από αυτά τα πλοία το πλήρωμα αποτελούνταν από ιδιώτες ή από παροπλισμένους αξιωματικούς.
Μόνο οι δύο παραπάνω αναφερόμενες κανονιοφόροι είχαν κανονικό ναυτικό πλήρωμα, χωρίς ιδιώτες.
Οι κεμαλικές κανονιοφόροι υπ’ αριθμόν 1 και 2. Atabey F., «Turkish Sailors in the period of national struggle», στο International Journal of Social Studies, No31, Winter II, 2015
Οι μηχανοκίνητες κανονιοφόροι υπ’ αριθμόν 1 και 2 αποκτήθηκαν από τη Σοβιετική Ένωση στις 24 Σεπτεμβρίου του 1921 αλλά αναγκάστηκαν να πλεύσουν και πάλι προς το Νοβοροσίσκ λόγω τεχνικών προβλημάτων. Μετά από τέσσερις μήνες επισκευών, στις 5 Απριλίου του 1922, οι κυβερνήτες και των δύο πλοίων ανέφεραν ότι ήταν έτοιμοι για κάθε είδους αποστολή.12 Η Διοίκηση Ναυτικών Μεταφορών στην Τραπεζούντα τούς ανέθεσε ως αποστολή τη σύλληψη του υπό ελληνική σημαία ατμόπλοιου «Ένωσις», το οποίο θα απέπλεε από το Νοβοροσίσκ για την Κωνσταντινούπολη.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ
Η σύλληψη του πλοίου «Ένωσις» έχει ξεχωριστή θέση στις τουρκικές πηγές. Περιγραφή του γεγονότος σε αδρές γραμμές έχουμε από τον Τούρκο συγγραφέα και καθηγητή δρ Figen Atabey.13 Σύμφωνα με αυτόν οι δύο κανονιοφόροι ήταν σε αναμονή για τον ερχομό του πλοίου το απόγευμα της 26ης Απριλίου του 1922. Μόλις λοιπόν εθεάθη μαύρος καπνός, κινήθηκαν προς αυτό. Εν συνεχεία διέταξαν το ελληνικό πλοίο να ακινητοποιηθεί 35 μίλια από την ακτή ενώπιον των Δαρδανελλίων. Ο κυβερνήτης του ελληνικού πλοίου δεν υπάκουσε, και οι Τούρκοι προς εκφοβισμό έριξαν μία προειδοποιητική βολή. Κατόπιν τούτου δεν υπήρχε άλλη λύση από την παράδοση. Ο κυβερνήτης της υπ’ αριθμόν 1 τουρκικής κανονιοφόρου εξεφώνησε λόγο στο κατάστρωμα του «Ένωσις», με τον οποίο εγγυήθηκε την ασφάλεια του πληρώματος, των επιβατών και των προσωπικών τους αντικειμένων. Το καταληφθέν πλοίο οδηγήθηκε στην Τραπεζούντα και αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο ενεργά πλοία του Ανατολικού Στόλου με το όνομα «Trabzon».
Απόφαση του Κεμάλ το 1926, η οποία δίνει στους αξιωματικούς και τα πληρώματα των ατμόπλοιων που συνέλαβαν το «Ένωσις» χρηματική ανταμοιβή. Τονίζεται μάλιστα ότι αυτήν, σε όσους είχαν αποβιώσει, θα την ελάμβαναν οι απόγονοι. Atabey F., «Turkish Sailors in the period of national struggle», στο International Journal of Social Studies, No31, Winter II, 2015
Μια άλλη όμως τουρκική πηγή μάς παρουσιάζει με περισσότερες λεπτομέρειες το γεγονός και κάπως διαφορετικά. Πρόκειται για το άρθρο του Sadi Borak με τίτλο «Πώς συλλάβαμε την “Ένωση”».14 Σε αυτό το άρθρο αναφέρεται ότι ένας Τούρκος ονόματι Firuz Bey, υπάλληλος του τουρκικού προξενείου στο Νοβοροσίσκ, ανέφερε το εξής:
«Αυτές τις ημέρες θα αποπλεύσει από το Νοβορωσσίσκ ένα πλοίο με ελληνική σημαία με μεγάλες ποσότητες από χρυσό, ασήμι και διαμάντια. Το πλοίο θα πλεύσει στην Ελλάδα διά μέσου Μαύρης Θάλασσας».
Σύμφωνα με το άρθρο, οι δύο κανονιοφόροι διέκοψαν εσπευσμένα τις επισκευές στη Ρωσία για να καταδιώξουν το ελληνικό πλοίο.15 Οι δύο κεμαλικές κανονιοφόροι εισήλθαν λοιπόν νύχτα στο Νοβοροσίσκ χωρίς να γίνουν αντιληπτές ούτε από τους Σοβιετικούς ούτε και από το πλήρωμα του «Ένωσις». Οι Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι προμηθεύτηκαν πυρομαχικά και καύσιμα. Κατόπιν απέπλευσαν από το Νοβοροσίσκ για να μην γίνουν αντιληπτοί.
Στη συνέχεια έπρεπε να αναμένουν το θήραμά τους επί δύο μέρες. Υπήρχε όμως ανάγκη μεθόρμισης γι’ αυτό το διάστημα. Για το λόγο αυτόν κατέπλευσαν σε ρωσικό λιμάνι παραπλανώντας τις σοβιετικές αρχές ότι τάχα έπιασε φωτιά η μία καμινάδα της μίας κανονιοφόρου με σκοπό να λάβουν διήμερη άδεια παραμονής.
Στις 26 Απριλίου το «Ένωσις» απέπλευσε από το Νοβοροσίσκ. Η μία κανονιοφόρος, η υπ’ αριθμόν 2, παρουσίασε βλάβη, οπότε συνέχισε την καταδίωξη μόνο η υπ’ αριθμόν 1. Τριάντα πέντε μίλια από την ακτή το «Ένωσις» διετάχθη να σταματήσει, διαταγή την οποία αγνόησε. Τότε η κανονιοφόρος 1 έριξε προειδοποιητική βολή κάνοντας τον κυβερνήτη του ελληνικού ατμόπλοιου να παραδοθεί. Εν τω μεταξύ οι βλάβες στην κανονιοφόρο 2 επιδιορθώθηκαν και έπλευσε προς την έτερη κανονιοφόρο. Το πλοίο οδηγήθηκε στην Τραπεζούντα την 1η Μαΐου, όπου και μετονομάστηκε σε «Trabzon».
Μια νέα πληροφορία προστίθεται σχετικά με το φορτίο του πλοίου. Πρόκειται για έναν «κρυμμένο θησαυρό». Το ελληνικό πλοίο εκκενώθηκε, αλλά παρά την αξία του φορτίου του, ο «μυθικός θησαυρός» δεν ανευρέθη. Μετά από τέσσερις μήνες ο αιχμάλωτος κυβερνήτης του «Ένωσις» δέχθηκε να αποκαλύψει το θησαυρό με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Σύμφωνα με τις υποδείξεις του, μετακίνησαν τις τάβλες του κρεβατιού της καμπίνας του ευρίσκοντας μεγάλη ποσότητα από χρυσό και ασήμι. Κατόπιν ο πρώτος μηχανικός αποκάλυψε που ευρισκόταν ο υπόλοιπος θησαυρός. Ήταν στο μέρος αποθήκευσης του κάρβουνου, στα ύφαλα του πλοίου. Ευρέθηκαν 11 σάκοι με χρυσό, συνολικής αξίας 1.000.000 λιρών.16
Από ελληνικής πλευράς εξετάστηκαν ενδελεχώς τα αρχεία της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού καθώς και του υπουργείου Εξωτερικών.
Από πλευράς ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ανευρέθη σειρά εγγράφων που αποστέλλει ο διοικητής της Ναυτικής Βάσεως Κωνσταντινουπόλεως, αντιπλοίαρχος Σωτήριος Γιαννόπουλος προς τον πλοίαρχο Ιωάννη Ηπίτη, αρχηγό του Στόλου Α΄. Σε έγγραφο της 20 Απριλίου / 3 Μαΐου 192217 τον ενημερώνει ότι «ιδιωτικόν τηλεγράφημα εκ Νοβοροσίσκ, διαβιβασθέν εκ Ροστοβίου και Ιασίου, υπό χρονολογίαν 17/30 Απρίλιου» αναφέρει ότι «Α/ον “ΕΝΩΣΙΣ” ανεχώρησε Τετάρτη 13/26 [Απριλίου]. Φήμη κυκλοφορεί ότι συνελήφθη υπό Τουρκικού τορπιλικού». Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι το «ειρημένον ατμόπλοιον» ανήκει στον Γεώργιο Δρακούλη και ότι κυβερνήτης είναι ο Ανδρέας Φερεντίνος. Αναφέρεται ότι το πλοίο μετέφερε «διάφορα εμπορεύματα» και ότι είχε αποπλεύσει από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Νοβοροσίσκ στις 12/25 Μαρτίου. Η αναφορά καταλήγει: «έπρεπε δε να είχεν ήδη επιστρέψει».
Σε επόμενο έγγραφο του διοικητού της Ναυτικής Βάσης Κωνσταντινουπόλεως προς τον αρχηγό του Στόλου Α΄ με ημερομηνία 25 Απριλίου / 8 Μαΐου και θέμα «Πληροφορίαι περί του α/ου “ΕΝΩΣΙΣ”» αναφέρεται σε πληροφορίες που έδωσε «αξιόπιστος Αρμένιος επιβάτης», ο οποίος κατέφθασε στην Κωνσταντινούπολη με γαλλικό ατμόπλοιο. Κατ’ αυτόν, λοιπόν, το ατμόπλοιο «Ένωσις» μετά τη σύλληψή του οδηγήθηκε πρώτα στην Ριζούντα, όπου αποβιβάστηκαν οι «πλείστοι των επιβατών»,18 και κατόπιν στην Τραπεζούντα, όπου και εκρατείτο ακόμη. Στην Τραπεζούντα το ατμόπλοιο χρωματίστηκε ολόκληρο μαύρο «καθώς και η καπνοδόχος και οι λέμβοι του», ενώ το πλήρωμα και οι έμποροι απομονώθηκαν στην κανονιοφόρο «Αϊδίν». Στη δεύτερη παράγραφο του εγγράφου παρατίθεται μαρτυρία Τούρκου εμπόρου από την Τραπεζούντα, ο οποίος είπε σε ομογενή ότι η «Ένωσις» ευρισκόταν από 20 Απριλίου / 3 Μαΐου «ωρμισμένη παραπλεύρως του ατμοπλοίου, όπερ προεκτείνει (ημιβυθισμένον) τον λιμενοβραχίονα της Τραπεζούντος», και ότι το πλήρωμα και οι έμποροι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι. Το μεν πλήρωμα σε ένα καφενείο στην προκυμαία, οι έμποροι δε κρατήθηκαν σε έναν στάβλο και κατόπιν εστάλησαν στο εσωτερικό.
Στο ιστορικό αρχείο της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού ευρίσκεται σειρά εγγράφων που αποστέλλει ο Ναυτικός Διοικητής Κωνσταντινουπόλεως προς τον Αρχηγό του Στόλου Α΄
Σε νέο έγγραφο του διοικητή αναφέρονται εκτενέστερες πληροφορίες για την σύλληψη του ελληνικού ατμόπλοιου, προερχόμενες από Έλληνα επιβάτη από το Νοβοροσίσκ, ο οποίος είχε καταφθάσει στην Κωνσταντινούπολη με ιταλικό ατμόπλοιο, καθώς και Ελληνίδας επιβάτιδος του «Ένωσις», η οποία αφέθηκε ελεύθερη από τους Τούρκους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτές η σύλληψη του ατμόπλοιου πραγματοποιήθηκε 15 μίλια μακριά από το Γκελεντζίκ. Σύμφωνα μάλιστα με την Ελληνίδα επιβάτιδα19 του «Ένωσις», η καταδίωξη των δύο τουρκικών βενζινακάτων άρχισε «ημίσειαν ώραν μακράν του Γκελεντζίκ, όπου η “Ένωσις” είχεν αφήσει τον πλοηγόν». Ο διοικητής λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι οι πλοηγοί παραλαμβάνονταν πέντε μίλια νότια του Γκελεντζίκ, υπολόγισε ότι κατά πάσα πιθανότητα η σύλληψη έγινε 8-10 μίλια από την ακτή. Τα τουρκικά βενζινοκίνητα ήταν οπλισμένα με μικρά ταχυβόλα, ενώ τα πληρώματα έφεραν πολιτική περιβολή.
Στο τελευταίο ευρεθέν έγγραφο του διοικητή για την υπόθεση (25 Απριλίου / 8 Μαΐου) αποστέλλονται συνημμένα δύο πίνακες: ο πρώτος με τα ονόματα του πληρώματος του «Ένωσις» κατά την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη την 13η Μαρτίου του 1922, ενώ ο δεύτερος ανέφερε ονομαστικά όλα τα ελληνικά ατμόπλοια που απέπλευσαν από την Κωνσταντινούπολη και ευρίσκονταν σε ρωσικούς λιμένες.
Και στο αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει εκτενέστατη αλληλογραφία μεταξύ των ελληνικών Αρχών (πολιτικών και στρατιωτικών). Ξεχωριστή θέση έχουν οι εκθέσεις, οι αναφορές, καθώς και η αλληλογραφία των επιτετραμμένων του Πολεμικού Ναυτικού στην περιοχή.
Σε έγγραφο του Λιμεναρχείου Κωνσταντινουπόλεως προς το Ναυτιλιακό τμήμα της Διεύθυνσης του Εμπορικού Ναυτικού του Υπουργείου Εμπορικού Ναυτικού,20 ο λιμενάρχης Δ. Παπαμιχαλόπουλος αναφέρεται στο ατμόπλοιο «Ένωσις». Όσον αφορά το περιστατικό της σύλληψης, υπάρχει συμφωνία με τις τουρκικές πηγές. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι από το πλήρωμα και τους επιβάτες αφέθησαν ελεύθεροι μόνο όσοι είχαν ουδέτερη υπηκοότητα ή προστασία κάποιας ουδέτερης χώρας. Από το πλήρωμα και τους επιβάτες μόνο 20 πληρούσαν τις προϋποθέσεις (5 άνδρες του πληρώματος και 15 επιβάτες). Οι υπόλοιποι 13 του πληρώματος και οι 55 επιβάτες κρατήθηκαν ως αιχμάλωτοι. Γίνεται αναφορά και στο εμπόρευμα. Το πλοίο μετέφερε «μεγάλης αξίας πλακών χρυσού και αργύρου» καθώς και διάφορα εμπορεύματα, τα οποία κρατήθηκαν από τους κεμαλικούς. Επίσης συνελήφθησαν και οι φορτωτές του σταλέντος φορτίου στο Νοβοροσίσκ από τους οποίους αφαιρέθηκε το τίμημα του πωληθέντος φορτίου τους, ήτοι 15.500 λίρες.
Οι ελληνικές πηγές δείχνουν να υποβαθμίζουν το μέγεθος της λείας. Για τη σημαντικότητα της σύλληψης δέον να γίνει μια παρένθεση από την τουρκική πλευρά. Πολύ αργότερα, το 1926, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ απέδωσε με διάταγμα21 χρηματική ανταμοιβή στους αξιωματικούς και τα πληρώματα των κανονιοφόρων που συνέλαβαν το «Ένωσις». Γίνεται μάλιστα ειδική μνεία στο εν λόγω διάταγμα σε όσους είχαν αποβιώσει, ότι δηλαδή την ανταμοιβή θα την ελάμβαναν οι νόμιμοι κληρονόμοι.
Έτερη τουρκική πηγή 22 κάνει εκτενέστατη αναφορά στη λεία. Σύμφωνα με αυτήν, το Ναυτικό Δικαστήριο της Σαμψούντας απεφάνθη πως η κατάληψη του «Ένωσις» έγινε σύμφωνα με το Νόμο και το Διεθνές Δίκαιο, κατοχυρώνοντας τη λεία που βρέθηκε στα αμπάρια. Αυτή περιελάμβανε διάφορα εμπορεύματα, γραφομηχανές, δέρματα ζώων αξίας 200.000 λιρών, χαλιά από το Ιράν (Περσία), έντερα ζώων, αλλά και ζωντανά.
Η ίδια πηγή αναφέρει ότι τέσσερις ολόκληρους μήνες μετά την κατάληψη του ατμόπλοιου ήρθαν νέες πληροφορίες από ανάκριση αιχμαλώτου, και κατόπιν νέας έρευνας βρέθηκαν στο μηχανοστάσιο 11 σακιά με χρυσό και ασήμι, συνολικής αξίας 500.000 λιρών, όταν ολόκληρο το πλοίο αποτιμήθηκε στις 60.000 λίρες. Συνολικά, σύμφωνα πάντα με την πηγή, η λεία της κατάληψης του «Ένωσις» –χωρίς να υπολογίζονται τα διάφορα εμπορεύματα και τα χαλιά, παρά μόνο τα δέρματα (200.000)– ανήλθε στο ποσό των 760.000 λιρών. Κλείνοντας την παρένθεση δέον να αναφερθεί ότι με απόφαση του δικαστηρίου της Σαμψούντας, τα πληρώματα των δύο κανονιοφόρων έλαβαν ως αμοιβή το ήμισυ της αξίας του πλοίου, δηλ. 30.000 λίρες, οι οποίες και διαμοιράστηκαν.23
Σύμφωνα με έτερη αναφορά του λιμενάρχη Κωνσταντινουπόλεως,24 οι αιχμάλωτοι είχαν σταλεί στον Όφι και από εκεί θα στέλνονταν στο Ερζιγκιάν.25 Ακολουθεί σημαντικότατη έκθεση26 του λιμενάρχη. Σε αυτήν κατονομάζονται τα πέντε μέλη του πληρώματος τα οποία αφέθηκαν ελεύθερα. Αυτοί ήταν οι Κωνσταντίνος Καλουτάς (β΄ μηχανικός), Αντ. Βλησμάς (αρχιθερμαστής), Παντελής Καραγιάννης (ναύτης), Παναγ. Σιδερόπουλος (θαλαμηπόλος) και Πέτρος Μπόικος (θερμαστής). Ο τελευταίος προσελήφθη στο Νοβοροσίσκ. Επίσης αφέθησαν ελεύθεροι και δύο επιβάτες, οι Αναστ. Καγγέλης και Χαρ. Ματσιάτος. Αυτοί κατάφεραν να αποδείξουν ότι διέθεταν «ξένη υπηκοότητα ή ειδικήν προστασίαν».
Ο ναύτης Π. Καραγιάννης, του οποίου τη μαρτυρία ο λιμενάρχης θεωρεί αξιόπιστη, περιέγραψε με λεπτομέρεια το γεγονός:
Τα δύο κεμαλικά σκάφη προσέγγισαν το ελληνικό ατμόπλοιο στην παράλλαξη του φάρου της Ντούμπας (Doob point). Τα κεμαλικά σκάφη πλησίασαν και έγιναν αντιληπτά μόλις στα πενήντα μέτρα. Ένα από αυτά πλησίασε, και αφού εξακρίβωσε το όνομα του πλοίου, άναψε τα φώτα του, ενώ ο κυβερνήτης του φώναξε αγγλιστί στον κυβερνήτη του «Ένωσις» να σταματήσει. Επειδή δεν έλαβε καμία απάντηση, επανέλαβε την διαταγή ρίχνοντας και προειδοποιητική βολή. Στην συνέχεια εμφανίστηκε και από την άλλη πλευρά, τη δεξιά του ελληνικού ατμόπλοιου, το έτερο σκάφος. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας το κεμαλικό βενζινόπλοιο, το ευρισκόμενο στα δεξιά του ελληνικού ατμόπλοιου, το συνέλαβε και ανέβηκε στο κατάστρωμα του «Ένωσις» ο Τούρκος κυβερνήτης θέτοντας πορεία προς Βατούμ. Υπολογίζεται ότι το πλοίο συνελήφθη 8-9 μίλια από τις ρωσικές ακτές.
Τα τουρκικά αυτά πλοία είχαν εισέλθει στο λιμάνι του Νοβοροσίσκ επανειλημμένα κατά το δεκαπενθήμερο που ευρισκόταν το «Ένωσις» εκεί, και «ετέλουν εν γνώσει του πολυτίμου φορτίου, όπερ παρέλαβεν». Τρεις ημέρες προ του απόπλου του ελληνικού ατμόπλοιου είχαν αποπλεύσει χωρίς να επιστρέψουν, ενώ τις προηγούμενες φορές επέστρεφαν αυθημερόν ή το αργότερο την επομένη. Τα κεμαλικά σκάφη ήταν εξοπλισμένα με ένα ταχυβόλο και δύο πυροβόλα. Δεν έφεραν εμφανώς τουρκική σημαία, αλλά την ύψωσαν όταν πλησίασαν τις τουρκικές ακτές. Τα πληρώματά τους έφεραν είδος στολής «μετά πιλίσκου του Τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού», ενώ οι κυβερνήτες είχαν πολιτική περιβολή και καλπάκια «εκ των χρησιμοποιουμένων παρά των Κεμαλικών αξιωματικών». Στην Τραπεζούντα, όπου οδηγήθηκε το «Ένωσις», ο ενεργήσας την σύλληψη και αναλαβών τη διακυβέρνηση Ιζέτ φόρεσε «την ναυτικήν στρατιωτικήν στολήν του, άνευ όμως σειρίδων ενδεικτικών του βαθμού του».
Από τις μαρτυρίες των ανδρών του πληρώματος δεν επιβεβαιώνεται μαρτυρία γυναίκας μάρτυρος,27 η οποία ήταν επιβάτις, και σύμφωνα με αυτήν όταν τα κεμαλικά σκάφη πλησίασαν, ο κυβερνήτης του «Ένωσις» συγκέντρωσε όλους τους αξιωματικούς και διενήργησε σύσκεψη με σκοπό την άμυνα του πλοίου.
Τέτοια σκέψη δεν υπήρξε, διότι τα τουρκικά πλοία είχαν πλησιάσει πολύ κοντά με στραμμένα τα πυροβόλα τους στο ελληνικό πλοίο. Χρόνος για τέτοια σύσκεψη δεν δόθηκε.
Η πορεία προς το Βατούμ ακολουθήθηκε κατά τις 14-15 Απριλίου. Η ταχύτητα του ελληνικού πλοίου δεν ξεπέρασε τα 4½ μίλια την ώρα, και αυτό έγινε επίτηδες από τους μηχανικούς του, οι οποίοι ανέμεναν συνάντηση με κάποιο άλλο πλοίο «παρ’ ου ήλπιζον την απολύτρωσιν». Όταν όμως έφθασαν στο Βατούμ, ο Τούρκος κυβερνήτης άλλαξε πορεία ακολουθώντας πλου κατά μήκος των ακτών του Πόντου. Την 8η μ.μ. ώρα έφθασαν στο λιμένα των Αθηνών.28 Οι έμποροι του πλοίου, επειδή είχαν πληροφορίες ότι εκείνα τα μέρη ήταν κατοικία «πειρατών και παντοειδών άλλων κακοποιών στοιχείων», καταθορυβήθηκαν για τη ζωή τους και για το πολύτιμο φορτίο τους. Έπεισαν τον Τούρκο κυβερνήτη να τους οδηγήσει σε άλλο λιμάνι προσφέροντάς του 1.500 χάρτινες τουρκικές λίρες (30.000 δραχμές) και δύο πλάκες χρυσού αξίας 2.500 τουρκικών λιρών (50.000 δραχμές). Τελικά το ελληνικό ατμόπλοιο κατέφθασε στη Ριζούντα την 10η π.μ. της 17ης Απριλίου.
Στην προκυμαία συγκεντρώθηκε πλήθος Τούρκων οι οποίοι ζητωκραύγαζαν. Με διαταγή των τοπικών Αρχών αποβιβάστηκαν όλοι οι επιβάτες και κάποιοι έμποροι (οι υπόλοιποι παρέμειναν στο πλοίο για να παρακολουθούν την τύχη του φορτίου), οι οποίοι οδηγήθηκαν σε κάποιο ξενοδοχείο προς εγκατάσταση. Σύμφωνα με την αναφορά, κατά την πορεία τους προς το ξενοδοχείο χλευάστηκαν και «κακοποιήθηκαν» από το συγκεντρωμένο πλήθος. Την 2α μ.μ. της ίδιας ημέρας το «Ένωσις» συνοδευόμενο από τις δύο κεμαλικές κανονιοφόρους απέπλευσε από τη Ριζούντα για την Τραπεζούντα, στην οποία και έφθασαν στις 7 μ.μ. Το πρωί της επόμενης μέρας, όταν ξύπνησε το ελληνικό πλήρωμα, βρήκε το «Ένωσις» βαμμένο μαύρο με την καπνοδόχο λευκή. Κατά την 6η πρωινή διετάχθη η εκφόρτωση των υπαρχόντων στο πλοίο εμπορευμάτων καθώς και «παντοειδών πολυτίμων αντικειμένων» παρά τη διαμαρτυρία των εμπόρων εκ των οποίων μερικοί ήταν ξένοι υπήκοοι. Οι άνδρες του ελληνικού πληρώματος και οι εναπομείναντες έμποροι μεταφέρθηκαν στο άλλοτε τουρκικό πολεμικό πολεμικό πλοίο «Αϊδίν», το οποίο ευρισκόταν αγκυροβολημένο στην είσοδο του λιμένα. Με το που επέβησαν στο τουρκικό πλοίο, οι έμποροι υπέστησαν αυστηρή έρευνα κατά την οποία τους αφαιρέθηκαν τα κοσμήματα, τα χρηματικά ποσά καθώς και μέρος των ενδυμάτων τους. Κατόπιν το «Αϊδίν» απέπλευσε για τη Ριζούντα, όπου απεβίβασε το πλήρωμα και τους εμπόρους.
Το τουρκικό πολεμικό «Αϊδίν»
Την 20ή Απριλίου επισκέφθηκε τους αιχμαλώτους ο πολιτικός διοικητής της Ριζούντας ζητώντας να μάθει ποιοι από τους κρατούμενους είχαν ξένη υπηκοότητα. Από αυτούς μόνο πέντε άνδρες του πληρώματος, πέντε επιβάτες και έξι έμποροι αφέθησαν ελεύθεροι. Οι υπόλοιποι δεκατρείς άνδρες του πληρώματος, πενήντα πέντε επιβάτες και τρεις έμποροι συνέχισαν να κρατούνται.29 Οι αιχμάλωτοι αυτοί θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου και αναγκάστηκαν να τρέφονται από ό,τι είχαν πάνω τους καθώς και να πληρώνουν το ξενοδοχείο. Εξαιτίας αυτού, έφθασαν στο σημείο να πουλήσουν ό,τι τους απέμεινε από τις ήδη λεηλατημένες αποσκευές τους. Από το αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών συνάγεται το συμπέρασμα ότι διεξήχθη μεγάλος αγώνας για την ανταλλαγή των Ελλήνων αιχμαλώτων με εκείνους του τουρκικού συλληφθέντος πλοίου «Κριμ».
Τη σημαντικότητα του πλοίου «Ένωσις» και του φορτίου του την δεικνύει και η ελληνική αντίδραση.
Πρώτον οι ελληνικές πολιτικές Αρχές (Ύπατη Αρμοστεία στην Κωνσταντινούπολη) προσπαθούν να αποδείξουν στους ξένους ύπατους αρμοστές ότι η σύλληψη ήταν πειρατική και παράνομη ενέργεια, αιτώντας την απελευθέρωση πληρώματος, των επιβατών αλλά και του φορτίου του. Δεύτερον η σύλληψη του τουρκικού πλοίου «Ινέμπολις» που έγινε ως αντίποινα για τη σύλληψη του «Ένωσις». Σε σήμα του αρχηγού Στόλου Α΄ (αριθμ. Πρωτ. Εμπ. 305 / 27/4/2230) αναφέρεται η σύλληψη του τουρκικού πλοίου, ενώ έπλεε προς την Νικομήδεια. Κατασχέθηκε σημαντικό λαθρεμπόριο πολέμου. Οδηγήθηκε στην Κίο, όπου αφέθηκαν ελεύθεροι «γυναικόπαιδα, γέροντες και παιδιά», ενώ κρατήθηκαν Τούρκοι στρατεύσιμοι και όσοι θεωρήθηκαν ύποπτοι. Τέλος, σε τηλεγράφημα31 του λιμενάρχη Κωνσταντινουπόλεως Παπαμιχαλόπουλου στο ΓΕΝ, που κοινοποιείται προς το υπουργείο Εξωτερικών, αναγράφεται το φορτίο του πλοίου: «είχε φορτίον δερμάτων ερίων και χρυσόν και άργυρον 300 περίπου λιρών τουρκικών τίμημα εκφορτωθέντων εμπορευμάτων Ρωσσικούς λιμένας».
Ο αρχηγός του Στόλου Α΄ Ιωάννης Ηπίτης (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού)
Το γεγονός όμως φαίνεται να ερέθισε και τη –συμμαχική στον Κεμάλ– σοβιετική πλευρά. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η έκφραση δυσαρέσκειας εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης για την υπόθεση.32 Εκεί αναφέρεται το γεγονός αλλά και το λιμάνι όπου είχαν μεθορμίσει οι δύο κανονιοφόροι, το λιμάνι του Γκελεντζίκ. Παράλληλα αναφέρεται ξεκάθαρα ότι το «Ένωσις» μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στο Νοβοροσίσκ αλεύρι και τρόφιμα τα οποία ανήκαν στο λαϊκό επιτροπάτο.33 Γίνεται μάλιστα έκκληση από τη Λαϊκή Επιτροπή των Εξωτερικών Υποθέσεων προς την τουρκική πρεσβεία σχετικά με την εξασφάλιση του πλοίου. Η τουρκική πρεσβεία με τη σειρά της διαβεβαιώνει ότι θα λάβει τα «δέοντα μέτρα» και ότι θα κρατά ενήμερη τη σοβιετική πλευρά.
Οι συλλήψεις του «Ένωσις» και του «Ινέμπολις» έχουν ξεχωριστή θέση στον ελληνικό και διεθνή Τύπο, ακόμα και σε εφημερίδες πέραν του Ατλαντικού.
Η σύλληψη του «Ινέμπολις» αναγράφεται ως γεγονός και στις εφημερίδες New York Times34 και Quebec Daily Telegraph.35 Και οι δύο εφημερίδες κινούνται στην ίδια γραμμή, ότι δηλαδή το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό κινήθηκε προς αποκλεισμό των ακτών της Μαύρης Θάλασσας, και θεωρούν τη σύλληψη του «Ινέμπολις» ως αντίποινα για τη σύλληψη του «Ένωσις» από τους κεμαλικούς.
Σημαντικό για το θέμα των αντιποίνων είναι να αναφερθεί ότι ακόμα και ο βομβαρδισμός της Σαμψούντας από τον ελληνικό στόλο από τουρκική πηγή36 παρουσιάζεται ως αντίποινα στη σύλληψη του ελληνικού ατμόπλοιου. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η σύλληψη του «Ένωσις» «νευρίασε» τους Έλληνες. Στις ελληνικές πηγές από την άλλη δεν υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ σύλληψης του «Ένωσις» και του βομβαρδισμού της Σαμψούντας από τον ελληνικό στόλο, εντούτοις προκαλεί εντύπωση ότι στο φάκελο του αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών με θέμα τη σύλληψη του «Ινέμπολις» υπάρχει η έκθεση37 του Αρχηγού του Στόλου Α΄ Ηπίτη για τα γεγονότα του βομβαρδισμού της Σαμψούντας. Δέον να αναφερθεί όμως ότι και προ της σύλληψης του «Ένωσις» τονιζόταν η ανάγκη λήψεως «ενεργότερων μέτρων» για την περιστολή του λαθρεμπορίου που κατευθυνόταν προς τον Κεμάλ. Ένα από αυτά ήταν ο βαθμιαίος αποκλεισμός38 των κεμαλικών ακτών.
Η υπόθεση του ελληνικού ατμόπλοιου όμως απασχολεί και τον ελληνικό Τύπο. Στην κατάσταση των αιχμαλώτων του «Ένωσις» κάνει αναφορά η εφημερίδα Αμάλθεια.39 Οι εναπομείναντες του πληρώματος καθώς και οι επιβάτες συνεχίζουν να κρατούνται στη Ριζούντα. Η εφημερίδα αναγράφει ότι «δεν πιέζονται μεν», αλλά «ευρίσκονται εγκάθειρκτοι». Τροφή δεν τους χορηγούνταν, τους αφαιρέθηκαν τα χρήματα, ενώ υποχρεώθηκαν να πωλήσουν τα υπάρχοντά τους από τις αποσκευές τους για να ζήσουν. Σε φύλλο της ίδιας εφημερίδας40 γίνεται αναφορά στην πρόθεση για ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ αυτών του «Ένωσις» και εκείνων του «Ινέμπολις». Σημαντική είναι η αναφορά της εφημερίδας41 για ένταση των νηοψιών εκ μέρους του ελληνικού στόλου. Στόχος είναι το λεθρεμπόριο πολέμου που ενισχύει τον Κεμάλ. Η δυσφορία της Σοβιετικής Ένωσης για τη σύλληψη του ελληνικού ατμοπλοίου διαφαίνεται και σε δημοσίευμα42 της Αμάλθειας.
Συγκεκριμένα αναφέρει: «…η ενταύθα σοβιετική αντιπροσωπία θεωρεί την απαλλαγή των κρατουμένων ως ζήτημα φιλοτιμίας διότι τόσον ενταύθα, όσον και στους σοβιετικούς λιμένας είχον αναρτηθή πινακίδες προτρέπουσαι τους ναυτιλλομένους και τους εμπόρους να προβώσιν εις το μετά των ρωσικών λιμένων εμπόριον υπό την προστασίαν των σοβιέτ».
Η εφημερίδα από τη Σμύρνη αναφέρει43 τις συλλήψεις τουρκικών πλοίων, μεταξύ αυτών και του «Ινέμπολις». Οι τουρκικές πηγές χαρακτηρίζουν τις συλλήψεις «αντίποινα» για τη σύλληψη του «Ένωσις».
Η υπόθεση της σύλληψης του ελληνικού ατμόπλοιου απασχολεί και την ελληνική εφημερίδα που εκδίδεται στις ΗΠΑ Ατλαντίς.44 Η εφημερίδα αναφέρει ότι οι Τούρκοι θεωρούν το πλοίο «καλή πολεμική λεία», ενώ οι Έλληνες χαρακτηρίζουν τη σύλληψη πειρατική και παράνομη. Το τελευταίο συμφωνεί και με τα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών καθώς όντως γίνεται προσπάθεια να χαρακτηριστεί η σύλληψη πειρατική.45
Δημοσίευμα των New York Times στο οποίο αναφέρεται η αντίδραση του ελληνικού στόλου μετά την αιχμαλωσία του «Ένωσις» – Αναφέρει συγκεκριμένα την εντατικοποίηση του αποκλεισμού των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας καθώς και τη σύλληψη του τουρκικού πλοίου «Ινέμπολις» από το θωρηκτό «Κιλκίς» ως αντίποινα
Η εφημερίδα Έθνος46 αναγράφει ότι η Άγκυρα αποφάσισε την «απόλυση» του πληρώματος και των επιβατών του «Ένωσις» με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του πληρώματος του «Ινέμπολις», ενώ σε έτερο φύλλο47 η εφημερίδα παραθέτει το ιστορικό της σύλληψης του ελληνικού ατμόπλοιου. Από την άλλη, η εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος48 αναφέρεται στην απόλυση μέρους του πληρώματος και των επιβατών με ξένη υπηκοότητα.
Η παραπάνω δειγματοληπτική θεώρηση του ελληνικού Τύπου δεικνύει το ενδιαφέρον που προκάλεσε η υπόθεση του «Ένωσις».
ΣΥΜΠΕΡΆΣΜΑΤΑ
Η υπόθεση της σύλληψης του ελληνικού ατμόπλοιου «Ένωσις» ήταν ένα μικρό αλλά τελικά σημαντικό γεγονός μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων κατά τη διάρκεια της τελευταίας και πιο τραγικής φάσης για τον Ελληνισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Είναι γεγονός ότι τα μέτρα του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού κατά του λαθρεμπορίου με κατεύθυνση τον Κεμάλ εντάθηκαν μετά τη σύλληψη του ελληνικού ατμόπλοιου. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί πολύ απλά με τις στρατηγικές ανάγκες της περιόδου, παρ’ όλα αυτά είναι βέβαιο (αποδεικνύεται από τις πηγές) ότι η σύλληψη του τουρκικού «Ινέμπολις» έγινε στο πλαίσιο αντιποίνων για τη σύλληψη του «Ένωσις».
Τουρκικές πηγές μάλιστα το προχωρούν ακόμη περισσότερο. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι ακόμη και ο βομβαρδισμός της Σαμψούντας έγινε στο πλαίσιο αντιποίνων. Οι ελληνικές πηγές, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι η εν λόγω πόλη περιείχε σημαντική ποσότητα πολεμοφοδίων και πυρομαχικών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ελληνικό ατμόπλοιο ήταν σημαντική λεία για τον Κεμάλ. Το αποδεικνύουν οι πηγές και από τις δύο πλευρές, καθώς και η έκταση που πήρε στον ελληνικό και διεθνή Τύπο η σύλληψη. Μέχρι και οι «New York Times» ανέφεραν το γεγονός.
Στην τουρκική ιστορία η σύλληψη του «Ένωσις» κατέχει σημαντική θέση ως επιτυχία του εμβρυακού τότε τουρκικού πολεμικού ναυτικού. Από τη δική μας πλευρά περνά σχεδόν απαρατήρητη, όταν αναλογιζόμαστε την καταστροφή που ακολούθησε στη Μικρά Ασία. Αυτό δεν μειώνει τη σημασία του, μια σημασία η οποία προέρχεται, εξάγεται από τις ίδιες τις πηγές.
Ως μελλοντικά πεδία έρευνας προτείνονται η προσπάθεια ανεύρεσης, αν υπάρχει, στις ελληνικές πηγές μιας άμεσης σύνδεσης του βομβαρδισμού της Σαμψούντας με το «Ένωσις», καθώς και η μελέτη των περιπετειών του Ελλήνων (πλήρωμα και επιβάτες) που είχαν την ατυχία να συλληφθούν και να κρατηθούν αιχμάλωτοι από τους κεμαλικούς.
Έρευνα: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ
_____
- Langensiepen B. – Güleryüz. A., Ottoman Steam Navy, 1828- 1923, Conway Maritime Press.
- Όπ.π.
- Στην θέση της Σοβιετικής Ένωσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η συμμετοχή της Ελλάδος στην επέμβαση των Δυτικών στην Κριμαία με σκοπό την ανατροπή των κομμουνιστών.
- «Οι Γάλλοι με τον Κλεμανσώ στην εξουσία και με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην Ελλάδα, δεν ήταν δυσμενώς προδιατεθειμένοι. Εν τούτοις η γαλλική επιρροή στην Τουρκίαν είχεν αφήσει ζωηρά τα κατάλοιπά της, τα οποία έκαμνον πολλούς Γάλλους να εξακολουθούν να είναι τουρκόφιλοι. Εις τούτο συνέτεινε και ο οικονομικός παράγων, διότι τα 60% περίπου του οθωμανικού χρέους ευρίσκοντο εις γαλλικάς χείρας, καθώς και πέραν του ημίσεος των εις την Τουρκίαν ξένων επενδύσεων ανήκεν εις γαλλικά συμφέροντα. Αλλ’ όταν ο Κλεμανσώ, φθίνοντος του Ιανουαρίου του 1920, απώλεσε την εξουσίαν και ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Millerand, οι φιλότουρκοι ενισχύθησαν. Και όταν τον Νοέμβριον του ιδίου έτους ο Ελευθέριος Βενιζέλος απώλεσε την εξουσίαν και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος επανήλθεν εις τον θρόνον, οι φιλότουρκοι εύρον πλέον ουρανόπεμπτον πρόφασιν ίνα βαθμηδόν μεταβληθούν ις μισέλληνας», Μαρκεζίνης Σπ., Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμος Δ΄, σ. 274, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1968.
- Η Ελλάδα δεν είχε την στήριξη της Μ. Βρετανίας αλλά του Λόυντ Τζωρτζ και του κύκλου του, οι οποίοι θεωρούσαν την Ελλάδα έναν ικανό δορυφόρο για τα βρετανικά συμφέροντα. Όπ.π., σ. 274.
- Atabey F., «Turkish Sailors in the period of national struggle», στο International Journal of Social Studies, No31, p. 99-112, Winter II, 2015.
- Ελληνική απόδοση του Naval Department Directorate.
- Η ελληνική πόλη Ηράκλεια.
- Η Νικομήδεια.
- Η αρχαία ελληνική πόλη Τελμησσός.
- Η ελληνική πόλη Ακρωτήρι.
- Turkish General Staff Military History Archive, Box Nu. 1030, File Nu.78, Document Nu., 151-1, Paper Nu:40.
- Atabey F., «Turkish Sailors in the period of national struggle», στο International Journal of Social Studies, No31, p 99-112, Winter II, 2015.
- Borak S., Enosis’i Nasıl Zaptettik?, Hayat Tarih Mecmuasi, July 1969.
- Η διαταγή είχε ως εξής: «Στον λιμένα του Νοβορωσσίσκ είναι αγκυροβολημένο ένα ελληνικό πλοίο με το όνομα Ένωσις, το οποίο μεταξύ άλλων θα μεταφέρει μεγάλες ποσότητες χρυσού. Διατάσσονται τα κ/φ νο.1 και νο.2 να το κατασχέσουν, έχοντας υπόψη πως όλες οι ενέργειες κατάσχεσης του Ένωσις θα πρέπει να είναι σύννομες με το Διεθνές Δίκαιο και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό». Η διαταγή κατάληψης του «Ένωσις» ήρθε προς τους Κυβερνήτες των Κανονιοφόρων από τον Ναυτικό Διοικητή Τραπεζούντας Fahri Bey, μαζί με αυστηρούς κανόνες εμπλοκής, καθώς και αναλυτικές οδηγίες:
Δεδομένου ότι οι κανονιοφόροι δεν έφεραν οπλισμό, διατάχθηκε το πλοίο «Sahin» να μεταφέρει τον οπλισμό των κανονιοφόρων με άκρα μυστικότητα από την Τραπεζούντα στο Νοβοροσίσκ, όπου και ευρίσκοντο οι κανονιοφόροι.
Κατόπιν, θα μεταφερθούν στα κ/φ 1 και 2 με άκρα μυστικότητα.
Δύο μέρες πριν από τον απόπλου του «Ένωσις», προκειμένου να μην κινήσουν υποψίες, τα κ/φ θα αποπλεύσουν του Νοβοροσίσκ και θα μεταβούν στον λιμένα του Γκελεντζίκ προκειμένου να περιμένουν το «Ένωσις» να καταπλεύσει εκεί.
Κατά τον απόπλου, κάθε κ/φ θα πάρει μαζί του τροφοδοσία για 15 ημέρες και 2 τόνους βενζίνης για καύσιμα.
Η κατάληψη θα έπρεπε να γίνει με πάσα νομιμότητα, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο κατέφευγε η ελληνική ή ακόμα και η σοβιετική πλευρά.
Προκειμένου να μην υπάρξουν ενδείξεις παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου, ένα από τα δύο κ/φ θα βγάλει μαύρο καπνό, προφασιζόμενο ότι έχει βλάβη, ώστε να του επιτραπεί η είσοδος στο λιμάνι του Γκελεντζίκ.
Η κατάληψη του «Ένωσις» θα γίνει σύμφωνα με το Διεθνές Ναυτικό Δίκαιο, ανεβάζοντας μόνο τέσσερα άτομα πάνω στο κατάστρωμα του «Ένωσις» κατά τη διενέργεια της κατάληψής του.
Αφού ολοκληρωθεί η κατάληψη, θα πάρει ρότα προς το Βατούμ συνοδευόμενο από τα κ/φ, και 30 μίλια πριν το Βατούμ θα αλλάξει πορεία προς τον πλησιέστερο τουρκικό λιμένα.
Στον τουρκικό λιμένα όπου θα καταπλεύσει, θα παραλάβει μια διμοιρία στρατιωτών οι οποίοι θα το συνοδεύσουν μέχρι την Τραπεζούντα, που είναι και ο τελικός τους προορισμός.
Αν συναντήσουν εχθρικό πλοίο, η εντολή είναι ξεκάθαρη: «Βουλιάξτε το “Ένωσις”».
Οι εντολές εφαρμόστηκαν κατά γράμμα από τους κυβερνήτες των κ/φ. Ο κυβερνήτης της κ/φ νο.1, υποπλοίαρχος Necati, μετέβη στην Τραπεζούντα με το πλοίο «Αlemdar», φόρτωσε τα όπλα στο ατμόπλοιο «Sahin», και στις 18 Απριλίου έφτασε στο Νοβοροσίσκ και με άκρα μυστικότητα μεταφόρτωσε τον οπλισμό από το «Sahin» στα κ/φ, καθιστώντας τα πλέον ετοιμοπόλεμα· Yüksek Lisans Tezi, Kurtuluş Savaşi Dömeninde Denizcilik Faaliyetleri, Ankara 2007.
- Η πηγή δεν μας ξεκαθαρίζει σε τι είδους λίρες μετράται η αξία. Πιθανότατα σε τουρκικές λίρες.
- Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αρχείο 1922.
- Πολλοί από τους οποίους ήταν πρόσφυγες.
- Αρ. Πρωτ. Εμπ. 93 / 11 (24) Μαΐου 1922, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αρχείο 1922.
- Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλου 19, Αρ. Υποφακέλου 2, Λιμεναρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Αρ. Πρωτ. 927 / 21 Οκτωβρ. 1922, Περί των συλληφθέντων μέχρι τούδε Ελληνικών Πλοίων εν τη Μαύρη Θαλάσση.
- Atabey F., «Turkish Sailors in the period of national struggle», στο International Journal of Social Studies, No31, p 99-112, Winter II, 2015.
- Yüksek Lisans Tezi, Kurtuluş Savaşi Dömeninde Denizcilik Faaliyetleri, Ankara 2007, σ. 126 -129.
- Όπ.π.
- Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλου 19, Αρ. Υποφακέλου 2, Λιμεναρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Αρ. Πρωτ. 388 / 24 Μαΐου 1922.
- Η αρχαία ελληνική πόλη Αρσίγγη.
- Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλου 19, Αρ. Υποφακέλου 2, Ναυτική Βάση Κωνσταντινουπόλεως, Αρ. Πρωτ. 382 / 28 Μαΐου 1922.
- Στην έκθεση αναφέρεται το όνομα αυτής: Όλγα Ζουγανέλλη. Δεν ανευρέθη η μαρτυρία της. Αξίζει να αναφερθεί ότι και ο Ναυτικός Διοικητής Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται σε μαρτυρία Ελληνίδας μάρτυρος. Βλ. σημ. 19.
- Αθήναι-Pazar: Το παλιό όνομα της ποντιακής παραλιακής κωμόπολης Πάζαρ. Βρίσκεται στα σύνορα Ρωσίας-Τουρκίας στο νομό Ριζέ/Ριζούντα.
- Το ονόματα των μελών του πληρώματος που συνέχισαν να κρατούνται είναι τα εξής: Ανδρέας Φερεντίνος (πλοίαρχος), Πέτρος Πίλικας (υποπλοίαρχος), Δημ. Ρεμάνδας (ναύκληρος), Σπύρος Καραλούδης (ναύτης), Παναγ. Φερεντίνος (ναύτης), Σπυρ. Φερεντίνος (ναύτης), Γερασ. Μαγουλιάνος (ναύτης), Δημ. Μανωλιάς (α΄ μηχανικός), Νικ. Λοράντος (θερμαστής), Πετρ. Κελαδίτης (θερμαστής), Χρίστος Βαρύτιμος (θερμαστής), Δημ. Κούπαλος (μάγειρας), Γεράσιμος Νικηφορίδης (θαλαμηπόλος).
- Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλου 19, Αρ. Υποφακέλου 2
- Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλου 19, Αρ. Υποφακέλου 2, Εκ Κωνσταντινουπόλεως, Αριθμ. Πρωτ. Εμπ. 77, Διεύθυνση Εμπορικού Ναυτικού.
- Γκρομίκο Α.Α., Έγγραφα της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής το 1922.
- Ελληνική απόδοση της λέξεως Commissariat.
- 10 Μαΐου 1922. «Flotilla Will Blockade Turkish Black Sea Ports – Turkish Ship Seized».
- 9 Μαΐου 1922.
- Doğanay, Rahmi: İstiklal Harbinde Samsun’daki Amerikan Filosu, Geçmişten Geleceğe Samsun, Samsun 2006 (σ. 163-174).
- Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, 1922, Αρ. Φακέλου 10, Αρ. Υποφακέλου 3. Περί της γενομένης επιχειρήσεως κατά της Σαμψούντας, Στόλος Α΄ (Αρ. Εμπ. Πρωτ. 476 / 2 Ιουνίου 1922).
- Έγγραφο του ΓΕΝ προς το Υπουργείο Εξωτερικών (Αρ. Πρωτ. Γ.Ε.2 / 245, 16 Φεβρουαρίου 1922). Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Αρ. Φακέλου 37, Αρ. Υποφακέλου 5.
- 17(30) Μαΐου 1922.
- 16 Ιουνίου 1922.
- 5 (18) Ιουλίου 1922. Βλ. και σημ. 30.
- 3 (16) Μαΐου 1922.
- 30 (13) Απριλίου 1922.
- 8 Μαΐου 1922.
- Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλου 19, Αρ. Υποφακέλου 2.
- 19 Ιουνίου 1922.
- 29 Απριλίου 1922.
- 9 Μαΐου 1922.
Αναδημοσίευση από το τεύχος 595 της Ναυτικής Επιθεώρησης της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού.